Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Επιστροφή

Επιστροφή σε δάση
Χειμωνιάτικα, κλαδιά
Γυμνά και κρύα.
Μοναξιά του αέρα
Ανάμεσα σε συστάδες
Δέντρων φυσά.
Αιώνες πριν
Η ζωή μεγαλουργούσε
Στα φυλλώματα.
Αιώνες πριν
Η καρδιά ανάσανε
Ευτυχισμένη.
Εύθραυστη ισορροπία
Η εποχική εναλλαγή
Των σταθερών ονείρων.
Διψασμένη η φύση
Τη μεσολάβηση ηλιαχτίδων
Αποζητά.
Αιώνες πριν
Ο χρόνος εξελισσόταν
Δημιουργικός.
Αιώνες πριν
Η ζωή προχωρούσε
Σε συναλλαγή ονείρων.
Επιστροφή
Σε μονοπάτια άδεια
Μοναχικά.

***

Η απόφαση

Πίσω, πίσω στο κελί σου!
Νόμοι και κανόνες παραβιασμένοι-
Αμείλικτη η ετυμηγορία
Του δικαστή!
Ανάλγητος ο νόμος των ανθρώπων-
Ασυγχώρητο το λάθος της ανυπακοής-Πίσω στο κελί μου!
Ισόβια η φυλακή μου-
Άφρονες… υποκριτές…

Στάθης Ιντζές, Δύο ποιήματα

α

Η Αρχαία Ουγκαρίτ. ήταν ο περίφημος
«Λευκός Αιμήν» της φοινικικής ακμής.
Σημειωτέον ότι στην Ουγκαρίτ
υπήρχε αληθινή αποικία Μυκηναίων.

(Γεωργίου Σ. Αλεξιάδου,
Το δίκαιον της Αρχαίας Σπάρτης, 1987)

Η μια πλάι στην άλλη
οι τριήρεις,
δέκα χιλιάδες σκλάβοι στα κουπιά,
τα αλμυρίκια
να λυγάνε σύγκορμα.

Δεκαεπτά μερόνυχτα
δίχως ανέμους,
η πρόβλεψη του μάντεως ήτο
αληθεστάτη
κι η μυκηναϊκή Σπάρτη
έ
π
ε
σ
ε
κι η αναπόληση των Λυκουργίδων
ήτανε θέμα ημερών.
«Τούτος ο τόπος θα σωθεί
μονάχα απ’ τους γεωμέτρες»,
είπε ο Αρχιερεύς
και διέταξε το στράτευμα
«οργώσατε και αναστήσατε
τα χτήματα εις την Κοιλάδα του Ευρώτα
και αι ωδαί του Θάλητος
να σας εσυντροφεύουν».

«Kι εσύ αφρήτορα», μου λέει,
«να στείλεις τα μαντάτα,
να μάθει όλη η Ουγκαρίτ,
απ’ άκρη σ’ άκρη,
πως νίκησαν οι Φοίνικες
και πως θα πέσει σπάθη
σ’ όσους λυμαίνονται
τα πορφυρά εδάφη».

Κι εξέδωσε
δ ι ά γ γ ε λ μ α
εν Λακεδαιμόνα
να διοικείται σύσσωμη
κατά τω Μπιλαλάμα.
«και τα των καταχρήσεων
σ’ εσάς τ’ αφήνω», είπε,
«και ν’ αποδίδετε τιμές
με ανθρωποθυσίες,
για να μην πάσχει
από δεινά το στράτευμα κι η γη από αμπέλια».

***

β

Ο Κικέρωνας, ως ύπατος, το 63 π.Χ.
ανακάλυψε τη συνωμοσία του Κατιλίνα.
0 Κατιλίνας μη μπορώντας να κάνει τίποτα
κήρυξε πόλεμο κατά της Ρώμης.
Ο συνέταιρός του στη συνωμοσία, Μάνλιος,
πήγε στην Ετρουρία όπου πήρε τα όπλα

(Κικέρωνος 1ος και 2ος κατά Κατιλίνα λόγοι,
μετάφραση: Ευστάτιος Τσουρέας)

Δορυφόρος του Κικέρωνα
ή να ταχθείς στον συρφετό του Κατιλίνα;
και στα στενά της Ετρουρίας
οι συνθήκες που ήταν δυσμενείς,
ο παγετός,
το χιόνι ίσα με την κλείδα,
να χάσεις κάποιο πόδι από γάγγραινα;

Ο καπνός ήταν πολύς
οι εχθροί,
οι εχθροί
θα πυρπολήσουνε τη Ρώμη
παραμονή Καλένδων.

Όλους τους λόφους.
Έναν προς έναν.
Και τους επτά.
Και τον Παλατίνο.
Ειδικά τον Παλατίνο
μαζί με τη φρουρά του.

Λύκαινα, από πού ξεπηδούν
τα νερά των πηγών;
Ποια κλωστή με μαργαριτάρια
σου κομματιάζει τον λαιμό;
Είναι φθινόπωρο
πεισμώνει ο ήλιος
κι η Πραίνεστος είναι μακριά
—χίλια εφτακόσια στάδια μακριά
και δυο χιλιάδες άλλα
για τη Ρώμη—
και να ’ταν μονάχα
το τσαγανό των Κυριτών
μετά τις νίκες του Πομπηίου;
εδώ σκορπάνε μονομάχους στην Καπύη!
κι ο Κέθηγος κατέλυσε στη Ρώμη
όπου τα διαβουλια δίνουν και παίρνουν

*Από τη συλλογή “Gadium”, Εκδόσεις Θράκα.

Παναγιώτης Χαχής, Δύο ποιήματα

Δύσκολος ύμνος

Ας είναι
Κροτος
Του ανέμου και της
Περόνης

Μηχανική υποστήριξη:
Ξηλώνω
Μετρώντας
Το νήμα
Της στάθμης.

Όχι
Να εγκαταλείπεσαι
Σ’ ανώνυμα κράσπεδα
Στρατόπεδα
Ξημερώματα
Νύχτας
Που πέρασε στα χαμένα.

Πράξεις και σκέψεις
Που δεν αφήνουν
Αναμνήσεις.

Η κάθε πόλη
Ακατοίκητο όνειρο
Εξορίας.

***

Fermin

Δύοντας άνθρωπος
Στον πνιγμό
Μαθαίνεις
Ν’ αγαπάς
Την ανάσα
Βυθό
Είπαν
Το ύψος
Της σιωπής.

Στο δέλτα της λεωφόρου
Η αυγή ανάμεσα
Από πεύκα σκισμένα.
Έξω,
Οι τσιμεντένιες προκυμαίες
Αγέρωχες.
Ανάβεις τσιγάρο
Ουίσκι καίγεται στα
Παγάκια
Αεροδρόμιο κι αγρυπνία
Σκοτάδι κι αναλήψεις
Μεθυσμένη
Καταιγίδα της ψυχής.
Ηφαίστεια χάρτινα
Εξόδιο καλοκαίρι
Θα επιστρέψεις
Με πλαστό διαβατήριο.
Κάθε Σταυρός
Ο δρόμος κάθε
Γολγοθά
Αναζητά
Έναν
Γαλάζιο
Κολωνό.

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.

Σάντι Βασιλείου, ποιήματα

30 τ.μ.

Το σπίτι είναι τόσο μικρό
Πού να χωρέσει τέτοιες συνθήκες πολέμου
Έτσι, δε ζω πια εδώ
Εδώ
Περιμένω

Τα βράδια δανείζομαι ένα ζευγάρι γκρίζα φτερά
Από τον θυρωρό που κάποτε ήτανε πουλί
Ανεβαίνω στην ταράτσα και χορεύω
Όλη νύχτα φλερτάρω
Mε την ιδέα
Να πετάξω

***

Ανταγωνισμός

Μια γυναίκα ξεκάρφωσε και παρέδωσε το χαμόγελο

Από τα μάγουλά της

Έδωσε μαζί και τα καρφιά

Ποτέ να μην μπορεί να το ξανακρεμάσει

Ύστερα τη μιμήθηκαν πολλοί

Ένας άντρας άφησε στο κουτί όλες του τις αναμνήσεις

Θα με ψάχνουν

Έλεγε έπειτα

Και ζητούσε να τις αντικαταστήσει με τσιγάρα

Άλλοι έδωσαν την αξιοπρέπεια

Τα μάτια ή

Τα παιδιά τους

Εγώ δεν είχα και πολλά

Ένα χέρι που έσφιγγε το λαιμό μου και μάλλον

Ήταν του θεού

Μπόλικο αίμα και φυσικά

Τα ποιήματά μου

Χάσατε, είπε ο άντρας

Που κρατούσε τα ρούχα μας στα χέρια

Εδώ κερδίζει ο πιο δυστυχισμένος

***
Είκοσι οκτώ μέρες

Δεν είχε καθρέφτες εκεί

Για να θυμάμαι το πρόσωπό μου έπρεπε να το ψηλαφίζω

Με τα νύχια

Πήραν τον κόκκινο σκούφο μου

Άφησαν το κεφάλι μου απροστάτευτο

Απέναντι στους λύκους

Για να με τιμωρήσουν που κυνηγούσα τις φλέβες μου

Τα πήραν όλα

Ζήτησα πίσω τα μολύβια μου

Μα αρνήθηκαν να μου τα δώσουν

Θα μπορούσα λέει να τα καρφώσω στην καρδιά μου

Ήταν αλήθεια

Πάντα αυτό έκανα με τα μολύβια

Την εικοστή όγδοη μέρα

Δεν τα χρειαζόμουν πια

Δεν είχα τίποτα να γράψω

Ούτε ένα όνομα

Δεν είχα ούτε χέρια για να γράφω

Τα είχαν σβήσει κι αυτά

Τα είχαν σβήσει όλα

Με τις γόμες

Στο πίσω μέρος

Των μολυβιών

*Από τη συλλογή “28 μέρες κάτω από τη γη”, Εκδόσεις Θράκα, 2017

Αντώνης Μπουντούρης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

(χειμώνας στο Αιγαίο)
Να μη την πιεί κανείς
ετούτη τη ρακή
Γιατί ΄ναι ματωμένη…

Και σάμπως ορθός
λιγάκι να σταθώ
Θα θρέψει άραγε η πληγή
από τη θάλασσα που

πνίγεται στο αίμα;

Γλυκιά κερήθρα έστυψαν
(πριν φύγουν)
Στην τελευταία γιορτή
της θεάς Αστάρτης.

***

ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

εδώ πέτρωνε η μοναξιά κι εκεί τραντάζονταν προτεταμένο στήθος…
(στον Ντελχάζ, τον Έλληνα που πολέμησε στο πλευρό των Κούρδων στο Κομπάνε)

Εχοντας δρασκελίσει
Ολες τις ανάπηρες ιδέες
Στέκεται στη μέση.

Δεσμίδα ασάλευτου φωτός.

Σκιά εξαγνισμού.

Να φωσφορίζει στο εξής
Μες στο βαθύ σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “Η αλλαξιά της θάλασσας”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Rory Hudson, Demonstration in Syntagma Square, Athens / Διαδήλωση στο Σύνταγμα, Αθήνα

The People!

United!

Will Never Be Defeated!
The People!

United! –
It thuds on

and on. Into the night.

The drumbeat of defiance.

Looking deep into the melee,

one sees the word made flesh,

the lungs that heave in animal rhythm.
For hours it’s been like this.

And now it’s night.

It’s the way they live here
-
late nights of coffee and

comradeship in arms.
The police are uniformed in black.

Hard-helmeted, twitching for action.

Not long ago they killed a student

in streets not far from here.

Blood engages with cobblestones. A hard death.
In a cloud-ridden sky

Zeus rolls the angry dice of thunder.

Night sweats on outcomes.

The future is a chasm opening into darkness.

Ο λαός!
Ενωμένος!
Ποτέ νικημένος!
Ο λαός!
Ενωμένος!
Θορυβεί υπόκωφα συνεχώς
και συνεχώς. Μέσα στην νύχτα.
Ο τυμπανισμός της πρόκλησης.
Κοιτάζοντας στην καρδιά της μάχης,
βλέπει κανείς τις λέξεις να γίνονται σάρκα,
τους πνεύμονες που υψώνονται σ’ έναν ζωώδη ρυθμό.
Για ώρες ήταν έτσι.
Και τώρα είναι νύχτα.
Έτσι ζουν εδώ –
αργά τις νύχτες με καφέ και
συντροφικότητα υπό μάλης.
Η αστυνομία είναι ντυμένη με μαύρο χρώμα.
Με σκληρά κράνη, νευριασμένη για δράση.
Πριν από λίγο καιρό σκότωσαν ένα σπουδαστή
σε δρόμους όχι μακριά από εδώ.
Το αίμα χύθηκε στα λιθόστρωτα. Ένας σκληρός θάνατος.
Σε έναν συννεφιασμένο ουρανό
Όπου ο Δίας ρίχνει τα θυμωμένα ζάρια των βροντών.
Η κατάληξη τιυ νυχτερινού ιδρώτα
Το μέλλον είναι ένα χάσμα που ανοίγεται στο σκοτάδι.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Γκιούλος – Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας, Σημείο 0

Το αντάρτικο το δικό μας
γράφτηκε σ’ εφτά νύχτες.

Χρειάζονται δύο άνθρωποι. Δυο τουλάχιστον.
Ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει.
Αλλά τι σας λέω κι εσάς, σάμπως πεινάσατε ποτέ τόσο ώστε να μπείτε ολόκληροι μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο;

Ίσως αν καείτε,
να μάθετε.

Να σας μάθω για πείνα λοιπόν.
Ή για βουτιές σε σώματα ξένα,
από κείνες που γραπώνεσαι από φλέβες κι όργανα,
να δεις τι έχουν να σου πουν
για το βράδυ που ξεκίνησε.
Και για φωτιές,
να κλείσετε λίγο περισσότερο τα μάτια σας.

Μάθημα πρώτο.
Μαζί τα μάθαμε.
Κι αν φάγαμε κάτι,
δεν ήταν τίττοτ’ άλλο από τα μούτρα μας.
Κι αυτά θα συνεχίσουμε να τρώμε.
Μαθητευόμενοι μάγοι αλλά όπως λέει κι ο σοφός
«αν δεν φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις»
Κι από παιδί
φωτιές ονειρευόμουν.

Ξέρεις,
απ’ αυτές που σε τυλίγουν,
να χεις μέρα κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα,
όταν ζητάς το τομάρι σου να σώσεις.
Μα, όσο το σκέφτεσαι ξανά,
είναι φορές που σε προκαλουν
να χορέψεις μέσα τους,
να μάθεις πόσο το δέρμα σου αντέχει.

Αντοχή υλικού,
μάθημα δεύτερο.

Την αντοχή των ανθρώπων θα ‘πρεπε να μετράμε.
Πως η αντοχή μετριέται, θα μου πεις.
Κοιτώντας το δέρμα μας.
Όσο πιο πολλές χαρακιές,
όσες περισσότερες πληγές,
τόσο πιο πολύ αντέχει.
Οι άλλοι, οι σκληρότεροι, αιμορραγούν απ’ τα μέσα.
Και φεύγουν πρώτοι.

Φεύγουν,
να μείνουν οι χαραγμένοι,
να δείχνουν με καμάρι τα σημάδια τους όλα,
λίγο πιο άσχημοι,
σ’ έναν κόσμο μ’ όμορφους καθέπτες,
να τρέμουν, όσες με αίμα ευγενικό
περιμένουν λευκές επιδερμίδες
για να φωτίσουν σκοτεινά δωμάτια
Αφού προτιμούν το αίμα μας για να φωτιστούν,
ένα να θυμούνται:
Να τρέμουν, γιατί ξεκινήσαμε,
μακρύς ο δρόμος και διψάμε.
Κι ας ξέρουν πόσο όμορφα θα φώτιζαν του κόσμου το σκοτάδι, μ’ έναν τους οργασμό.

Μάθημα τρίτο.
Όσοι μπορούσαν να κάνουν αλλιώς και δεν έκαναν,
είναι ένοχοι.
Κι οι ένοχοι θα πληρώσουν.
Είναι ζήτημα επιβίωσης.
Ποινικό δίκαιο.
Το σύστημα σωφρονισμού μας.
Είναι καιρός να μάθει
ττως πρέπει να τιμωρούνται όσοι έμειναν να κοιτούν ταβάνια και τοίχους ασπρισμένους.
Να κορνιζώσεις τις μέρες,
τους οργασμούς και το αίμα σου,
να τα χαζεύεις
κάθε που θα ψάχνεις αυτά που έχασες.

Σε διάδρομο που θέλει βάψιμο.

Ομόφωνα ένοχος.
Άλλωστε, πως ξέρεις αν ο τοίχος θέλει βάψιμο
αν εσύ πρώτος δεν έστειλες τις σκέψεις σου
με χίλια χιλιόμετρα να καρφωθούν πάνω του;
Κομμάτια να γίνουν.
Ήταν άραγε ποτέ λευκά τα ταβάνια μας;

Δεν μάζευαν την κάπνα
απ’ όσα φτιάχναμε προσάναμμα τις νύχτες;
Δεν γέμιζαν σώματα,
σκιές και σιλουέτες,
να ’χεις να προσεύχεσαι
και να θυμάσαι;
Δεν ήταν ποτέ τους λευκά,
να το ξέρεις,
και μην τολμήσεις να μου πεις
πως δεν σ’ το φώναξα.

Αν κάτι ήταν ποτέ λευκό,
μονάχα τα κελιά μας.
Αλλά αυτά ήταν στο κεφάλι μας, δεν μετράνε.
Τις φυλακές μας, εμείς τις κουβαλάμε, τις ποινές μας, τις εκτίουμε ολάκερες.
Γι’ αυτό κι η τιμωρία σας να ζητάτε αίμα, ολάκερη θα είναι.
Είπαμε, ο ένας θα φτιάχνει τις λέξεις,
ο άλλος θα βάζει φωτιά στο φυτίλι
και θα τις πετάει.
Μη ζητάτε επιείκεια,
είναι ένα μάθημα που δε μάθαμε ποτέ.
Αν είχαμε, θα περπατούσαμε λέφτεροι, δε θα βάφαμε τοίχους.

Καλώς ήρθατε.

*Από τη συλλογή “Αντάρτικο2”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, τίγρης

στην αρχή τη σκιάχτηκες
το ’βαλες στα πόδια
με τα πόδια στο κεφάλι έτρεχες
χώθηκες σε μια τρΰπα είπες θα περάσει
θα φύγει το τρομακτικό αιλουροειδές

σήκωνες που και που κεφάλι
έλεγες μήπως να βγω; την έβλεπες
να κάνει βόλτες στους κοντινούς δρόμους
και ξανακρυβόσουν στην μονιά σου-
πείνασες

και άρχισες να τρως ό,τι ήταν κοντά σου
έφαγες τον παππού σου την γιαγιά σου
μετά δίψασες άρχισες να σκάβεις για νερό
έσκαψες έσκαψες και η τρύπα σου
μεγάλωσε υποχώρησε το έδαφος
κάτω από τα πόδια σου

χώθηκες ακόμα πιο βαθιά στην γη
και ούτε κουβέντα πια να σηκώσεις κεφάλι
τυφλοπόντικας έγινες και η τίγρης στο φως
πήγαινε και ερχότανε
ό,τι ήταν να φαγωθεί το κατασπάραζε ε
έτσι ήταν βλέπεις φτιαγμένη η ζωή

μέχρι που ήρθε μια μέρα που είπες
τούτο εδώ κάτω με ζωή δεν μοιάζει
αν είναι να αρχίσω να τρώω τις σάρκες μου
καλύτερα να με κατασπαράξει η τίγρης
μ’ ένα σάλτο βρέθηκες στη επιφάνεια·
ήταν τόσο εύκολο;

ξέχασες δειλίες φόβους αναστολές
είχες τόσο λαχταρήσει το φως που δεν γαμιέται είπες αν είναι να με φάει ας με φάει!
και άρχισες και συ να κάνεις βόλτες εκεί έξω-
μπα περίεργο- άρχισες και συ να τρέχεις
να πηδάς πάνω από θάμνους να κυνηγάς λαγούς
ελάφια- τι ήταν τούτο

κοιτάζεσαι στην λίμνη και τι βλέπεις;
τίγρης ήσουν- είχες τις ίδιες γραμμές στο χρυσό δέρμα
αίλουρος το κορμί σου και τα μικρά ελαφάκια
θρήνησαν ήδη τον αδερφό τους

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Σημειώσεις

μα οι ελληνολέξεις — με’ το αλάτι του ήλιου αρματωμένες, Οδυσσέα, μπορούν: ’ς τον πηγαιμό τους, ενάντια σε κάθε κύτταρο ιοβόλο ’που θα συναντήσουν, βγάζουν λεπίδι

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΪΚΟΦΤΣΑΛΗΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. —…κατά τ’ άλλα η ποίησή σας είναι μάλλον δυσνόητη, εκτοξεύτηκε από ακροατήριο ’ς τους ποιητές ’που μόλις είχαν χαρίσει στ-ήχους από τους κηπώνες τους
Έσκυψα και πάλι άθελα ’ς την παρένθεσή ’σου Μαρίνα Ιβάνοβνα “(Το να πει κανείς ότι ο ακροατής πολύ απλά δεν είχε καταλάβει, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας τον ίδιο…)” 1. Η πρόσληψη του ποιήματος ελάχιστα έχει ’να κάνει με την κ α τ α-νόηση. Το ποίημα επινοείται, ανα-γνώστη, ’το συν-αισθάνεσαι: ’το ακούς-βλέπεις-ψαύεις-οσφρίζεσαι-γεύεσαι. Η ποίηση: όχι ’να επανασυνδεθεί με τη μουσική, αλλά με το σκοπό ’της: καθώς αιμοσφαίριο η λέξη, το γράμμα, ο στίχος — ’να χορεύουν. Και δεν μιλώ μόνο. για το χορό του σώματος ( — οι τραυματίες χορεύουν; )
[Εξάρχεια ( Beer Academy), Απρίλιος 2000]

2. ’Μου προσάπτουν: “τραυματίζετε τη γλώσσα”. Αντιτείνω: “γλώσσα ’μου ’δωσαν ξεκοιλιασμένη ( εάν μία απόστροφος ’πάνω ’ς τη λέξη εξοβελιστεί, κάτι βίαια έχει απολεσθεί —: ανεπανόρθωτα )”’· την βαρβαρότητα υπόκωφα η εθνική γλώσσα καταγγέλλει… ’που ορθόδοξα οριοθετήθηκε ο χρόνος: αρχαία ελληνικά, νέα ελληνικά… ( —
“απέσβετο και λάλον ύδωρ”, νομοθεσίες: μακελειό φονιάδων! — να η ρωγμή: ) “Η γλώσσα, απλώς, αναζητά ό,τι ’της ανήκει: το παρελθόν και τη μελλοντική ’της νοσταλγία. Μέσα και συνάμα έξω από νόημα. Μέσα και συνάμα έξω από τον εαυτό ’της. Όπως ο χρόνος
[Γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους, Απρίλιος 2000]

1 Μαρίνα Τσβετάγεβα, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ (μετ. από τη γαλλική έκδοση Καίτη Διαμαντάκου), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1998, σ. 32

*Ευχαριστώ τον Ηλία Μέλιο για το πολύτιμο αυτό χάρισμα.