Αποστόλης Αρτινός, Δέκα μικρά ποιήματα

σαφέστατα μιαν άλλη εποχή
πιο μακρινή απ’ αυτή την αυγουστιάτικη νύχτα
τα ποιήματα θα γράφονται σε πιο απλό επίπεδο

στο μεταξύ προσέξτε αυτούς τους ατημέλητους ρυθμούς
διασκορπίστε τους
και διασχίστε ήσυχα τη βία της αναμονής τους

***

η βροχή γδέρνει τα χώματα
έβδομη η ημέρα

το πρόσωπο πεινασμένο από τον ύπνο
θηλάζει στα χείλη της κογχύλης

η καρδιά αισθάνεται την ροή

τόπος βροχής
αθόρυβη η ώρα
προς όραση

***

έστρεψα το νοτιά

να υγράνει τη φωνή σου

έστρεψα το νοτιά

***

στη σιωπή το σώμα του απογεύματος
το χέρι αποδίδει τη σκιά του
ο αέρας αισθητός

***

το πένθιμο σώμα χάθηκε
η γλώσσα επινόησε τη νοσταλγία

***

καταγωγή ήταν η ήττα των γραμμάτων

στην ανορθόγραφη σκιά
και πριν αρθρώσω το κενό
στον τρόπο του πληθαίνω

***

ημέρες πεθαμένος
στον αφρό των στίχων

το μνήμον φως
είναι σωστό να ψηλαφείται

***

αυτή η γλώσσα στη γωνιά του παραθύρου
αυτή η νύχτα

τις ιδέες μόνο
όχι τα δάκρυα

***

φιλιά και φύλλα
δίχως άνεμο

***

το βράδυ πέφτει
δεν αντέχει άλλο
ακολουθήσαμε

κανένα τοπίο δεν είναι υπαρκτό

*Απο τη συλλογή “Στην άλλη άκρη της μέρας”, Εκδόσεις Bibliotheque 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

Το φιλμ της Ιστορίας

Θάρρεψαν κάποιοι ισχυροί
πως θα πάρουν εκδίκηση
απ΄αυτούς που πάλεψαν
για οξυγόνο
αξιοπρέπεια
φωνή
είπαν “ήρθε η ώρα τους,
τώρα θα τους τσακίσουμε”
βρήκαν κι αρκετούς
πρόθυμους Εφιάλτες
να κάνουν τη βρώμικη δουλειά
μα πόσο είναι μύωπες
τι άγνοια της Ιστορίας έχουν
η νίκη τους είναι προσωρινή
αν το καταλάβαιναν
δεν θα πανηγύριζαν τόσο
το δίκιο των πολλών δεν νικιέται
η αδικία κι αν γίνει νόμος
σύντομα θα καταργηθεί
η Εργασία θα αντεπιτεθεί
και η νίκη της θα είναι τώρα
ακόμα μεγαλύτερη.

***

Δρομολόγιο

Ο ήλιος ανέτειλε
ένα παιδί ξεκίνησε
το δρομολόγιο της ζωής του
κοίταξε πρώτα να μάθει
να σπουδάσει τη ζωή
δίπλα σε καλούς δασκάλους
το έπιασε το μεσημέρι
κοίταξε να εφαρμόσει
αυτά που έμαθε
σ΄αυτά που λένε
πως είναι ο προορισμός του ανθρώπου
δουλειά
οικογένεια
περιουσία
το έπιασε το βράδυ
κάθισε να κάνει απολογισμό
και είπε
“πόσο γρήγορα πέρασε η μέρα”
αναστέναξε πικρά
και ξάπλωσε να ξεκουραστεί
για πάντα.

Luka “Lesson” Haralampou, I will speak

I WILL SPEAK
⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until everything I’ve ever said becomes a myth
until my words are stolen
twisted
and mixed
and used as an anonymous crutch
for those who are broken ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
or the tell their children
that they can still weave tapestries
into the eye of the sun
if they want to ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until my door is flooded with calls
to stand at the front line
and be arrested next to people I do not know
but will treat as my family ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
…even on that day ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until my lungs are calcified
placed into jars
and used as book-ends in a foreign library
or my tongue is a paper-weight
on a rich man’s desk ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until I’ve learned to make a whisper
feel like a tonne of concrete ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀
I will keep building these shelters
I will keep framing these war-torn walls ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
I will speak phosphorus
I will speak permanence ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀
I will speak
I will keep speaking⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
⠀⠀⠀⠀
⠀⠀⠀

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

Terrace

Στα βόρεια αποκοιμήθηκα
κοιτώντας καμινάδες.

Τέλειωσαν τα εφόδια.
Δεν έχω λέξεις αιχμηρές για να χαράξω
μπετό, γυαλί και φύλο.

(Έχω καιρό μα)
ασύνετη η παράταση
έτσι αργά καθώς κυλούν
οι ώρες στην αρρώστια.

Βρυξέλλες 2010

***

Ψυχροαίμα

Δέσμες φωτός. Θα αρχίσουν ανακρίσεις.
Βιβλία κραδαίνουν χαρτοκόπτες. Χθες βράδυ
τραυματίστηκα στην άκρη μιας σελίδας.

Τα ράφια που καρφώνονται στον τοίχο –
σημεία είναι κρούσης ή καρδιακοί παλμοί;

***

Χωρίς αρθρώσεις

Ν’ απλώνονται μπροστά μας
ταριχευμένες αμμουδιες
κι εκτάσεις σκόνης.

Να σκάβει η υγρασία
με τις οπλές τη γη –
ασκέρι αρπαχτικών
να σε φοράει στέμμα.

Έτσι όπως παραδέρνεις
από χαρτί και χέρι ξεγραμμένος
να τριγυρνάς μονογενής
με τσέπες αδειανές από κουκούτσια.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα΄”, Εκδόσεις Θράκα,

Γ. Σ. Αλεξάνδρου, Δύο ποιήματα

Κύκλος

Ακουσίως πεσόντες.
Θρήνοι.
Χαλκευμένα παράσημα.
Εορτές.
Αφελείς ιαχές.
Θάνατος.

***

Τα νέα

Φθηνό παρελθόν.
Πανάκριβο μέλλον.
Νοικιάζεται λέει.
Το παρόν.
Και πέταξα την εφημερίδα.

Θεόδωρος Στασινόπουλος, Ζωφόρος

Ι

α

Μέσα μου η Μνήμη της Θάλασσας
μαύρες πλεξούδες και κόκκοι της Άμμου
Ζωή που ζυμώσαμε μα δε γευθήκαμε

β

Μελέτη των Σημείων των Άστρων
στους Καιρούς των Ομοιόμορφων Πινάκων
είμαστε Πρόσφυγες, χωρίς διαπιστευτήρια

ΙΙ

Μέσα στο πλήθος
με τη μαυρομάλλα αγκαλιά
αιρετικά άσματα απαγγείλαμε
προσεγγίζει η ηχώ:
αφορισμών και μετάλλων

ΙΙΙ

Εσύ,
φυλακισμένη Αγιογραφία
σε Άυλον του Νου Ναόν

Ανταύγειες των Λύχνων
από την πλευρά της Κρύπτης
Συσσωρευτές του Χρόνου
πεπέρασαν το Χρόνο.

IV

Αράχνης Ιστοί στους λεπτοδείκτες
των Ενδόξων Σταθμών
στις έρημες Αίθουσες αναμονής
τα σκονισμένα Αμπέχωνα.
πλάθω με τον Νου
τη βοή των χαμένων Ανέμων

V

Στην Ομίχλη κινούμενοι ίσκιοι
θραύσεις Αγγείων Σπονδικών
στοίχισις στίχων εν’ στοίχοις
Έλλειμμα Σίτου
περίσσια Μετάλλου
Τρωάδες!!!

VI

Περιηγούμαι του φθινοπώρου τους κήπους
συλλέγω τα θραύσματα
τα αποκαΐδια των κωδίκων

Γυναικεία Στήθη
και τρίγωνα ηβικά
στο χλευασμό των Ιερόσυλων

VII

Νυχτερινές επισκέψεις
λιπόσαρκων μορφών
οσμές αιθάλης
Πολιορκούμε τις φρουρές
με τους διάφανους λίθους
των Λόγων μας,
την ξηρασία των Τοπίων
καταργήσαμε

VIII

Μετά την καταιγίδα
απομείναμε μόνοι
η αφεντιά μου,
της εξόριστης Αγαπημενης η μορφή
και το Κρανίο του Άμλετ

Κάτω από τα Φώτα της Πόλης
η παράσταση συνεχίζεται

Παραμένω αθώος

IX

Ευωδία των Ροδανθών
κατά το υγρό πρωινό
στο Σχεδιαστήριο
το διάφανο κορμί σου
σημείο Στίξης
μιας αρμονίας συμπαντικής
Λευκά Γλυπτά στα βάθη
των μεγάλων Οριζόντων

X

Συνυγραίνονται
χείλη Ανθρώπων και Προτομών
μεταβολή χρωμάτων στις Λυχνίες
Καταρρέουσες του Αστυάνακτος οι Οπτασίες
διελύθησαν των Τηλεβόων οι μεμβράνες

ΔΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ
Ο ΣΙΣΥΦΟΣ ΑΠΕΔΡΑΣΕ!!!

*”Ζωφόρος”, Εκδόσεις Κέλωρ, Καλαμάτα 2013.

Ερίνα Εσπιρίτου, Τέσσερα ποιήματα

Με πέντε φωτογραφίες του Άγγελου Μπαράι

Ο Έρωτας

Ο έρωτας δεν ρωτά
Δεν ζητά το λόγο ευγενικά
Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά
Δεν υπολογίζει λογικές
Ζει κάτω από χόρτα ξερά
Έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά
Μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου

Ο έρωτας έρχεται
Σκαρφαλώνει στα πόδια σου
Τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου
Κατακτά τα φρούρια
Σπάει τις πανοπλίες
Σε γυμνώνει
Σε αποτελειώνει
Σε συνθλίβει
Σε αφήνει μόνο

***



Λευκή Σελίδα

Λευκές κόλλες χαρτιού
λόγια χιλιοειπωμένα
για την αγάπη, τον έρωτα, το πρώτο φιλί

τις σταγόνες και τον ήχο της βροχής
την αλμύρα της μάγισσας θάλασσας
του ποταμιού την αδιάκοπη ροή

το γυναικείο κορμί που διψά
το λάγνο βλέμμα που σε μεθά
το άρωμα στα τσαλακωμένα σεντόνια
κι ένα κενό μαξιλάρι
το τυχαίο άγγιγμα
την πείνα της σάρκας
τις μύχιες σκέψεις
τα υγρά μάτια
τις κομμένες ανάσες
την απουσία
την σκέψη που οργιάζει
τα αδάμαστα όνειρα
το νου που ταξιδεύει

το σημαδεμένο χαμόγελο που στάζει γλύκα
το παιδί, που ζει ακόμα μες τα χαλάσματα της τύχης του
την παλιά γειτονιά
τους άγνωστους περαστικούς που βουίζουν σα μελίσσι
τους αδικοχαμένους φίλους που προσμένουν το δάκρυ
τις χαμένες πατρίδες να στέκουν γυμνές
κάτω από αχόρταγα βλέμματα
τα ξεθωριασμένα ιδανικά
το άγνωστο μέλλον που τρέχει πάντα ένα βήμα
πιο γρήγορα από σένα
το προκαθορισμένο τέλος

πώς να γεμίσεις μια σελίδα με φως
πώς να γιατρέψεις μια πονεμένη ψυχή
πώς να δαμάσεις έναν ανήσυχο νου
πώς να χορτάσεις τις ορμές

***

Ένα ματσάκι άρωμα

αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο
θα το έκανα σήμερα για να σου φέρω ζεστό καφέ
και να σου πω από κοντά μια καλημέρα,
ύστερα θα περπατούσα στην πόλη σου
στους δρόμους σου
θα άγγιζα τις εικόνες των ματιών σου
και θα ’κλεβα από μια γλάστρα
ένα ματσάκι άρωμα
για να θυμάμαι στην επιστροφή
αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο
θα ’μουν τώρα μια ανάσα από τα χείλη σου

***

Απώλεια Συχνότητας

Εσύ στρώνεις το κρεβάτι του πάθους
Και εγώ το καλό τραπεζομάντιλο
Απλώνεις τις επιθυμίες σου
Εγώ τα πιάτα από πορσελάνη
Είναι αγορασμένα με αγάπη
Θυμώνεις με τις αρνήσεις μου
Εγώ με τα θέλω σου
Βουτώ και βγάζω κοχύλια
Εσύ θησαυρούς
Φτιάχνω χαρταετούς
Πετάς με τα φτερά σου
Κι όταν κοιτώ τα άστρα
Έχεις στην αγκαλιά σου μια σελήνη
Ευτυχώς ακούμε μουσική
και ονειρευόμαστε σε διαφορετικές συχνότητες

*Από εδώ: https://meanoihtavivlia.blogspot.com.au/2018/02/blog-post_22.html?spref=fb

Στρατής Φάβρος, κι έπειτα η ζωή

Δεν έχει τίποτα νόημα μόνον το ηθικό χρέος στα παιδιά
κι έπειτα η ζωή, η ζωή μοναχά, μέσα στην ποίηση

Απεχθάνομαι τις μικρές και τις μεγάλες δουλειές
τις αποτυχίες και τις επιτυχίες

μια μελισσούλα σε ένα λιβάδι με μαργαρίτες
να μην υπάρχει αυτή η ανάγκη για νόημα
ή για εργασία ή θρησκεία ή θάνατο

θυμάμαι την εντύπωση του χειμερινού
θαλασσινού νερού
στα μάτια και στα ρουθούνια

αυτό ακριβώς είναι ζωή

*Από εδώ: https://stratesfabbros.wordpress.com/2016/04/10/%CE%BA%CE%B9-%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%B1-%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE/

Δημήτρης Βούλγαρης, Σημείωση 1

Επιστροφή.
Στην πόλη με το θλιμμένο πρόσωπο.
Αυτή τη φορά μόνος.
Το ίδιο τρένο. Το ίδιο δρομολόγιο. Τα ίδια τοπία.
Μόνο που τώρα πια χειμώνιασε και το σκοτάδι απλώνεται νωρίς. Σκεπάζει τις εικόνες και δοκιμάζει τη φαντασία και τις μνήμες.
Ο καπνός ζεσταίνει το μέσα μου, καθώς βαδίζω στον κρύο σταθμό με το σακίδιό μου στην πλάτη. Κοιτώ την ταμπέλα που γράφει Θεσσαλονίκη. Ρίχνω ένα βλέφαρο στον ουρανό και σκέφτομαι με μπερδεμένα συναισθήματα.
Πάλι στα ίδια. Πάλι εδώ. Αυτή τη φορά με άλλα δεδομένα. Λειψός. Εσύ κάπου ξεχάστηκες. Έστριψες σε λάθος γωνία. Πήρες λάθος τρένο/ίσως πάλι να χάθηκες στο χρόνο αναζητώντας μια μάσκα ή μια προσωπικότητα. Μπορεί να είναι το ίδιο.
Περίπου πριν ένα χρόνο υπήρχαν όνειρα. Τώρα υπάρχει η ανάμνηση εκείνου του χειμώνα.
Θα αγοράζω σαλέπι και θα περιφέρομαι μόνος στην πόλη όταν το κρύο πιάσει για τα καλά.
Θα χαζεύω τη θάλασσα και θα ζεσταίνω τα χέρια μου με τσιγάρα και χνότα.
Θα συνεχίσω να πηγαίνω στα βιβλιοπωλεία και να μαντεύω τι θα έπαιρνες. Πολλές φορές στη φαντασία μου θα σου τα χαρίζω. Ίσως να τα αγοράζω και για μένα.
Θα συχνάζω στα ίδια στέκια κι εσύ θα κάθεσαι στο απέναντι τραπέζι, αλλά δεν θα σε φτάνω.
Θα βουλιάζω και θα πνίγομαι στο φλιτζάνι μου.
Θα με επαναφέρουν και θα είμαι τόσο μικρός.
Θα έχω μαζέψει τόσο που θα χάνομαι στις τσέπες του παντελονιού μου. Θα χρησιμοποιώ τα μανίκια μου για πετσέτα, να στεγνώνω τον βρεγμένο μου εαυτό.
Μετά θα φεύγω σκυφτός για να κρυφτώ ανάμεσα στις λέξεις και τα χρώματα. Βλέπεις η σχέση μου μαζί τους είναι αμοιβαία. Είναι επιλογή μου να με προδώσουν γιατί είναι εγώ. Όσο μπορώ εγώ να είμαι εγώ.
Ο χειμώνας προβλέπεται κρύος, χωρίς δέρμα.
Μόνος.
Τουλάχιστον πήρα ζεστά παπούτσια.
Τα πόδια μου με οδηγούν γοργά από τις σκάλες τουσταθμού στο δρόμο.
Ψιλά για εισιτήριο κι έφυγα.

*Από το βιβλίο “Κονστάνς”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2015.