Στράτος Κοσσιώρης, Τρία ποιήματα

Βιβλιοπωλεία

Όποτε τύχει να περνάω έξω
από την προθήκη κάποιου βιβλιοπωλείου
σαν κάτι να με μαγνητίζει
ρίχνω έστω και στιγμιαία το βλέμμα μου –
σκέφτομαι, δεν μπορεί κάπου θα ‘ναι γραμμένο
κάπου θα ‘χει γραφτεί αυτό που νιώθω τόσα χρόνια
αυτό το σφίξιμο σήμερα το πρωί

***

Για ένα ξεροκόμματο

Είχε κι αυτός τη θέση του
μέσα στον στίβο της ζωής
όταν το φαρμακείο άνοιγε τα ρολά του
κι η μυρωδιά του ζεστού ψωμιού
ταξίδευε στα γύρω στενά
έπαιρνε τον κουβά με το βρομόνερα
και υπέμενε ώρες όρθιος δίπλα στο φανάρι
για να εξασφαλίσει κι αυτός ένα ξεροκόμματο,
μια ασπιρίνη
έστω και ληγμένη.

***

Πακιστανοί

Είναι πράγματι εντυπωσιακό
το πώς συναθροίζονται την κατάλληλη στιγμή
λίγο πριν το ξέσπασμα της μπόρας Πακιστανοί
πουλώντας ομπρέλες
έξω από τους σταθμούς του Ηλεκτρικού.
Γι’ αυτό αν τύχει κι έχω ξεχάσει
την ομπρέλα μου στο σπίτι δεν ανησυχώ.

την άλλη μπόρα είναι που φοβάμαι –
κι απ’ αυτήν τρόπο δεν έχεις για να κρυφτείς.

*Από τη συλλογή “Τα κάρβουνα”, (.poema) εκδόσεις, Νοέμβρης 2014.

Βασίλης Ζηλάκος, Από το “Νερά γελούνε”

Άποκοιμιέται
μέ μιά μαύρη πινελιά
ή παπαρούνα.

Τον Οίκο ποθεί
κρυμμένο σεληνόφως.
“Αχαρη τύχη.

Τα δάκρυά μου
καρφώνουν τά άστέρια.
’Αχ, τό παρελθόν.

Σαν πορσελάνη.
Καί πηγαίνω στην μάχη
μέ τό άλογο.

Βουνά συννέφων.
Ό Βασιλιάς Ούρανός
μες στα ξέφτια του!

Ήρθε τό μαΰρο
ξεχτένιστο κοράκι.
Ό κτηματίας.

Τον μέγα Κόσμο
άδεια κελύφη τηρούν,
νωθρό ψαρόνι.

Δεν έχει στόμα
μάτια, αυτιά και μύτη.
Τραγουδά πάντως.

Σύννεφα-παιδιά
χτυπάνε παλαμάκια.
«’Αντίο, φίλοι.»

’Ώ δυστυχίες!
’Ώ των στητών λειψάνων
τρεμουλιάσματα!

Καλώς τήν μπόρα!
Πλέον οί μουγκοί έραστές
μόνο θά σωθούν.

Άδειο μέταλλο.
Κτυπώντας το σκέφτομαι
τό μοναστήρι.

Ή βροχή σιωπά.
Γράφει το χωρίς μέλλον
διήγημά της.

Τό κύμα σπρώχνει
ελάχιστο μυρμήγκι.
Γιατί γυρίζει;

Χθινοπώριασε.
Τό κρέας τής θάλασσας
ή μικρή άκτή.

Τό πυκνό πουλί…
Μέσα στο νερό
γυμνώθηκε τελικά.

’Ονείρων χλόες οί άστεφάνωτοι
παράλυτοι νεκροί

*Από τη συλλογή “Νερά Γελούνε”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2017.

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τρία ποιήματα

Αντί προλόγου

Το ποίημα αυτό
θα αυτοκταστραφεί.
Σου απομένουν
τόσα λεπτά
όσο διαρκεί
μία διαδρομή από τη γη στον Άρη
μία περιστροφή γύρω απ’ τον άξονά σου
ή μία τηλεοπτική διαφήμιση.
Η αντίστροφη μέτρηση
είναι πάντα εδώ
κι ενεργοποιείται
όταν προφέρεις το όνομά μου
και κάθε που σκύβεις
να με δεις
μέσα απ’ την κελιδαρότρυπα

***

Αυτό το σπίτι

Αυτό το σπίτι είναι στοιχειωμένο.
Η ματιά σου
με ακολουθεί στον καθρέφτη.
Οι κουρτίνες
πήραν το χρώμα των μαλλιών σου.
Στα γυαλικά
αστράφτει ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
Ώρες ώρες βρίσκω το μπάνιο
κατειλημμένο
και αποτσίγαρα στο πάτωμα.
Καλή η προσπάθεια.
Όμως,
μακάρι να ‘παιρνες
και το στεγαστικό στ’ όνομά σου.

***

Ας συστηθούμε

Δε με ξέρεις καλά.
Στο όνειρό μου είμαι παιδικός ήρωας,
περνάω τις νύχτες στο ντιβάνι με τον Φρόυντ
ή στην πλατεία Χρηματιστηρίου.
Βρέχω συχνά το μαξιλάρι μου
και τρέφομαι με happy end.
Γίνομαι Ρομπέν των Δασών και Μητέρα Τερέζα,
ενώ, βαθιά μέσα μου,
θα ‘θελα να μαδάω επιστολές
ως άλλη
σύγχρονη
Φερμίνα Δάσα.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Amy Lowell, Σεπτέμβριος, 1918

bty

Αυτό το απόγευμα το χρώμα του νερού
———————-έπεφτε μέσα από το ηλιόφωτο·
Τα δέντρα έλαμπαν με το σώριασμα των φύλλων·
Τα πεζοδρόμια γυάλιζαν σαν αλέες
———————-με πεσμένα φύλλα σφενταμιού,
Και τα σπίτια έφευγαν μακριά τους, γελώντας
μέσα από τετράγωνα ανοικτά παράθυρα.
Κάτω από ένα δέντρο στο πάρκο,
Δυο μικρά αγόρια, ξαπλωμένα μπρούμυτα,
Μάζευαν προσεχτικά κόκκινα μούρα
Για να τα βάλουν στο χαρτονένιο κουτί.
Κάποια μέρα δε θα υπάρχει πια πόλεμος,
Τότε θα αφαιρέσω εκείνο το απόγευμα
Και θα το παραδώσω στα δάχτυλά μου,
Θα σχολιάσω τη γλυκιά του γεύση στον ουρανίσκο μου,
Και θα προσέξω την ζωηρή παράσταση
———————————από τις πτήσεις των φύλλων.
Σήμερα μπορώ μόνο να το μαζέψω
Και να το βάλω στο κουτί του κολατσιού μου,(*)
Γιατί δεν έχω χρόνο για τίποτε παρά
Για να πασχίσω να ισορροπήσω τον εαυτό μου
Σε έναν σπασμένο κόσμο.
________________________________________

(*) η έκφραση lunch-box που χρησιμοποιεί σε αυτό το σημείο η ποιήτρια, στη σλάνγκ σημαίνει και αχαμνά, επομένως ίσως να δικαιολογούσε εδώ μια μετάφραση όπως: και να το αγνοήσω, αν θελήσουμε να δώσουμε μια πιο σκληρή εκδοχή του στίχου.
***
[Amy Lowell (1874-1925): αμερικανίδα ποιήτρια, βιογράφος και κριτικός, εκπρόσωπος της ποιητικής κίνησης του εικονισμού. Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Μασαχουσέτης]

#Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

##Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2018/03/16/%CF%83%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-1918-amy-lowell-%CE%BC%CF%84%CF%86%CF%81-%CE%B1%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BA/

Αργύρης Μαρνέρος, Δικαίωμα στην ευκαιρία

Δώστε και στους βλάκες
Επιτέλους μια ευκαιρία
Να κάνουν κάτι το έξυπνο
Γιατί δεν είναι λίγοι οι έξυπνοι
Που κάνουν τόσες βλακείες
Που θα ζήλευαν ακόμα και
Αυτοί οι ίδιοι οι βλάκες.

*Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003)

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2018/03/16/dikaioma-eykairia-argyris-marneros/

Poem by Lucía Sánchez Saornil / Ένα ποίημα της Lucía Sánchez Saornil

Fists upraised, women of Iberia

Towards horizons pregnant with light

On paths afire

Feet on the ground

Face to the blue sky.

Affirming the promise of life

We defy tradition

We mould the warm clay

Of a new world born of pain.

Let the past vanish into nothingness!

What do we care for yesterday!

We want to write anew the word WOMAN.

Fists upraised, women of the world

Towards the horizons pregnant with light
On paths afire, onward towards the light.

Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες της Ιβηρικής
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια
Τα πόδια στο έδαφος
Το πρόσωπο στο γαλάζιο του ουρανού.
Επιβεβαιώνοντας την υπόσχεση της ζωής
Παραβιάζουμε την παράδοση
Πλάθουμε τον ζεστό πηλό
Ενός νέου κόσμου που γεννιέται από τον πόνο.
Αφήστε το παρελθόν να εξαφανιστεί στο τίποτα!
Τι μας ενδιαφέρει για το χθες!
Θέλουμε να γράψουμε ξανά τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.
Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες του κόσμου
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια, μπροστά προς το φως.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Lucía Sánchez Saornil

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ

Να σάς πω μια Καλημέρα ήθελα.
Να διορθώσω αμέσως μετά το σύνθημα «η ζωή είναι αλλού».
Η ζωή ήταν εδώ. Κι έφυγε νύχτα.
Να είμαι συνεπής προσπαθώ και ευπροσάρμοστη.
Να διατηρούμαι καθαρή αλλάζοντας ρούχα και συνθήματα.
Με τρόπο σώφρονα να αγγίζω.
Στη συμπόνοια εξασκούμενη αδιάκοπα.
Με τρόπο κόσμιο. Να γίνω απόκοσμη.
Αφοπλίζοντας τους κακούς, ποιος θα πολεμήσει το Κακό όμως;

Εγώ ακόμα λύκος δεν έγινα.
Ως εκ τούτου, μηδέν κοπάδι.
Καμιά υπακοή σε αρχηγό.
Νυστάζω τα βράδια και δεν βγαίνω για τη λεία μου.

Γιατί ακόμα λύκος δεν έγινα.
Γι’ αυτό, αν κάποιος με χτυπήσει φιλικά στον ώμο,
θ’ αποκριθώ στρέφοντας το κεφάλι,
ξεπέφτοντας σε μια σκυλίσια ευαισθησία.

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΣΕ ΣΤΑΘΜΟ

Μετράει τα λόγια του, χάνοντας το τρένο του
και όλο κάτι λείπει.
Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.
Είναι κανόνας.
Αυτό το μαύρο πάνω στο μαύρο, «και μου δείχνει με το δάχτυλο
ένα κοτσύφι»,
είναι η καρδιά του μαύρου.
Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,
που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού
κι αν υπάρχει χρόνος κάνει ταπεινές δουλειές υποταχτικού.
Φράζει τα στόματα των παρευρισκόμενων
προκαλώντας ξαφνική βροχή.
Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.
Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων.

***

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΚΑΦΕ

Η γυναίκα στο καφέ απέναντί μου
με το εξασκημένο χαμόγελο,
χαμογελά ήσυχα
γιατί ξέρει πως μέσα της χάθηκε ένα κοριτσάκι ανήσυχο,
που ήθελε τα πάντα να μάθει για τον κόσμο.
Μέσα της είναι μεγάλες οι αποστάσεις, δαιδαλώδεις οι δρόμοι,
αφώτιστες οι διαδρομές.
Δεν είναι για μικρά παιδιά τα σκοτάδια που χάνεται η αθωότητα,
γλιστρώντας αυτάρεσκα
πότε σε κολπικά υγρά, πότε σε φθινοπωρινά φύλλα,
σε έρημα δάση και ακατοίκητες μέρες.
Ήχοι τρομακτικοί όπως όταν οι μάνες σχίζονται στα δύο.
Η γυναίκα χαμογελά γιατί ξέρει
τι κάνεις με ένα κοριτσάκι που προηγούμενα έχεις καταπιεί.
Το υπνωτίζεις και του χαράζεις στο πρόσωπο ένα χαμόγελο.
Χρόνια μετά, θα σε καλημερίζει στις ανηφόρες της ζωής
ένα χαμόγελο πίσω απ’ το πρόσωπο,
πίσω απ’ το πρόσωπο…

*Από τη συλλογή ”Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, Εκδόσεις Βακχικόν 2018.

Γιώργος Λίλλης, Τέσσερα ποιήματα

KAPAOKE

φοράω τα τακούνια της μαμάς
ξέρεις, η μαμά έφυγε κι ο μπαμπάς
έρχεται πάντα σπίτι όταν έχει σκοτεινιάσει
του βάζω να φάει, δε μιλάμε
κουνάμε τα χέρια μας συγκαταβατικά
χειρονομούμε για την αγάπη
το δέντρο της αυλής το έκοψαν
ο παππούς και η γιαγιά δε ζουν πια
ο αδελφός μου έφυγε μετανάστης στη Γερμανία
κι εγώ προβάρω τον ρόλο μου
—ένας μονόλογος που θα διασύρει τον Μπέκετ
μασάω την κασέτα του Κραπ
στριμώχνω τον ήρωα
στην γωνία των παράξενων φθόγγων
και κλαίω
είμαι ο ήρωας που αγαπώ

***

ΚΛΟΥΒΙ

Λυπάμαι, τον παπαγάλο μου.
αυτό το περήφανο πουλί
στριμωγμένο στο κλουβί
να έχει ξεχάσει τα βροχερά
δάση του Αμαζονίου
και να προσπαθεί απελπισμένα
για μια φέτα πεπόνι
να μάθει να μιλά
την ανθρώπινη λαλιά.

Θαυμάζω τον παπαγάλο μου.
φαίνεται πως με τον καιρό
αποφάσισε να υποχωρήσει
έχει πια συνηθίσει το κλουβί
παριστάνοντας καθημερινά
τον ρουφιάνο
για μια φέτα πεπόνι
ναι. για μια φέτα πεπόνι ρε αδελφέ

***

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ο γερο-Τζίμης γύρισε από τον πόλεμο
με μια σφαίρα στον δεξιό ώμο
αλλά δεν το έβαλε κάτω
παντρεύτηκε, έκανε παιδιά
όργωνε και έσπερνε κάθε χρονιά
κι όταν είδε πως τίποτα δε βγήκε απ’ αυτό
έφυγε μετανάστης στο Αμβούργο
να ξεφορτώνει στο λιμάνι μπανάνες
δώδεκα ώρες την ημέρα
κι ας πονούσε ο ώμος του
και τις νύχτες βογκούσε
ο γερο-Τζίμης ήταν σκληρό καρύδι
δεν το έβαζε κάτω
και με τα λεφτά που έστελνε
έθρεψε τη φαμίλια του
σπούδασε τα παιδιά του
χρόνια τώρα τον βλέπω στο καφενείο
με το ίδιο πάντα φθαρμένο σακάκι και τη μαγκούρα
τον γερο-Τζίμη που σπατάλησε
τα καλύτερα χρόνια της ζωής του
να κουβαλά μπανάνες
για να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά
που ούτε ένα τηλέφωνο δεν τον παίρνουν
και με τη γυναίκα του οχτώ χρόνια πεθαμένη
τον γερο-Τζίμη που ονειρεύεται λιβάδια
ναι, λιβάδια
γεμάτα παπαρούνες

***

THE TANK MAN

λίγο πριν το μεσημέρι, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο
και κρατώντας μια σακούλα παντοπωλείου στα χέρια
στέκεται μπροστά σε μια σειρά από άρματα μάχης
στην πλατεία Τιεν Αν μεν της Κίνας

“υψώνοντας τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα Τανκ”
όπως έγραψε κάποτε ο Καμύ

το προηγούμενο βράδυ είχε προηγηθεί η εν ψυχρώ
δολοφονία χιλιάδων διαδηλωτών στην πλατεία
κι εκείνος, ένας σύγχρονος Δαβίδ ενάντια στον Γολιάθ

κανέις δεν έμαθε ποτέ το όνομά του

*Από τη συλλογή “Ο άνθρωπος τανκ”, Εκδόσεις Θράκα, Απρίλης 2017.

Χριστόφορος Τριάντης, Ποιήματα και μη

Πολλοί γράφουν ποιήματα
και πολλοί είναι που δεν γράφουν.
Ετούτοι στέλνουν μηνύματα και γράμματα,
εντυπώσεις από διακοπές και συνάφειες,
διακηρύξεις κι εξομολογήσεις
(συν τις διασκεδάσεις),
πιστεύουν ότι κάποτε θα γίνουνε ποιήματα
κι οι ρίμες θα συνταιριάξουν
με την αθανασία.
Μα κι οι γράφοντες ποίηση
παρακαλούν τους αναγνώστες
για συνδρομή.
Εκλιπαρούν για αποδοχή,
είναι οι νηστευτές μέσα σε άδειους λάκκους.
Μα δεν μένει ούτε μια προσευχή
άγραφη και νοερά,
καταντούν όλα ηθικολογίες,
κινήσεις στους δρόμους
με τα σκοτωμένα δελφίνια.
Οι περιπτώσεις των ονείρων
εξοβελίζονται απ’ τα γραπτά.
Η ομήγυρη αντιπαθεί
ότι δεν της ανήκει σαρκικά
και αποκλειστικά.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χωρίς θέα (Χ-ΧVII)

Χ.
όχι καινούργιο
όχι ανείπωτο
όχι ανανεωμένο

κατάρα στους συνήθεις υπόπτους
κουταλάκι έρωτα
δεν αφήσανε
στον νέο αιώνα

μείναμε με τις καταστροφές

ΧΙ.
βλέπεις οπίσθια
βλέπω ήχους
βλέπεις στήθια
βλέπω βοήθεια
βλέπεις μαλλιά
βλέπω γατιά
βλέπεις χρόνια
βλέπω λεπτά
βλέπεις λεφτά
βλέπω σκατά

πάραυτα η καύλα μας ενώνει
μικρή ωδή στον Αργύρη Χιόνη

ΧΙΙ.
το χιούμορ σου
ή εμάς θα στραβώσει
ή εσένα θα σταυρώσει

ΧΙΙΙ.
μιλάμε για ευτοπία
δεν ακούς
μιλάμε για δυστυχία
απουσιάζεις
μιλάμε για εξουσία
παρανοείς

συζήτηση ουσίας
ψάχνουμε μαλάκα

XΙV.
γκέτο το βλέμμα σου
μας χωράει
δεν μας χωράει

μεταναστεύουμε
σε ολονύκτιες
μπάρες

XV.
παθαίνω
ξηρασία
όταν
γυμνή
σου
θυμίζω
μόνο
τηλεόραση

ΧVI.
ο Κάφκα
δεν ήταν μόνο
κατσαρίδα

έγραφε και
γράμματα
στη Μίλενα


ΧVII.

τότε πράματα
πού πράματα
τώρα πράματα
πάλι πράματα

όλο στα πράματα
επιστρέφουμε

θαρρείς και σώματα
δεν είμαστε
σκέψη θαρρείς
δεν έχουμε