Vladimir Martinovski, Δύο ποιήματα

Το αληθινό νερό

Χαμένος σε λαβύρινθο με ράφια
μιας αχανούς αγοράς στο Πεκίνο
τα λόγια του ταξιτζή θυμήθηκα:

Δεν υπάρχει αμφιβολία: ο Θεός
έφτιαξε τον κόσμο αλλά τα υπόλοιπα
γίνονται στην Κίνα

“Και εδώ τα πουλάν”, σκέφτηκα
αντικρύζοντας τα όρη
με τα ομοιώματα ακριβών προϊόντων

που για λίγα γουάν
μπορείς να αγοράσεις. Έπεσα
έτσι τυχαία σ’ ένα

άνορακ στο χρώμα πράσινο ελιάς
μάρκας γνωστής. Για να με πείσει
φθηνά να τ’ αγοράσω

και ν’ αποδείξει πως ήταν αδιάβροχο
η πωλήτρια το έβρεξε
με το νερό του ποτηριού της

Κάποιες σταγόνες στο μέτωπο με βρήκαν
κι άλλες έπεσαν κάτω.
Το νερό είναι αληθινό, μου είπε

Αγόρασα το άνορακ και το φορώ
– κι όχι μονάχα στο βουνό. Το φορώ επίσης
όπου υπάρχουν βουνά

από κούφιες κολακείες και χτυπήματα στους ώμους.
Το φορώ ανάμεσα σε ψευτοπροφήτες
και τους φαφλατάδες με τις ατέρμονες δημηγορίες:

να μισείτε τον κόσμο όλο, τους γείτονες
ιδιαίτερα, γιατί αυτοί
πιότερο σας μισούν!

Φορώ το ψεύτικο άνορακ
ασπίδα στον χείμαρρο του ψεύδους
και το φορώ βλέποντας ειδήσεις

και το φορώ σαν κινητή υπενθύμιση
πως αληθινά πολλά ψέματα είναι
αλλά εσύ αλήθεια είσαι
σαν το νεράκι που πίνω

***

Η πόλη μάς ακολουθεί

Η πόλη θα σ’ ακολουθεί
Κωνσταντίνος Καβάφης

καταλάβαμε τελικά πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πόλη.
Όταν φύγαμε για τα χωριά κολημμένα,
ραμμένα, στριμωγμένα το ένα στο άλλο
λιωμένα με την πόλη τα βρήκαμε
κι όταν φύγαμε για το βουνό
εκατοντάδες νέα σπίτια και διαμερίσματα
στα πόδια του ξεφύτρωσαν.

και την ορειβασία εγκαταλείψαμε
ξέραμε πια πως η πόλη θα μας προφτάσει
στον δρόμο προς την κορυφή, διάβολε, ήδη τα δάση
βρίσκονται στα μουσεία τις αργίες κλειστά.

Κι όταν πήγαμε στο αεροδρόμιο καταλάβαμε
ότι ο διάδρομος από το κέντρο της πόλης περνούσε
καθιστώντας μάταιη την πτήση: το εισιτήριο είναι μετ’ επιστροφής
κι όπου κι αν πάμε τα ίδια καταστήματα μας υποδέχονται
όπου πολλοί συμπατριώτες μας έχουν δουλειά.

Κι αν όλα τ’ άλλα μοιάζουν άλλα
το φεγγάρι στους ουρανοξύστες ίδιο θα ‘ναι.
Αναμφίβολα ο ταξιτζής της παλιάς μας γειτονιάς
από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο θα μας πάει,
ο κόσμος ένα μεγάλο χωριό είναι, θα μας πει.

*Ο Vladimir Martinovski είναι ποιητλης,μ πεζογράφος, δικιιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Διδάσκει Συγκριτική Ποίηση στη Φιλοσοφική Σχολή του Πενεπιστημίου Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
**Τα ποιήματα αυτά, σε μετάφραση Γιώργου Γιαννόπουλου, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.

William Carlos Williams, Tραγούδι Αγάπης

Ξαπλώνω εδώ και σε σκέφτομαι-

η κηλίδα της αγάπης
έχει απλωθεί στον κόσμο!
Κίτρινη, κίτρινη, κίτρινη
τρέφεται στα φύλλα,
χρωματίζει βαθυκίτρινα
τους κεράτινους κλώνους που γέρνουν
βαριά
προς ένα απαλό πορφυρό ουρανό!
Εκεί δεν υπάρχει φως
μια μόνο κηλίδα πυκνή σαν το μέλι
που πέφτει από φύλλο σε φύλλο
κι από κλώνο σε κλώνο
λερώνοντας τα χρώματα
όλου του κόσμου-

κι εσύ μακριά από εκεί
κάτω απ’ το κράσπεδο
(σαν το κόκκινο κρασί) της δύσης.

*Μετάφραση:Τάσος Κόρφης, εκδ. Πρόσπερος, 1979.

Τάσος Δενέγρης, Ιερά Οδός

Συνοικίες στα νοτιοδυτικά
Συνοικίες ντυμένες κουρέλια
Σχήματα καπνού σου κλείνουμε τις πύλες του ουρανού
Συνοικίες στα νοτιοδυτικά
Σουρούπωσε και σκίζονται
Στα στήθη της σιωπής σου
Σεληνιακά πετρώματα
Σεντόνια δίχως πτώματα
Σοβάδες πλίνθοι χώματα
Στην πόρτα της ντροπής σου.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Από τις «Επιγραφές στην άσφαλτο»

κάθε

μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού·
σε ρημάζει.

εικόνες

συλούν παραστάσεις και καμώματα,
ασύγχρονοι κούκοι κηδεμόνες
ποντάρουν κάθε φορά στο ραντεβού με την τύχη τους
και συνεχίζουν στο κρίμα του ενός
να τραγουδάνε ψαλμωδίες.

Οι φρονούντες με τα μπρούτζινα αξιώματα
νηστεύουν την παρηγοριά σε πορφυρές νύχτες
και σαν αγρίμια ξεχύνονται
στης ανατολής το χάραμα, στο Χαρπούτ.

υποχρέωση

της άνοιξης,
μου λες, είναι
οι αδιέξοδες καληνύχτες,
οι ραγάδες της ακροποταμιάς,
τα χιλιοποτισμένα νυχτολούλουδα
που μπερδεύουν τους υδροχόους,
και οι γκροτέσκ επιγραφές στην άσφαλτο.

*Έκδοση Ανεξάρτητο Περιοδικό Τέχνης & Γραμμάτων Palinodiae
Eπιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Καφούρος | Σχέδια, βινιέτες & κοσμήματα του βιβλίου: Víctor Alegría, Barbara Alan, Τάνια Καραμάνου, Hans Wechtlin, Jacques de Vaucanson. Πορτραίτο Ανδρέα Ελ Σαέρ: Ροδάνθη Κόλλια Ρίζου | Αυτοέκδοση Παλινωδίαι 2018 |

Διαβάστε περισσότερα: https://www.palinodiae.com/andreas-el-saer/

Orhan Veli Kanik, Τρία ποιήματα

ΕΓΩ Ο ORHAN VELI

Εγώ ο Orhan Veli,
διάσημος δημιουργός του ποιήματος
«Αναπαύου εν ειρήνη, Suleyman Effendi»,
άκουσα πως αδημονείτε
να μάθετε όσα περισσότερα μπορείτε
για την προσωπική ζωή μου.
Λοιπόν, ακούστε: πρώτα-πρώτα,
είμαι άνθρωπος κι αυτό σημαίνει
πως δεν είμαι ζώο τσίρκου ή κάτι τέτοιο.
Έχω μύτη και αυτιά
αν και όχι ιδιαίτερα γερά.
Ζω σε σπίτι
και δουλεύω.
Δεν φτάνω ως τον ουρανό
ούτε κουβαλάω στις πλάτες
καμιά μεγάλη προφητεία.
Δεν είμαι ευγενικός
σαν τον Γεώργιο της Αγγλίας,
ούτε αριστοκρατικός όπως ο τωρινός
σταβλάρχης του Celal Bayar.
Μου αρέσει το σπανάκι.
Τρελαίνομαι για τα τυροπιτάκια.
Δεν πολυασχολούμαι
με τα οικονομικά.
Στην πραγματικότητα καθόλου.
Οι καλύτεροί μου φίλοι
είναι ο Oktay Rifat και ο Melih Cevdet.
Βεβαίως έχω μια σχέση
και μάλιστα πολύ σοβαρή
αλλά δεν μπορώ ν’ αποκαλύψω τ’ όνομά της.
Ας το βρούνε οι κριτικοί.
Συνήθως με απασχολούν
πράγματα ασήμαντα, αλλά μόνο
στα μεσοδιαστήματα ‘
των σοβαρών ενασχολήσεών μου.
Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω.
Ίσως έχω επιπλέον κάποιες χιλιάδες
συνήθειες, μα σε τι θα ωφελούσε
η ακριβής καταγραφή τους;
Μοιάζουν τόσο πολύ με τις
άλλες και τόσο πολύ μεταξύ τους.

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

***

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΧΑΡΑΞΕΙ

Αυτοί οι ποιητές είναι χειρότεροι κι από εραστές,
με βασανίζουν. Υποφέρω! Πώς γίνεται αυτό;
Σπαταλώντας μια ολόκληρη νύχτα
στο κρεβάτι με την ποιητικότητα ενός στίχου.

Εντάξει, εντάξει· λοιπόν, ακούς
τις στέγες και τις καμινάδες να τραγουδούν;
Ακούς τον θόρυβο που κάνουν τα μυρμήγκια
όταν κουβαλούν κοκκους στη φωλιά τους;

Θα ήμουν κακός αν δεν περίμενα το ηλιοβασίλεμα
για να ξεφορτωθώ όλες αυτές τις χιλιομπαλωμένες ρίμες
—να τις πετάξω στα μπάζα, στην ακτή—
μαζί με τους ρακοσυλλέκτες που τις έφεραν μπροστά στην
πόρτα μου;

Ο Διάβολος εξακολουθεί να με δοκιμάζει: «Άνοιξε το παράθυρο,
και ούρλιαξε, ούρλιαξε, ούρλιαξε μέχρι να χαράξει».

*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

***

ΕΚΔΡΟΜΗ

Περασμένα μεσάνυχτα-
γιατί είναι στο σπίτι, απάνω
στο βουνό, τα φώτα αναμμένα;
Τι τρέχει;
Συζητούν
ή παίζουν τόμπολα;
Ένα από τα δύο πρέπει να συμβαίνει…

Κι αν συζητούν, ποιο ’ναι το θέμα; Π
Πόλεμος, φόροι;
Ίσως καν να μην μιλούν:
τα παιδιά κοιμούνται-
ο άντρας διαβάζει την εφημερίδα του-
η γυναίκα μαντάρει ρούχα-
Ίσως δεν κάνουν τίποτα απ’ αυτά.
Ποιος ξέρει;
Ίσως να ’κοψε
η λογοκρισία
τις πράξεις τους.

*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

**Από το βιβλίο “Ο δρόμος μου είναι πλατεία”, Εκδόσεις Βακχικόν 2017.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Δύο ποιήματα

Για τους κατατρεγμένους

ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟΥΣ σε όψιμο,
απαρασιώπητο,
αχτιδοβόλο
δεσμ
ό
Paul Celan

Σκύψε αν μπορείς στο λευκό χαρτί
ξεχνώντας το ποδοβολητο που σάρωσε τα όνειρά σου.

Θυμήσου αν μπορείς τη μέρα, τον τόπο, την επιθυμία
και άνοιξε το στόμα σου να φύγει σαν το πουλί
που πέρασε μέσα από τις Συμπληγάδες.

Καταλήξαμε βρεγμένοι σ’ ένα υπόστεγο
που εξείχε σαν ουρά πολυκατοικίας,
χτισμένη άναρχα, χωρίς να νοιάζει,
όπως και οι υπόλοιπες γύρω, πριν μισό σχεδόν αιώνα.

Το βλέμμα αναμετριόταν με τις γύρω προσόψεις,
το νερό κατρακυλούσε σαν ποτάμι που πάφλαζε οδυρμούς.
Στυλώνω τα μάτια
και βλέπω ένα παράθυρο σχεδόν λιωμένο από την πολλή βροχή,
με τα τζάμια μουλιασμένα, αδιαφανή,
λες κι είχαν παραμορφωθεί και γεμίσει φουσκάλες.

Πώς να ζουν άραγε, πώς να ζουν πίσω από τοίχους
που τρίζουν οι κλειδώσεις μοναξιά και κρύο;
Τα πρωινά τους βλέπω σε κύκλους διάσπαρτους
που ανοίγουν και κλείνουν καθώς ανεβαίνω την Ηπείρου.

Έρχονται απ’ το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράν, την Ινδία,
έρχονται από τον Ήλιο που ζέσταινε τις ρίζες που απλώθηκαν ως εδώ,
έρχονται διωγμένοι από οβίδες που τρύπησαν και γκρέμισαν
τον Ήλιο – αιμόφυρτος σπαρταρά στα συρματοπλέγματα
τινάζοντας αίμα γύρω του.

Άνθρωποι με νεύρα που λιμάρονται
απ’ το κρύο, την πείνα και τη μοναξιά,
εκπλέουν απ’ το ρύγχος της Τουρκίας,
σκαρφαλώνουν μυριάδες τα τείχη
που φιμώνουν τα σαγόνια της χώρας.
Γυναίκες μ’ έμβρυα στις κοιλιές
έτοιμες να διπλωθούν από τους πόνους,
γυναίκες και άνδρες που κουβαλούν
σαν πέτρες τα παιδιά τους,
κάποιοι γλιστρούν και πνίγονται –
Πόσους θρήνους κλείνουν άραγε τα χώματά τους;
Πόσοι θρήνοι μέχρι βάθους που δε σβήνουν… –

Ψάχνουν μάταια το χώμα που η ρίζα του απλώθηκε ως εδώ,
ψάχνουν μάταια το πιο πέρα χώμα – κάτι θα συμβεί,
σκέφτηκα τόσο πυρακτωμένα που καυτοί σπινθήρες
πετάχτηκαν ως εσένα- μίλησες λες και μάντεψες
τι σκέφτομαι.

«Σκεφτόμουν ότι κάτι θα συμβεί εδώ, ένα πρωινό
μια φωτεινή, ασημένια γραμμή σαν τρίχα λεπτή
στον παγωμένο, καθαρό ουρανό σαν περόνη
θα εμφανιστεί.»

Φύγαμε πατώντας τρεχούμενα νερά που πάφλαζαν οδυρμούς.

***

Το σκίτσο στην ντουλάπα

Άνοιξα την ντουλάπα έξω στο μπαλκόνι κι είδα
τα εργαλεία να κείτονται στη σκόνη, σκάλες
ν’ ανεβαίνω, σχέδια να συνδέω αλλεπάλληλα
και ξαφνικά
να σβήνουν και να χάνομαι στο τίποτα· κλαίει
γοερά το γέρικο, κουτσό σκυλί, σέρνει
την πρησμένη του κοιλιά να πιει νερό και στάζουν
στο μουσούδι του στάλες βαθιές του αίματος κι απλώνεται
στο δρόμο ο χάρτης της χώρας που γεννήθηκα.

(Από τότε που τραβάμε
τις πρώτες μας γραμμές με χάρακα
κι αφηρημένοι φέρνουμε μια καμπύλη –
τι ξάφνιασμα που ξέφυγε το χέρι)

Όσο ωριμάζουμε πληθαίνει η ωραία όψη της ανάγκης,
άνθρωποι, πράγματα, τοπία αναγεννημένα
απ’ το δικό μας πόνο και τη δίκιά μας βούληση
επείγονται να δουν και να ιδωθούνε.

Μα το λουρί εντατικά τεντώνεται, δε σπάει.
Και το σκυλί που σκύβει για να ξεδιψάσει
βάφει μ’ αίμα το νερό. Σκιάζεται.

Κάποια σκίτσα πριν τα καταπιεί ο δρόμος
κάποια πρόσωπα με πίστη, μεράκι κι υπομονή
πρόφτασα και κρέμασα, του δίκιου την προοπτική.
Το σκίτσο μιας άλλης χώρας που ξανοίγεται
πιο πέρα κι απ’ τα σύνορα της χώρας που γεννήθηκα.

*Από τη συλλογή «Το σκίτσο στην ντουλάπα», Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβρης 2017.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Τρία ποιήματα

ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ ΦΑΝΦΑΡΕΣ

Επείσακτη η σκέψη που με κατατρέχει
και με πάει και με ταξιδεύει
σε διαβούλια φαντεζί
κρυψιγαμίες εμετικές
σ’ ένα γλέντι
μια πάλλευκη γιορτή.

Πέπλο ανεμίζει νυφικά στον αγέρα
λικνίζεται εριστικά στην πνοή
το ακολουθώ στα σκοτεινά υπόγεια με τις ανυπόφορες μυρωδιές
ματώσανε τα ρουθούνια μου απ’ την υπερβολή.

Επείσακτη και εγώ σ’ αυτή την παράσταση ζωής
λικνίζομαι εριστικά στην πνοή
διαβατικό το πέρασμα στη πολύβουλη φαντασμαγορία
παλινωδώ με μαεστρία
τις αρχές.

Η επηρμένη σκέψη ανήλεα με μαστιγώνει
εξογκώνει την κρυσταλλώδη κρυψίνοια της ψυχής
της δίνει εκτρωματικά μεγέθη.

Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι.

Ως νυχτερίδα πλέον
νοσφίζομαι το σύμπαν.

***

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Κληρονομημένες ηθικές
διασταυρωμένες επιρροές
οικογένεια βιβλία ιερές επιταγές
προκαλούν αντανακλαστική συμπεριφορά.
Γοητευτικές οι λέξεις
αλλά κατά βάθος θολές.
Περιδιαβαίνουν την ανάγκη για θεμελίωση
χωρίς ρίζες, δίχως μέλλον
προσκυνούν πηγές αλάνθαστου
προβάλλουν αξιώσεις αλάθητου.
Προσφεύγουν στην τιμωρία.
Διαποτισμένες από μύθους και εξοικειωμένες θρησκείες
παρεκκλίνουν στην καθολικότητα. Στο Απόλυτο.
Αντιφατικά αποκρυσταλλώνουν εντυπώσεις
διαπλεκόμενων προβλημάτων που βίωσα από νωρίς
άργησα όμως πολύ να καταλάβω.

Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία
ή στον εξορκισμό.

Στην απαρχή δεν επιστρέφουν.
Ένας μονόδρομος είναι.

***

ΘΡΙΑΜΒΙΚΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ

Απομακρύνθηκα από όχθες
όπου θρίαμβος και μεγαλοστομίες
διασφαλίζουν δόξα και δοξασίες.
Νοσταλγική αθωότητα και ενοχική συνείδηση
κόσμος απλός, γεμάτος
το Απόλυτο της εφηβείας
με οδήγησαν στον λυρισμό
στη σοβαροφάνεια
και στην ψευδαίσθηση της αθανασίας.
Θθριαμβικά εγκαύματα ενός μεθυσμένου ήλιου
φτιαγμένο από την αλμύρα της θάλασσας και το ελληνικό φως
δε μένει άλλο
από το να βυθιστεί
σε αλλεπάλληλες περιπλανήσεις.
‘Οπου μόνο εικόνες
σκυθρωπών ηρώων της παιδικής μου ηλικίας συναντώ.

Κάποια μέρα άρχισα να σκέφτομαι.
Και σκέφτηκα να μην επιστρέφω από το Απόλυτο.

*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Αποστόλης Αρτινός, Δέκα μικρά ποιήματα

σαφέστατα μιαν άλλη εποχή
πιο μακρινή απ’ αυτή την αυγουστιάτικη νύχτα
τα ποιήματα θα γράφονται σε πιο απλό επίπεδο

στο μεταξύ προσέξτε αυτούς τους ατημέλητους ρυθμούς
διασκορπίστε τους
και διασχίστε ήσυχα τη βία της αναμονής τους

***

η βροχή γδέρνει τα χώματα
έβδομη η ημέρα

το πρόσωπο πεινασμένο από τον ύπνο
θηλάζει στα χείλη της κογχύλης

η καρδιά αισθάνεται την ροή

τόπος βροχής
αθόρυβη η ώρα
προς όραση

***

έστρεψα το νοτιά

να υγράνει τη φωνή σου

έστρεψα το νοτιά

***

στη σιωπή το σώμα του απογεύματος
το χέρι αποδίδει τη σκιά του
ο αέρας αισθητός

***

το πένθιμο σώμα χάθηκε
η γλώσσα επινόησε τη νοσταλγία

***

καταγωγή ήταν η ήττα των γραμμάτων

στην ανορθόγραφη σκιά
και πριν αρθρώσω το κενό
στον τρόπο του πληθαίνω

***

ημέρες πεθαμένος
στον αφρό των στίχων

το μνήμον φως
είναι σωστό να ψηλαφείται

***

αυτή η γλώσσα στη γωνιά του παραθύρου
αυτή η νύχτα

τις ιδέες μόνο
όχι τα δάκρυα

***

φιλιά και φύλλα
δίχως άνεμο

***

το βράδυ πέφτει
δεν αντέχει άλλο
ακολουθήσαμε

κανένα τοπίο δεν είναι υπαρκτό

*Απο τη συλλογή “Στην άλλη άκρη της μέρας”, Εκδόσεις Bibliotheque 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

Το φιλμ της Ιστορίας

Θάρρεψαν κάποιοι ισχυροί
πως θα πάρουν εκδίκηση
απ΄αυτούς που πάλεψαν
για οξυγόνο
αξιοπρέπεια
φωνή
είπαν “ήρθε η ώρα τους,
τώρα θα τους τσακίσουμε”
βρήκαν κι αρκετούς
πρόθυμους Εφιάλτες
να κάνουν τη βρώμικη δουλειά
μα πόσο είναι μύωπες
τι άγνοια της Ιστορίας έχουν
η νίκη τους είναι προσωρινή
αν το καταλάβαιναν
δεν θα πανηγύριζαν τόσο
το δίκιο των πολλών δεν νικιέται
η αδικία κι αν γίνει νόμος
σύντομα θα καταργηθεί
η Εργασία θα αντεπιτεθεί
και η νίκη της θα είναι τώρα
ακόμα μεγαλύτερη.

***

Δρομολόγιο

Ο ήλιος ανέτειλε
ένα παιδί ξεκίνησε
το δρομολόγιο της ζωής του
κοίταξε πρώτα να μάθει
να σπουδάσει τη ζωή
δίπλα σε καλούς δασκάλους
το έπιασε το μεσημέρι
κοίταξε να εφαρμόσει
αυτά που έμαθε
σ΄αυτά που λένε
πως είναι ο προορισμός του ανθρώπου
δουλειά
οικογένεια
περιουσία
το έπιασε το βράδυ
κάθισε να κάνει απολογισμό
και είπε
“πόσο γρήγορα πέρασε η μέρα”
αναστέναξε πικρά
και ξάπλωσε να ξεκουραστεί
για πάντα.

Luka “Lesson” Haralampou, I will speak

I WILL SPEAK
⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until everything I’ve ever said becomes a myth
until my words are stolen
twisted
and mixed
and used as an anonymous crutch
for those who are broken ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
or the tell their children
that they can still weave tapestries
into the eye of the sun
if they want to ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until my door is flooded with calls
to stand at the front line
and be arrested next to people I do not know
but will treat as my family ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
…even on that day ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until my lungs are calcified
placed into jars
and used as book-ends in a foreign library
or my tongue is a paper-weight
on a rich man’s desk ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀
I will keep speaking
until I’ve learned to make a whisper
feel like a tonne of concrete ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀
I will keep building these shelters
I will keep framing these war-torn walls ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
I will speak phosphorus
I will speak permanence ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀
I will speak
I will keep speaking⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀ ⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀⠀
⠀⠀⠀⠀
⠀⠀⠀