Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

Οι λέξεις

Όμορφες λέξεις
χάιδεψαν τ΄ αυτιά σου,
καρφώθηκαν στον νου σου.
Η καρδιά σου τις αγάπησε.
Απόρησες,
όταν οι ίδιες λέξεις
ειπωμένες από άλλα στόματα
οδήγησαν στον θάνατο.

***

Η κιθάρα

Παίζει η κιθάρα
όμορφο σκοπό.
Γλυκές, ανάλαφρες οι νότες
σκορπούν στον άνεμο
κάνουν το ταξίδι μακρινό.
Μα δεν μπορούν να φτάσουν
στην άπονη καρδιά της.

***

Πλανόδιος

Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά,
στο πεζοδρόμιο στήνει την πραμάτεια.
Όλη η περιουσία του
τα δυο κουτιά.
Κουβέντα ζητάει απ’ τους περαστικούς,
μα εκείνοι προσπερνάνε.
Στο πεζοδρόμιο η ώρα δεν περνά.
Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά
κι η μοναξιά,
ο πιο συχνός πελάτης.

***

Καπνός

Μαύρος καπνός
βγαίνει απ’ τα χαλάσματα.
Φτάνει στον ουρανό,
τον ζωγραφίζει.
Τι παράξενα σχήματα,
αγνώριστα.
Στον τόπο αυτόν
λησμόνησαν τις ζωγραφιές.
Στον τόπο αυτόν
ξέχασαν την ειρήνη.

***

Τα βράχια

Τεράστια βράχια
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν όρθια
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
τα ζηλεύω.

*Από τη συλλογή “Ζηλεύω τα βράχια”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Έξι ποιήματα

Νηπενθές

Να ‘χουμε, λες παράφορα, πεθάνει
Αλλά η ψυχή να νοσταλγεί
κι επιστροφές να κάνει

Στα όνειρα όσων μας θυμούνται
Όταν στης νύχτας το προσκέφαλο
Κοιμούνται…

***

Πολυτεχνείο

Οθόνη πάλι ασπρόμαυρη –
χάλασαν τη μικροφωνική στη Φαραντούρη.
Το απόγευμα οι νεκροί κάτι μουρμούρισαν
μα τα τραγούδια – μέρα επετείου
σκέπασαν τη φωνή τους
και τα λουλούδια ανελέητα
τους έπνιξαν.

***

Πρωινό

Γράφεται κάπως έτσι η Ιστορία
Εσύ όμως θες να βαυκαλίζεσαι
Προσηλωμένος στην αφετηρία
Ενώ ήδη εντός σου τερματίζεσαι.

***

Βιο-γραφικό

Γεννηθήκαμε.
Περίπου αφελώς…
ενηλικιωθήκαμε.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια-
προσγειωθήκαμε.
Ατάιστα σκυλιά
έμειναν πίσω μας
οι ουτοπίες.

Ναι, ασφαλώς!
Έχει μια κάποια γνώση
η απόγνωση.

***

Διασταύρωση

Μέχρι το 2050
αισίως θα ‘χουμε γίνει
αγχωμένοι πακετάδες
μπουγατσάδες
υπάλληλοι κομμωτηρίου
μασάζ κατ΄ οίκον
και παντός είδους σέρβις.
Θα ‘χουμε διευρύνει
τους ορίζοντές μας:
Πωλητές διανομείς φυλλαδίων
και εργολάβοι τελετών.

***

Απενεργο-ποίηση

Στην πιο κρίσιμη μοναξιά
“Η μπαταρία σας είναι χαμηλή”
Μωρό πρόσφυγας ο χρόνος
παγώνει
Αλλά φωνή καμιά
Από το σιδερόφρακτο παράθυρο.

*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη, 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

2018

Ήταν μεγάλο το μαγαζί
γεμάτο κόσμο
στο απέναντι τραπέζι
είδα τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ
με την όμορφη συνοδό του
αυτός ντυμένος άψογα
μέσα στο κοστούμι του
με το παπιγιόν και το
μαντηλάκι στην τσέπη του σακκακιού
αυτή πολύ καλοντυμένη
ξανθιά με τέλειο χαμόγελο
να ήταν αληθινός έρωτας
ή για το θεαθήναι
είχε κάτι το κινηματογραφικό
μα τι με νοιάζει, είπα
έτσι κι αλλοιώς
ζούμε στην εποχή της εικόνας
καθόμουν στον μαύρο δερμάτινο
αναπαυτικό καναπέ
έπινα ένα μπράντυ
και κοιτούσα έξω απ΄το παράθυρο
ήταν χειμώνας, ψιλόβρεχε
έβλεπα τ΄αυτοκίνητα
όλα του ΄30
οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικά
κρατώντας ομπρέλλες
μέσα στα μακριά παλτά τους
ήπια άλλο ένα
μα όταν βγήκα έξω
είδα ένα άλλο σκηνικό
απέναντι ένας διαφημιστικός πίνακας
έγραφε 2018.

***

Συνειδητοποίηση

Κάποιοι κρατούν ομοιόμορφες σημαίες
μπαίνουν στη σειρά και περπατούν
είναι κι αυτό μια μορφή αγώνα
μα είναι λίγοι γιατί δεν πείθουν.
Κάποιοι άλλοι κάθονται στον καναπέ
ή στο καφενείο
βλέπουν τηλεόραση
κριτικάρουν τους πάντες και τα πάντα
αυτοί που δεν κάνουν τίποτα
για ν΄αλλάξει κάτι
αυτοί που ήταν και είναι
συμμέτοχοι στο έγκλημα της συναλλαγής.
Οι διαχειριστές δεν φοβούνται
ούτε τους μεν ούτε τους δε
γιατί οι πρώτοι είναι λίγοι
κι οι δεύτεροι πρόβατα.
Αυτό που φοβούνται
είναι η συνειδητοποίηση του κόσμου
που άμα γίνει
θα τους παρασύρει σε μια μέρα
γιατί τα θεμέλιά τους
είναι σάπια.
Γι΄αυτό πνίγουν τις ελεύθερες φωνές
γι΄ αυτό φυλακίζουν όσους σηκώνουν κεφάλι.

Κατερίνα Ζησάκη, αθρωπόκηπος

η λίνα έχει έναν κήπο
Βγάζει παράξενα λουλούδια
είναι χαρούμενες μολότωφ για να παίζουν τα παιδιά
που οι μπαμπάδες τους ένας αλγόριθμος πουτάνες κι αντιυπερτασικά
που οι μανάδες τους με to βυζί στο μέτωπο προσκύνημα στον κόσμο

οι άλλοι κήποι είναι παιδιά
φυτεύονται ως τα δεκαοχτώ και τα ποτίζουν άνθρωποι
τους ρίχνουν λίπασμα και θειάφι και απόηχο σκλαβιάς
όλοι οι άνθρωποι έχουν κήπο
και καμαρώνουν
κεράσια γλυκά σπανάκι με σίδηρο
και μήλα που κάνουν πέρα κάθε μέρα το γιατρό
όλοι οι άνθρωποι θέλουν ένα καλό και χρήσιμο κήπο
πολλές φορές φτιάχνουν ελληνικό καφέ ή έναν εσπρέσο
και κάθονται στον κήπο τους
διαβάζουν δυνατά εφημερίδα
μετρούν τα χρέη τους βρίζουν τ’ αφεντικό
ή συζητούν με φίλους για κηπουρική και άλλες εργασίες
όμως οι κήποι έχουν μια κρυφή ζωή
κυρίως βράδυ
το χώμα ανακατεύεται
και μπαίνουν ο ένας μες στον άλλο όλο αγωνία

το πρωί οι άνθρωποι μαζεύουν με αποστροφή τα ξένα φύλλα
και ρίχνουν θειάφι και ποτίζουν τα παιδιά
κι ένας ψηλός φράχτης
και πιο ψηλός κάθε πρωί
όλοι θέλουν καλούς και χρήσιμους και καθαρούς κήπους
οι έμποροι τους προτιμούν
οι έμποροι δεν κάνουν δουλειές με τη λίνα
μα τα παιδιά όταν βγαίνουν απ’ τους κήπους τους
μ’ ένα κομμάτι σαπισμένη ρίζα στα δόντια
με λίγο λίπασμα στην τσέπη για το δρόμο
κόβουν τα λουλούδια της λίνας
παίζουν καίνε τους φράχτες
κι υπόσχονται πως δεν θα φτιάξουν κήπο

όμως όλοι οι άνθρωποι έχουν κήπο
της λίνας είναι χαρούμενες μολότωφ
όταν ανθίζουν παίζουν τα παιδιά

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο” εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Paula Meehan, Ταφή παιδιού

Το φέρετρό σου έμοιαζε ψεύτικο,
φανταχτερό σαν τούρτα γάμου.

Διάλεξα με φροντίδα τα ρούχα της ταφής σου,
το αγαπημένο σου ριγέ πουκάμισο,

το μπλε βαμβακερό σου παντελόνι.
Ευωδίαζαν ξύλο καπνιστό, Οκτώβρη,

και η δική σου μυρωδιά εκεί.
Διάλεξα πουλόβερ από μαλλί κλωσμένο στο χέρι,

ζεστό και μαλακό για σένα. Κάνει
τόσο κρύο κάτω στο σκοτάδι.

Φως δε σε φτάνει για να σου μάθει
τις πορείες των άγριων πουλιών,

τα ονόματα των λουλουδιών,
των ψαριών, των πλασμάτων

Άμαθο πρέπει να μείνεις
για τον ήλιο και τη δουλειά του,

προβατάκι μου, μοσχαράκι μου, αετόπουλό μου,
κουτάβι μου, κατσικάκι μου, φωλίτσα μου,

βυζανιάρικό μου, πουλαράκι μου. Θα έγνεθα
το χρόνο πίσω, να σε πάρω ξανά

μέσα σιη μήτρα μου, στο αμνιακό σου υγρό,
και ακόμη πιο πίσω θα έγνεθα

μέσα από εννιά γεμάτους μήνες
στη στιγμή της εμφύτευσης

που αποφάσισες να γίνεις σάρκα,
λέξη μέσα μου.

Θα ματαίωνα τη γιορτή της αγάπης
την καυτή βραδιά της σύλληψής σου.

Θα ταξίδευα μόνη σε ήρεμο,
γεμάτο βρύα τόπο,

Θα έσταζες από εμένα στη γη
σταγόνα, τη λαμπερή κόκκινη σταγόνα

*Η Paula Meehan είναι Ιρλανδή ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1955. Σπούδασε στο Trinity College του Δουβλίνου και στο Eastern Washington University. Μετάφραση: Τούλα Παπαπάντου. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος- Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2017.

Δημήτρης Καφετζής, έλα…

έλα να κάψουμε τις αποδείξεις
να καούμε μες στα βλέμματα
να γρεμιστούμε με αγιογδύτες
από τρούλους εκκλησιών
να κλέψουμε τη μοναξιά
να μας τη χαρίσουμε μετά από 70 χρόνια

έλα να τελειώσουμε ο ένας στα χέρια του άλλου
μέσα σε συνέδρια μιας ακόμα ουτοπίας
να εκτινάξουμε πληθωρισμούς
και να παίξουμε με διέσεις

έλα να φύγουμε με γεμάτες τσέπες
μία νύχτα σαν τους κλέφτες
να τα σπάσουμε στα δύο
δίχως πολλά λόγια
και να μην σε ξανά δω ποτέ

έλα έστω για λίγο.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Τρία ποιήματα

Ο ΤΟΙΧΟΣ

Ο τοίχος είχε από νωρίς
εκείνη την ήρεμη αποφασιστικότητα
που τον χαρακτήριζε κάτι τέτοιες μέρες

Ήξερε,
πως αρκετοί αδέξιοι δήμιοι θα αστοχούσαν
με αποτέλεσμα να πληγώσουν ξανά
το γερό σώμα του

Δεν έδειχνε θλιμμένος
-κάθε άλλο-
μετά από τόσα χρόνια είχε πλέον συνηθίσει
τις εκτελέσεις

Ένιωθε κομμάτι της τελετουργίας
αναπόσπαστος παράγοντας του σκηνικού
παλαίμαχος σύντροφος των νεαρών στρατιωτών
που εκτελούσαν κάθε φορά τους αντιφρονούντες

Ο τοίχος είχε διαλέξει στρατόπεδο
Ήταν πάντα με τους νικητές
Άσχετο αν η ιστορία είχε έρθει πολλές φορές
τούμπα
και οι παρατάξεις άλλαζαν στην εξουσία σαν
την παλίρροια

Δεν ήταν ότι δεν είχε ηθική
ούτε γιατί λάτρευε το αίμα και τη ζεστή σάρκα
-κάθε άλλο-

Αλλά ο ρόλος του -βλέπετε-
η θέση του
δεν του επέτρεπαν και πολλά

Φτιαγμένος από τσιμέντο
το εύπλαστο υλικό της εξουσίας
δεν ήταν και για τίποτε άλλο

Δε νομίζετε;

***

ΠΩΣ

Πώς να καρφώσεις τις λέξεις ποιητά
τώρα που τα νοήματα εκπέσανε
κι οι λέξεις γίναν έρμαια
στο στόμα κάθε τσαρλατάνου;

πώς να καρφώσεις τις λέξεις
ώρα που μας πήραν φαλάγγι
οι μεταμοντέρνοι
γαμώ τον Ντεριντά σας,
μέσα – σκατιάρηδες

μόνο σιωπή τώρα ποιητά,
βία και ακαμψία,
μπας και πετάξουν
ξανά οι φύτρες
πάνω απ’ τα γράμματα

***

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ

Είναι κάτι βράδια
που καταλήγω σε μπαρ
σε στιλ αμερικάνικο

Πίνω ένα ουίσκι
καπνίζω δυο τσιγάρα
και φεύγω

Ελπίζοντας
στο μέσο διάστημα
να ανοίξει η βαριά πόρτα
και να μπει
εκείνη

*Από τη συλλογή “Η ιερουργία της άνοιξης”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Μανώλης Κουφάκης, Οι Ώρες

Ώρες
Που ακολουθείτε τη θεία σύμπτωση
Των δεικτών του μεσονυκτίου
Ελάχιστη σχέση σας κρατά
Στην τάξη του εικοσιτετραώρου.
Διασταλμένες κόρες της σχετικότητας
Φορτωμένες τους ήχους της σιωπής
Αντένες ευαίσθητες στραμμένες στο άπειρο
Δέκτες πικροί της αλήθειας του χάους.

Ώρες
Λιβάδια παρθένα κι ανέγγιχτα
Ξέσελο άτι ο νους
Σε κύκλους τριπόδισε και σπείρες ατέρμονες.
Πώς να διαβεί; Πού να στραφεί;
Ότι ο ήλιος αργεί
Κι ο αστέρας θαμπός μες στη σκόνη.

Ώρες
Δικαστές ανελέητοι
Τυλιγμένοι της νύχτας την τήβεννο
Ζωσμένοι της σιωπής το κύρος
Στην κρίση σας αναπότρεπτα προσπέφτω
Με βήματα οικειοθελή, σαν αυτόματα
Χωρίς τη βία ή τα όργανα της τάξης
Σ’ αυτή την περίεργη δίκη προσερχόμενος
Στην αίθουσα μόνος
Να δικαστώ, ενώπιος ενωπίω.

*Το ποίημα το πήραμε από τον Συντάκτη Αρθρογράφου.

Gregory Corso, Τρία ποιήματα

The Whole Mess … Almost

Έτρεξα έξι πατώματα μέχρι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο μου.
Άνοιξα το παράθυρο κι άρχισα να πετάω έξω αυτά τα πράγματα που είναι πιο
σημαντικά στη ζωή.
Πρώτη η Αλήθεια, να στριγκλίζει σαν απεργοσπάστης:
«Μη! Θα πω απαίσια πράγματα για σένα!»
«Α ναι; Λοιπόν δεν έχω τίποτα να κρύψω … Έξω!»
Μετά ήταν η σειρά του Θεού, κλαψούριζε λαμπερός και έκπληκτος
«Δεν φταίω εγώ! Δεν είμαι εγώ η αιτία για όλα αυτά!»
«Έξω!»
Μετά η Αγάπη, να με δωροδοκεί με ερωτόλογα: «Δεν θα γνωρίσεις ποτέ την
σεξουαλική ανικανότητα! Όλα τα κορίτσια στα εξώφυλλα της Vogue, όλα δικά σου!»
Έσπρωξα τον χοντρό της κώλο έξω ουρλιάζοντας: «Πάντα τέλειωνες μ’ ένα παράπονο!»
Σήκωσα πάνω την Πίστη, την Ελπίδα, την Ελεημοσύνη … κι οι τρεις κολλημένες μαζί: «Χωρίς εμάς σίγουρα θα πεθάνεις!»
«Με εσάς θα μουρλαθώ. Αντίο!»
Μετά η Ομορφιά … αχ η Ομορφιά, καθώς την οδηγούσα προς το παράθυρο της είπα: «Ήσουν ό,τι αγαπούσα περισσότερο στη ζωή αλλά είσαι φονιάς … η Ομορφιά σκοτώνει!»
Πραγματικά δεν είχα σκοπό να την ρίξω. Έτρεξα κάτω αμέσως φτάνοντας ακριβώς στην στιγμή για να την πιάσω «Με έσωσες!» κλαψούρισε. Την άφησα κάτω και είπα: «Δρόμο!»
Πήγα πίσω στον έκτο όροφο, πήγα για τα Λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν καθόλου Λεφτά για να πετάξω.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο δωμάτιο ήταν ο Θάνατος και κρυβόταν κάτω απ’ το νεροχύτη.
«Δεν είμαι αληθινός!» είπε κλαίγοντας. «Είμαι απλά μια φήμη που διαδίδεται απ’ τη ζωή …»
Γελώντας τον πέταξα έξω, μαζί το νεροχύτη κι όλα αυτά και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το Χιούμορ ήταν το μόνο που είχε απομείνει.

Το μόνο που μπορούσα να κάνω με το Χιούμορ ήταν να πω : «Έξω απ’ το παράθυρο με το παράθυρο!».

***

Η αμφισβήτηση της αλήθειας

Όντας Ποιητής
εστία ησυχασμού δεν βρίσκεις
Και το μπαούλο της ματαιότητάς μου
το πέταξαν στο πεζοδρόμιο
– ο καθρέφτης έσπασε
Κοιτάζω και βλέπω
έναν παλιωμένο ποιητή
– πόσο γλυκό-θλιμμένο
ερείπιο είναι ο ποιητής
Λέει η καλή καρδιά μου:
«Ανοησίες, όχι, φταίει ο καθρέφτης
που ‘χει σπάσει»
Αν και η αλήθεια δεν είναι πια αφέντης μου
ψέματα για αλήθεια δεν θα πω
Παράτησα για πάντα το μπαούλο
με τα ποιήματά μου
με γύρισα την άλλη μέρα
και είδα έναν Κινέζο
να κλαίει κάτω απ’ τον ήλιο.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

***

Γραμμένο στα σκαλοπάτια του Πορτορικάνικου Χάρλεμ

Υπάρχει μια αλήθεια που βάζει όρια στον άνθρωπο
Μια αλήθεια που τον εμποδίζει να πάει μπροστά
Ο κόσμος αλλάζει
Ο κόσμος το ξ έ ρ ε ι πως αλλάζει
Βαριά είναι η λύπη της μέρας
Οι γέροι έχουν όψη καταδίκης
Οι νέοι παραγνωρίζουν τη μοίρα τους στην όψη αυτή
Αυτό είναι αλήθεια
Μα δεν είναι αλήθεια ολότελα.
Η ζωή έχει νόημα
Και δεν ξέρω το νόημα
Ακόμα κι όταν την ένιωσα δίχως νόημα
Είχα ελπίδα και προσευχήθηκα και ξεστόμισα ένα νόημα
Δεν ήταν όλα ποίηση παιχνιδιάρα
Υπήρχαν χρέη να ξεπληρωθούν
Καλώντας Θεό και Θάνατο
Είχα μια άγρια επιθυμία μαζί τους να τα βάλω
Ο Θάνατος αποδείχτηκε νόημα να μην έχει δίχως τη Ζωή
Ναι ο κόσμος αλλάζει
Ο Θάνατος όμως μένει ίδιος
Τον άνθρωπο παίρνει μακριά απ’ τη Ζωή
Αυτό είν’ το μόνο νόημα που κατέχει
Και συνήθως είναι μια θλιβερή υπόθεση
Τούτος ο Θάνατος
Είχα μια αθωότητα είχα μια σοβαρότητα
Είχα ένα χιούμορ να με γλιτώνει από την αδαή φιλοσοφία
Μπορώ να ψευδίζω τα πιστεύω μου
Μπορώ μπορώ
Γιατί θέλω να ξέρω το νόημα των πάντων
Μα κάθομαι σαν κάτι τσακισμένο
Βογκώντας! Ω, τι ευθύνη
Σου αναθέτω Γκρέγκορυ
Θάνατο και Θεό
Σκληρό σκληρό είναι σκληρό
Έμαθα πως η ζωή δεν ήταν όνειρο
Έμαθα πως η αλήθεια εξαπατούσε
Ο άνθρωπος δεν είναι θεός
Η Ζωή είναι ένας αιώνας
Ο Θάνατος στιγμή μία.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Έλλη Γρίβα,Τρία ποιήματα

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Υγρασια/
Κρεοπωλειο/
Μπαλτας + Μαχαιρια/
Παντζουρια κλειστα/

Οι εννοιες αλλα-Ζουν/
Χερια/

Τα χερια/
Μας
+
Εγω
Σ’ ερωτευομαι/

Με τις Νυχτες
Στην κοιλια σου-

Αγαπη μου/

Κοιμησου
Μεσα
Μου

***

ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ

Δεν ξερω πως να Το πω/

– Πες το : Ομικρον
– Δηλαδη : Στρογγυλο _Τι;…

– Το να Ζω
Ειναι
Μια Σκαλα/
Ελαστικη/

– Η Σχισμη του Χρονου
Ανοιγοκλεινει/

– Ειμαι-
– Ο Παρατηρητης
– Το Σωματιδιο
– Ο Εξωγηινος
– Μότσαρτ

***

BAUHAUS

Η Αρχιτεκτονικη
Σου-
Των Μεγατονων
+
Των
Σκληρων Φτερων Σου/

Θα τα σπασω
Μ ενα καλεμι

Η Αγκαλια ειναι Ξεφωτο
Το.

**Από το βιβλίο “ΜΑΖΕΙ ή ΠΟΤΕ = ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ”, 2016.