Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

……………
στό τέλος τού δρόμου
τά νοτισμένα μέ κάβλα στήθια 
πού οί ρόγες τους ξεχειλώνουν τά ντεκολτέ τών κοριτσιών,
περιμένουν νά τά χαιδέψει τό χνώτο τού έρωτα, 
νά τά ρουφήξει ή σαλεμένη ανάσα τού πάθους,
στό τέλος τού δρόμου 
αυτά τά πανέμορφα αναστατωμένα κορίτσια 
περιμένουν τούς αναστεναγμούς τού ειδύλλιου 
νά τά πάρουν αγκαζέ 
καί νά πυρποληθούν τά σαλιωμένα χείλη τους
από τήν απόλαυση τής αμέλειας, 
στό τέλος τού δρόμου 
περιμένουν τά καλλίγραμμα πόδια τών κοριτσιών 
νά τά χαϊδέψουν σιγά καί απαλά τά δάκτυλα τού πόθου 
καί νά σεργιανίσουν ανάμεσα στά μπούτια. τους 
τά εκχυλίσματα τών σπασμών τού αιδοίου, 
όταν ζαλισμένο από τά βρωμόλογα τής ηδονής 
βλασφημάει ασύστολα -έστω γιά λίγες στιγμές-τήν ανοησία τής τυρρανικής αγωγής τού φύλου τους
πού δολοφονεί τά λαχταρίσματα τής ελευθερίας  τής επιθυμίας, τής φαντασίας τους,
στήν άκρη τού δρόμου 
μέ τά μυαλά τους καμμένα 
τά κορίτσια ασχήμαιναν 
μάταια περιμένουν νά τά στροβιλίσει ό έρωτας, 
ό έρωτας πού δέν ξέρουν 
ό έρωτας πού φοβούνται, 
στήν άκρη τού δρόμου 
τά άσχημα πιά κορίτσια 
αναπολούν σιωπηλά τήν ομορφιά τών ονείρων τους πού έγινε παρελθόν, 
μέ τίς ζωές τους επιταγμένες από τά κλισέ τής πραγματικότητας,
τά κλισέ 
αυτά τά σκουλήκια πού δουλεύουν καθημερινά καί ύπουλα 
τρώγωντας τά σωθικά τού θεριού, τού Έρωτα, 
ακολουθούν μέ τό βλέμμα τους νά κοιτάζει τήν άσφαλτο 
τούς νταβατζήδες τους,
πού παριστάνουν τούς καμπόσους στούς ρόλους τού συζύγου, τού συντρόφου, τού εραστή,
τά κλειδώνουν στούς τέσσερις τοίχους 
σ αυτή τήν επικράτεια τής συντροφικότητας ή τής οικογένειας, 
τά ξεψυχούν βιάζοντας τα μέ λογικές ηλίθιες 
καί τά ταίζουν κάπου κάπου μέ πουτσοαποφάγια,
στήν άκρη τού δρόμου 
πέρασα προχθές από εκεί 
δέν υπάρχουν πιά κορίτσια 
κοντοστάθηκα, άναψα τσιγάρο κι αναρωτήθηκα
πώς γίνεται 
αυτά τά Κορίτσια 
νά πετάξουν τόση Ομορφιά 
γιά νά γίνουν αποδεκτά από τόση Ασχήμια….

Ανοιξιάτικες συνέχειες ερωτικής ποίησης…..όταν ή μαγιάτικη νύχτα σκοντάφτει άυπνη στή νηφαλιότητα στιγμών ρουφηγμένης ερωτισμοπάθειας καί νόστου γιά παλφάζουσες συνευρέσεις,πού οί σταγόνες τού ιδρώτα τους,ειρωνεύονται τήν άνυδρη ανακυκλούμενη κανονικότητα τής ηλιθιότητας πού από τά αυτιά της ξεχειλίζει ή βαρύτητα τής ασυνάρτητης ratio…..

* Aπό τό FUCK OFF long poem, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Από τα “χαρτάκια”

κάποιος που βιάζεται πολύ
για να καθυστερήσει

*

[ένας μετρ του είδους του, δίχως αντικείμενο πια]

*

μια βλαβερή συνήθεια
που εφηύραν οι πρωτόπλαστοι
για να χωνέψουν το μήλο

*

ένα “γιατί”
δίχως ίσκιο

*

το θηλυκό νιαούρισμα που απόψε σε τρελαίνει

*

αυτό που συνεχίζει απτόητο
μόλις σε ξεπαστρέψει

το ροδοπέταλο του συνειρμού
-λέμε τώρα-

*

ο περιβόητος “καθ’ ύλην αρμόδιος”
[σε αυτόν να τα πεις]

*

μία ευχή που είθισται να λειτουργεί ως κατάρα

*

το “έτσι απλά” της μοναξιάς

*

ή τα φτερά του μουσικού
καψαλισμένα απ΄ τα ωδεία

*

μια άδεια πενθήμερη
που ακόμα να τελειώσει

*

η ταραγμένη δίψα σου
για περισσότερο χρόνο

*

[και να σκεφτείς πως κάποτε
αυτό το spleen
αρκούσε]

*

ας αλλάξουμε ρέμα

*

χιονίζει σπάνια στην Αθήνα
εσύ φταις

*

υπό άλλες συνθήκες
το στήθος σου
θα διδασκόταν στα σχολεία

*

ας είχαμε ο ένας το άλλον
όσο μπορεί να έχει
κάποιον
κανείς

*

άλλη μια μόνη μοναξιά

κι εσύ
που “αξιοπιήθηκες καταλλήλως”

*

δεν με αναγνωρίζω πια

τα μάτια μου
δύο διαβητικοί αχθοφόροι

*Από τη συλλογή “χαρτάκια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτης 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Καλά Χριστούγεννα

Χριστούγεννα
κρατούμενοι
σ΄ανήλιαγα κελιά
θα κόψουν την πίτα
την Πρωτοχρονιά
ο ευρών αμοιφθήσεται
θα έχει διπλή μερίδα
φαγητό και γλυκό
μια βδομάδα απαλλαγή
απ΄τις αγγαρείες.

Χριστούγεννα
κρατούμενοι
σε μικρά δωμάτια
σε απρόσωπες πολυκατοικίες
άνεργοι και μη
φτώχεια, εξαθλίωση.

Χριστούγεννα
σε κελιά ή δωμάτια
μικρή η διαφορά
η φτώχεια
μηδενίζει την ελευθερία
την ώρα
που ο πλούτος κομπάζει
και επιδεικνύεται.

Αντώνης Στασινόπουλος (1957-2015), Οκτώ ποιήματα

Εποχών Διαδοχή

ΚΑΙ Η ΒΡΟΧΗ η φθινοπωρινή πέφτει
το χώμα αναδύει χρωματισμένες ευωδιές.
Μαζί και τα καφεκίτρινα φύλλα των δέντρων πέφτουν.
Σώματα γυμνά.

Η μελωδία ακούγεται
καθώς τα φύλλα παρασύρονται
στου ανέμου την απανωτή πνοή.
Εποχών διαδοχή.

***

Εικόνες

ΜΗΝΥΜΑΤΑ διακριτικά στον αχό της αυγής,
αναλογίζομαι την πραγμάτωση των ονείρων μας
αλαργινή στιγμή,
τα όνειρα ταξιδεύουν στην αστροφεγγιά
Ο νους τρέχει
κρουνός εικόνων.
Ο γλάρος κάνει ελιγμούς πάνω από το τρεχαντήρι.

***

Αιωνιότητα

ΕΚΑΝΕ δύο τρεις γύρους
ήρθε και κάθισε στο χέρι μου
μια πεταλούδα,
βαθύ το μπλε επάνω της
λες και την είχε βάψει ο ουρανός.
Το πλάσμα αυτό με το ανυποψίαστο πέταγμα
πλησίασε έναν άνθρωπο
για μια στιγμή.
Πόσης διάρκειας;
Απροσδιόριστο.
Ίσως μια αιωνιότητα.

***

Δέσμιοι

ΠΥΡΑΚΤΩΜΕΝΗ η ζωή μας
και δεν τολμήσαμε το άλμα
την υπέρβαση του εαυτού.
Φοράμε ακόμα τα προσωπεία
κατοχή ψυχής.
Κρατήσαμε στερεότυπους ρόλους
αρνούμενοι τη λύτρωση του αυτοσχεδιασμού.

***

Διάχυση

ΠΡΩΙΝΟ
τα πουλιά καλημερίζουν τον ερχομό της ημέρας
το φως απλώνεται
με τα λιγοστά σύννεφα θα παίξει κρυφτό ο ήλιος.
και εμείς τελούμε
τις πράξεις που διαχέονται στου χρόνου το πέρασμα.

***

Ομίχλη

ΞΗΜΕΡΩΜΑ
ομιχλώδες τοπίο.
Αχνοφαίνονται τα δέντρα και οι κορυφές των βουνών
στα σοκάκια του χωριού οι πρώτοι διαβάτες της δουλειάς.
Ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στην παγωνιά,
σου φέρνει ρίγος.
Ομιχλώδεις και οι σχέσεις.
Διστακτικά τα βήματα.

***

Ακατανόητο

ΚΑΘΟΣΟΥΝ με απλανές βλέμμα
σαν να χανόσουν στην απεραντοσύνη του κόσμου,
σιγυψιθύριζες
αλήθεια
το παραμιλητό σου σε συγκλόνιζε
σαν να ήθελες να ονοματίσεις το ακατανόητο.
Σε τι ταξίδια χάνεται ο νους σου;
Ποια μέρη απάτητα επισκέπτεσαι;
Κρυφά είχες φύγει
να μην τρομάξεις τα πουλιά.

***

Αστέρια

ΟΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ αόρατοι διαβαίνουν.
Ίσως αναζητούν ένα χαμόγελο στην κίνηση του κόσμου.
Πουλιά ξενιτεμένα.
Τις νύχτες μένουν ξάγρυπνοι
με τα άστρα συντροφιά.
Ίσως σ’ ένα από αυτά να βρίσκουν το ταίρι τους.
Ίσως σ’ ένα αστέρι να φαντάζονται την ιδανική τους πόλη.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα


ΑΚΙΝΗΤΟ ΚΙΝΟΥΝ

Ανατρέμουν πάνω στις πυκνές φυλλωσιές
φθόγγοι γαλανοί του αέρα·
ανάσες που η δροσιά θεσπίζει με μια αγαλλίαση λαμπρή.
Πού νομίζεις σώθηκε η ζωή;
Όταν ο τρόπος του νερού την έκανε ν’ ακούγεται πιο σίγουρη
με το αρχαίο μυστικό της, μουσικής διαδεδομένο..
Πεταλίδες πάνω στον θαλάσσιο βράχο
θρύβονται, μέσα στο δρολάπι του καιρού·
επάνω τους σωρεύεται το κέλυφος του αιώνα
κι οι μέρες που έριξαν σαν ένα ταιριαγμένο του αφρού τραγούδι
που ακίνητο κινείται τώρα μέσα στους αιθέρες..
Αναζητάς το σωματίδιο του θεού- λες και ο νόμος
του αοράτου θα σου υπακούσει-
βαφτισμένος στο φως
του ακίνητου κινούντος τις επιταγές εξαργυρώνεις-
βρίσκεσαι τώρα ν’ αναζητάς «εαυτόν!»
Από τα μέσα της έχει διάρκεια η νύχτα:
ωραία σιωπή που απλώνεται κι όνειρα πέφτουν κάθετα
μες το αβυσσαλέο στόμα του αποκοιμισμένου χρόνου..
Κι εκείνο το ανεξερεύνητο κινούν που άγνωστα ακίνητο είναι
αξίζει όλα τα λεφτά!
Μιας και μονάχα αυτό διαβάζει
θεό
μέσα στην κάθε γύρω μας κρυμμένη μουσική!

2007

***


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ…

Κάτι πολύ υπάκουο, κάτι
ξεχασμένο
ανάμεσα στις μέρες, αναγκασμένο
να σιωπά
και να σώνεται κάτω από μια μικρή ηλιαχτίδα
που τρύπησε την σκεπή του ουρανού.
Το διαβάζω τώρα που ξέρω καλά να κρατώ
τον ρυθμό της ζωής μου, είναι
μηδενικό
και άπειρο,
απαρτίζεται
απ’ όλους τους αριθμούς
και ορατό από τον ύπνο μου είναι-
σαν όνειρο
ή σαν καθρέφτης που θα ξόδεψε όλες τις μορφές και
λίγο έλειψε να ακυρώθηκε τα είδωλα αναπαριστώντας και απουσία τόση.
Στην πίσω αυλή, στο παλιό σπίτι, που
την νύχτα
το φυλούν νυχτερίδες
και
μία εκατόφυλλη τριανταφυλλιά
σκαρφαλώνει
ψηλά
ως του παραδείσου τα μέρη.
Τώρα,
όπως βιβλίο μες τα χέρια μου που αποστήθισα
μικρό παιδί
το Ποίημα
μελαγχολικό και αέρινο, τρέμει
και δεν είναι λέξεις που παρέσυρε ο άνεμος, δεν είναι
σκέψη που μόλις λίγο και πριν έτσι έκανα, δεν είναι
οσμή μιας πραγματικότητας που με συνέλαβε
να ενορχηστρώνω
τα γλαφυρά τραγουδάκια μου
το Ποίημα
γέννημα θρέμμα των αγγέλων και
επουράνια κτήση..

Δεκέμβρης 2017

*Τα ποιήματα και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή http://stratisparelis.blogspot.com

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ ΞΥΛΟ

Χάραμα – Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα – Καρέκλες – Τραπέζια – Από λόγια βαριά – Μεθυσμένα – Βαριά σαν την πέτρα -Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα – Κανείς δεν ξέρει από ποιον -Σε ποιον προορισμένα – Καμιά σημασία αυτό για κανέναν -Μπαίνουν όλοι στη μέση — Μπαίνουμε κι εσύ κι εγώ μεθυσμένοι – Ημασταν καιρό με μια αγάπη χαμένη – Ρίχνουμε ξύλο πολύ -Απελπισμένοι – Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα – Από λόγια βαριά μεθυσμένα – Βαριά σαν την πέτρα – Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα –

***

ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ ΣΤΗ ΣΤΕΝΗ

Δυο κλεφτρονάκια – Μην τρελαθούνε στη στενή ακίνητα-Αποστακτήριο φτιάχνουνε για τσίπουρα – Από τις φλοίδες φρούτων – Εναν κουβά – Μια κατσαρόλα που μπάσαν’ από τη μάνα του ενός στα επισκεπτήρια — Δηλώνοντας στον τρίτο τους τον σύντροφο – Αν μπουρλοτιάσει τουλάχιστον καήκαμε από τσίπουρο-Παρασκευής μας στη στενή – Θα το ονομάσουμε – “Ποινή” – Καιρό μετά – Σε ένα χυμένο οινόπνευμα – Σε εξέγερσης φωτιά -Οι εμπνευστές του αποστακτήριου μπουρλότο από στραβή -Μα-φιόζων στη στενή – Που για άλλους πήγαιναν – Από αρμόδια Αρχή ~ Για ένα άτυχο συμβάν ανακοινώσεις μοναχά – Μια ΕΔΕ για των φυλλάδων τα ψιλά – Πώς βρέθηκε αποστακτήριο σε κελί-Πώς κάτω από τη μύτη τους κυκλοφορούσε τσίπουρο “Ποινή” — Δυο κλεφτρονάκια — Μην τρελαθούνε στη στενή ακίνητα —

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Μάρτιος 2016.

**https://alitispress.blogspot.com

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

DEBATE

Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης
Οι πολιτικοί με τις μαύρες κουκούλες
Κοιτούσαν τον ουρανό περιφρονητικά
Μιλούσαν στα πουλιά με υπονοούμενα
Ασελγούσαν στις σταγόνες της βροχής
Αποκεφάλιζαν τους αόρατους εχθρούς
Στο πάνελ κι ο ετεροθαλής τους εαυτός
Χρόνια βουτηγμένος στην παρανομία
Μ’ ένα χοντρό παλτό Σεπτέμβρη μήνα
Στήνεται μπροστά από τα μικρόφωνα
Κι υπερασπίζεται τη δήθεν δημοκρατία.

Κι οι ψηφοφόροι με τα κομμένα χέρια
Εξαπατημένα πουλιά του καλοκαιριού
Πατώντας κατά λάθος το τηλεκοντρόλ
Άρχισαν να πετούν πάνω απ’ το στούντιο
Αφήνοντας στα κεφάλια των πολιτικών
Μια τεράστια διαπλεκόμενη κουτσουλιά.

***

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Διατηρητέο «σπίτι» στην κόλαση
Δίπλα μαγαζί μ’ ερωτικά βοηθήματα
Σε όποιο και να μπεις θα αμαρτήσεις
Ουρανοκατέβατος πέφτω στη λίμνη
Τζάμπα μάγκας του γλυκού νερού
Με περιθάλπουν κάτι τυφλά βατράχια
Ξεπλένομαι απ’ τις αρχαίες αμαρτίες
Και βγαίνω εξαγνισμένος στη στεριά
Με βουτάει απ’ τα μαλλιά το φεγγάρι
Και με εκτοξεύει ξανά στην κόλαση
Μπαίνω στο πρώτο ταξί ρακένδυτος
Ο οδηγός μού δίνει ένα ροζ βιβλίο
Ανάβει στριφτό τσιγάρο και ξεκινάει.

«Όχι από δω, όχι σ’ άλλα μπουρδέλα
Στρίψε δεξιά για το σπίτι του Θεού».

***

ΠΡΟΣΕΧΩΣ

Προσεχώς είδη καπνιστού
Φουγάρα πιθανού καρκίνου
Ντουμάνιασε ο πεζόδρομος
Στριφτά βήματα θανάτου
Καταπατούν ένα χαρτάκι
Το σαλιώνω μετά μανίας
Σαν στερημένος φαντάρος
Κάνω κυκλάκια αυτογνωσίας
Η δύναμη του να υπάρχω
Αποτυπώνεται σε μια τζούρα
Φιλοσοφική ματαιοδοξία
Άλλωστε τι έμεινε πια ζωντανό
Εγώ κι ένας φύλακας στη γωνία
Να με παρατηρεί που ρουφάω
Το φεγγάρι από απόσταση
Κίτρινα δάχτυλα γερασμένα
Ψηλαφίζουν την αθανασία
Φτιάχνω τασάκι από εφημερίδα
Τα φρέσκα νέα στην κάφτρα
Κι η επανάσταση έγινε στάχτη
Όλα αυτά μπροστά στη βιτρίνα
Του ανακαινισμένου μαγαζιού.

Προσεχώς είδη νοσοκομείου.

*Από τη συλλογή “Προσεχώς” που περιλαμβάεται σο βοβλίο “Υπό το μηδέν”. Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2017.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ηλιακό

Όπως σε είδα σήμερα―
κι είχες ένα ρόδο στο στήθος σου!
καθυστερώντας εγώ
σε κοίταζα, όχι για το ρόδο.

Εσύ μου χαμογέλασες
προσπερνώντας, διέσχισες ανέμελη
την κοχλάζουσα άσφαλτο
κι εξαφανίστηκες στον ίσκιο
μιας πολυκατοικίας.

Ο ήλιος θριάμβευε.
Δεν προχώρησα άλλο.
Περιγέλασα τα πλάνα μου, διακαώς
επιθυμώντας να μαραθώ.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Ρένα Αβαγιανού, Το ορατό του αόρατου

Τρικυμίας απόσπασμα

Η ορχήστρα γδύθηκε τα κόκκινα συντρίμμια,
καθώς κοπάδια βιολιστών κατευόδωναν σπασμένα κοχύλια.
Λευκή πληγή στα μαλλιά
και πολύχρωμο αίμα στον βοριά.
Πέτρινα φιλιά και μια κραυγή
που εκπυρσοκρότησε στα χέρια μου.
Ιδρωμένα φεγγάρια ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες
–καίνε τ’ αστέρια στο κρεβάτι–
Στον κήπο φυτρώνουν αναμμένα κεριά
και ματωμένο χαμομήλι.
Αυτή την άνοιξη αποκλειστήκαμε απ’ το χιόνι
–η αγάπη μας τέσσερις μήνες βαρύς χειμώνας–
Στο καφενείο κολυμπάνε βελούδινα ψάρια
και το τηλέφωνο δεν σταματά.
Σταγόνες βροχής είναι τα ποιήματα
και εσύ μια τρικυμία

***

Η σκάλα

Υπάρχει μια σκάλα
που οδηγεί
τ’ αγέννητα παιδιά
κατ’ ευθείαν στον ουρανό.
Αυτή η σκάλα εικάζεται
ότι έχει κατασκευαστεί
από Κύκλωπες,
–μια ιδιαίτερη φυλή με τρία μάτια–
Το πού ακριβώς καταλήγει
αποτελεί μυστήριο.
Όσοι άλλοι δοκίμασαν ν’ ανέβουν
φτάνοντας στα μισά έπεσαν
και σκοτώθηκαν.
Μονάχα τ’ αγέννητα παιδιά τερματίζουν.
Ο θρύλος λέει πως οδηγεί στον παράδεισο.
Όμως ποτέ δεν κατάλαβα γατί,
στάζουν αίμα τα σκαλοπάτια της
και στον αέρα υπάρχει διάχυτη
μια μυρωδιά θεϊκής σήψης

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Ηρώ Νικοπούλου, Κούρος σε κίνηση πρώτη

ΟΙ ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ των πολυκατοικιών
χώροι ανυπεράσπιστοι.
καθώς ενώνουν
τα πίσω κρυφά τους μέρη,
μοιάζουν σαν αγκαλιά ματαιωμένη,
στο χρόνο ακίνητη.

Αιώνια χαιρετώντας το άπιαστο
τον άνοικο που δε χώρεσε
να κατοικήσει.

***

ΤA ΒΡΑΔΙΑ του ξημέρωνε
σε ξένους ύπνους,
έπινε γαλήνη αδικαίωτη
στα μπαρ.
Δωμάτια παραβίαζε
με μανία
με φουρκέτες
με σουγιάδες.

Έψαχνε παντού
για το ουράνιο τοξο
που του τάξανε.

***

ΑΝΕΒΑΣΕ το λεπτό της σώμα
στα χέρια
μέχρι τον έβδομο,
έσπρωξε με το γόνατο την πόρτα.
Ο φωτισμός ήταν αλλιώτικος
απ’ ό,τι ήξερε.

Συγνώμη, πήγε να μουρμουρίσει,
μα τον πρόλαβε μια φωνή
από το βάθος.

Λάθος, κύριε,
είστε σε λάθος νεκροθάλαμο.

***

ΤΟΝ ΕΙΔΑ ένα βράδυ
μέσα απ’ τις γρίλλιες,
για να γράψει ένα ποίημα
έμπηξε ένα καρφί
στον απέναντι τοίχο
και περίμενε
να γυρίσει ο πόνος
πίσω σ’ εκείνον.

***

ΠΗΡΑΝ τη σιωπή του
για ευτυχία

κι έτσι τον άφησαν αβοήθητο.

***

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Άσ’ το
θα βγει μόνο του
καθώς η ωραία στιγμή
σε λάθος ώρα.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.