Κώστας Δεσποινιάδης, από τη συλλογή “Ζέλμπα”


———————-

Δεν αξίζουν τον χαμό μας τα εγκόσμια

θρήνος και κοπετός
στους τέσσερις ανέμους
διασκορπισμένα δάκρυα
πληγές του σώματος

για ποιον, για τι
για λίγο φως

στα έγκατα της ύπαρξης

απεγνωσμένοι ήρθαμε
απεγνωσμένοι πάμε

τα μάτια σου, τα μάτια σου
μην μου τα ξανακλείσεις

Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός

Μια νύχτα θυμωμένος
με όλους
με όλα
με τον εαυτό μου
άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί
κι έπινα ξεροσφύρι
σε μια γωνιά
σ΄αυτό το δωμάτιο
που μου έλαχε να ζω
είδα όλη την ταινία
της ζωής μου απ΄την αρχή
ποιοί μου φταίξανε
σε ποιούς έφταιξα
βρήκα πως οι δικοί μου άνθρωποι
ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα
κι απ΄αυτούς
οι μισοί είχαν πεθάνει
φίλοι μόλις και μετά βίας
ένας- δυό
κι άπειροι γνωστοί
τα κατά συνθήκην χαμόγελα
οι γυναίκες με αγάπησαν
με σύμβαση ορισμένου χρόνου
κι ας τις αγάπησα για πάντα
φτωχός ο απολογισμός μου, σκέφτηκα
μα η φλόγα μέσα μου
ακόμα καίει.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΟΡΓΗ

Σηκώθηκες ορμητικά.
Σπίθες πετούν τα μάτια σου,
τα χείλη σου φωνάζουν,
το πρόσωπο σκοτείνιασε
και σμίξανε τα φρύδια.
Ηφαίστειο βράζει μέσα σου ο θυμός
και δεν θα σταματήσει,
όσο θα υπάρχει πόλεμος,
όσο θα υπάρχει φτώχεια.

***

ΘΥΣΙΑ

Δουλεύουν μπρος στη μηχανή,
μοιάζουν δεμένοι με σχοινί,
δεν γνώρισαν αργία.
Ήτανε λίγα τα λεφτά,
πολλά προβλήματα, καυτά
και βγήκαν σ’ απεργία.

Μέρες περάσανε πολλές,
κραυγές ακούστηκαν τρελές,
πείνα και προδοσία.
Οι δουλευτές δεν σταματούν,
πίσω δεν κάνουν, προχωρούν
και γίνονται θυσία.

Ζακ Πρεβέρ, Δύο ποιήματα

ΚΑΠΟΙΟΣ

Ένας άνθρωπος βγαίνει από το σπίτι του
Πολύ νωρίς το πρωί
Είναι ένας άνθρωπος λυπημένος
Αυτό δα φαίνεται στο πρόσωπό του
Ξαφνικά βλέπει ένα παλιό καταλογάκι τηλεφώνων
Σ’ ένα σκουπιδοντενεκέ
Το τινάζει λίγο και το φυλλομετράει μηχανικά
Μένουν τα πράγματα όπως είναι δεν αλλάζει τίποτε
Αυτός ο τόσο λυπημένος άνθρωπος
Λέγεται Μαλακίδης
Γι’ αυτό είναι τόσο λυπημένος
Φυλλομετράει
Φυλλομετράει συνέχεια
Κάποτε σταματάει
Στο γράμμα Μ
Φτάνει στη στήλη ΜΑ-
Τότε το λυπημένο βλέμμα του φωτίζεται
Γεμίζει από χαρά Κανείς
Πραγματικά κανείς δεν έχει το ίδιο όνομα
Είμαι ο μόνος Μαλακίδης
Ψιθυρίζει μέσ’ από τα δόντια του
Πετάει το βιβλιαράκι
Τινάζει και τη σκόνη από τα χέρια του
Και συνεχίζει πια
Περήφανος το δρόμο του.

***

ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΩΙΝΟ

Κανέναν δε φοβόταν
Τίποτε δε φοβόταν
Αλλά ένα πρωινό ένα όμορφο πρωινό
Του φάνηκε πως είδε κάτι
Όμως είπε «Δεν είναι τίποτε»
Και είχε δίκιο
Με τη δική του λογική χωρίς αμφιβολία
Δεν ήταν τίποτε
Όμως το ίδιο εκείνο πρωινό
Του φάνηκε πως κάποιον άκουσε
Και του άνοιξε την πόρτα
Μα την ξανάκλεισε «Κανένας είπε»
Και είχε δίκιο
Με τη δική του λογική χωρίς αμφιβολία
Δεν ήτανε κανείς
Και ξαφνικά φοβήθηκε
Κατάλαβε πως ήταν μόνος
Ή μάλλον όχι μόνος εντελώς
Και τότε είδε
Το Τίποτε μπροστά του
Αυτοπροσώπως.

*Από το βιβλίο “Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και ιστορίες”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2002. Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης.

Κατερίνα Γώγου, 25 Μαΐου

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα  
 
και θα βγω στους δρόμους  
 
όπως και χτες.  
 
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά  
 
ένα κομμάτι από τον πατέρα  
 
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα  
 
-αυτά που μ’ άφησαν-  
 
και την πόλη.
Την πόλη που τη σάπισαν.  
 
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.  
 
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα  
 
ίσα ολόισα στη φωτιά  
 
και θα μπω όπως και χτες  
 
φωνάζοντας “φασίστες!!”  
 
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες  
 
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο  
 
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.  
 
Θ’ ανοίξω την πόρτα  
 
και είναι -όχι πως φοβάμαι-  
 
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα  
 
και πως εσύ πρέπει να μάθεις  
 
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο  
 
χωρίς όπλα όπως εγώ  
 
-γιατί εγώ δεν πρόλαβα-  
 
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ  
 
“έτσι”  “αόριστα”  
 
σπασμένη σε κομματάκια  
 
από θάλασσα, χρόνια παιδικά  
 
και κόκκινα λάβαρα.  
 
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα  
 
και θα χαθώ  
 
με τ΄όνειρο της επανάστασης  
 
μες την απέραντη μοναξιά  
 
των δρόμων που θα καίγονται,  
 
μες την απέραντη μοναξιά  
 
των χάρτινων οδοφραγμάτων  
 
με το χαρακτηρισμό
-μην τους πιστέψεις!-  
 
Προβοκάτορας. 

Ζήσης Αϊναλής, Από τη “Μυθολογία”

Παίζοντας με τα χρώματα μηνός φθινόπωρο ουρανό
το μαύρο φίδι σάγμα
να σέρνεται στις λάσπες τη βροχή
να φτύνοντας τα δόντια σου φυτρώνοντας
πυρίπνοα λιοντάρια η χίμαιρα φίδι ουρά
που πίσω σου κοντά
μη φτάνοντας τα χέρια
μέσα στα σωθικά σου μάτια
γυρίζοντας που κλώθοντας
τ’ αδιάλυτα σκοτάδια
τροφή στα δόντια το κορμί
νύχια ξερνάς τα σπλάχνα

***

Τώρα τα κλάματα των χαμένων παιδιών
μέσα το δάσος που πέφτουν τα φύλλα
αδύναμες κραυγές μικρές παγιδευμένες
χορεύοντας οι σκιές τριγύρω που μεγαλώνουν τ’ άστρα
σκοτεινά πλάσματα το σκοτάδι κυκλώνοντας
αόρατα μάτια που να κυνηγώντας
ασθμαίνοντας οι φωνές πεθαμένοι κορμοί
τρεκλίζουν τα πόδια που ματώνοντας τη στιγμή
λαχανιασμένες αναπνοές κόβοντας την ομίχλη πυκνή
και μες το βάθος της λίμνης σκοτεινής
τ’ αντικαθρέφτισμα πνιχτή απειλή
και μες τα φύλλα τα πουλιά σιωπή
χειμώνας

***

Κρατώ τα μάτια μου ένδικα μες τον μεσόγειο χρόνο
μιαν όραση πολυπριαματική που μεγεθύνοντας τον πόνο
μιαν αίσθηση ιδιώνυμη οδύνης μες τον τόπο
κι έπειτα σύδεντρο σαλός καρνάβαλος ξωκλήσι σ’ ένα λόφο
τόσα χαμένα γυναικεία κορμιά ονείρωξη φαντάσματα
τα προσωπεία χρυσά
κι οι πέτρες μαύρες στίλβοντας έναν γιγάντιο ήλιο
κι οι αστρολάβοι θάλασσα να ξεδιπλώνοντας γοργόνες μες
τη νύχτα
το άδειο δέρας τζίτζικας καμένοι ελαιώνες
όπου κι αν πήγα όπου κι αν γύρεψα
κατατεμαχισμένος μόνος
ποια θαλασσα ποιο φως παραίσθηση κρατώ
τα μάτια μου ένδικα στον ενδοφλέβιο πόνο

*“Μυθολογία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2013.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Από τα “Εφημερόπτερα”

Αλίμονο!
δεν είναι πια
ένα επιπόλαιο καλοκαίρι.

Επίσημα καταδικάστηκε
σε ορυχείο
με ζώα εξόριστα
πικρά νερά
στείρα εδάφη.

Αλίμονο!
δε θα ξανακουστεί
το τραγούδι του δάσους.

***

Κανονίζουμε ωραίους περιπάτους…
Σε ουδέτερα φωτισμένους διαδρόμους
Όπου ράχες βιβλίων κηπουρικής γεμίζουν ράφια
Δίπλα στη νιοστή χιλιάδα “θρύλων” εγχώριων
[Άδειο καρότσι ο στίχος…]
“Τετράδια για τα παιδιά, θυμήσου εξάπαντος και το σαλάμι!”
Τρίξιμο κλειδιών στη μέσα τσέπη˙ τα μεγάφωνα δεν σταματούν
Να διαλαλούν τις προσφορές τους.

* “Εφημερόπτερα”, διαδικτυακή έκδοση 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη 2015.

Γιώργος Γέργος, .από μεγάλο ύψος

ποιος ο εαυτός μου
μέσα στα φθινόπωρα
να’ χει δικό του τάρταρο
εάν το επιθυμεί
ποιος ο εαυτός μου
να πέφτει
στα χέρια στα πρόσωπα
μεγάλο το κυνήγι,
να λέει:
χορτάσαμε
κι απόψε
χρήση.

*Από τη συλλογή “ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Νοέμβριος 2013.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ουρανός

Δώστε μας πίσω τον ουρανό!
(Γκέο Μίλεφ)

Την πατρίδα μας 

στον ουρανό

να χτίσουμε απ’ την αρχή

σπίτια κήπους χωράφια

να καλλιεργούμε

το στάρι το σταφύλι τα γράμματα
ξανά

κι’ ένα εργοστάσιο να δουλεύουμε

να παράγουμε χιόνι μαδώντας τις χήνες
ξανά

και τη δημοσιά να έρχονται

τα τσίρκα να μας ξετρελλαίνουνε

να φεύγουν να φεύγουμε

μαζί τους κι’ εμείς

(οι καλύτεροι από εμάς)

γι’ άλλους

πέρα ουρανούς.
.


Θ. Δ. Τυπάλδος, Στη δίνη της γιορτής

Χέρια που σε κοιτούν
Πάνω απ’ την πόλη που αχνοφέγγει λήθης εγκυκλοπαίδεια
Μπάτσοι της σαφήνειας
Κουρέλια ψιχάλας μιας βροχής από ασετόν
Οι μαστοί του φάρου που γαυγίζουν στο ακέραιο σιωπητήριο
μιας αλληλουχίας χρωμάτων
Πύργων κεκλεισμένων- περιστρεφομένων
Κλώθουν τα σταυροδρόμια της ακηλίδωτης προσμονής
Υπερεξουσία αγέννητη κορασίς
Ανέμων σχοινιά
Σε βατράχων πέδιλα λύνουν άλυτα σταυρόλεξα
Απαράμιλλη διακονία διαφημιστικής εκπόρνευσης του ιδεατού ιδεολογήματος
Προκαλεί αρρυθμίες και ζαλάδες στο ημερολόγιο που καπνίζει
Ήλιο τον ήλιο στο ηλιοτρόπιο ηλιοφωτίζει
Μεγαλώνει την ηλιοφάνεια που λιάζεται
Πάνω στις ταράτσες της αδηφάγας σαρανταποδαρούσας
Και πάνω στα φυτά μπονσάι
Κλαδεύουν τη χαρά μας παλαιολιθικοί κηπευτές
Μα πάντα αόρατοι θα στέκουμε μπροστά στους εχθρούς μας
Κι όμορφα θα καιγόμαστε στο ξύπνημα της κάθε νέας μας ημέρας

*Από τη συλλογή ‘Τα θολωμένα μάτια της στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούνιος 2016.