Δήμητρα Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

δεν υπάρχει
τίποτα
να αγαπηθεί
μέσα σ’ αυτό το σώμα

σ’ ένα διάφανο κουτί
η καρδιά μου
κοιτάζει
τους ανθρώπους
να γλιστρούν
μέσα στο χρόνο

……………………….

συγκρούονταν κόσμοι κι
επιθυμίες
στον κρύο αέρα των ημερών
το ξυπνητήρι
δεν έκανε ποτέ λάθος
μικρές λέξεις
μόνο
και βιαστικά κόμματα
-γεμάτα αγωνία-
κρατούσαν το αρχείο μιας ζωής
που περίμενε την αρχή της

………………………

το γρασίδι είχε την υφή
από τα σύννεφα
κι εσύ δάκρυζες χωρίς
να λυπάσαι
σ’ έναν πλανήτη
χωρίς βαρύτητα

………………………

κατάλευκα
δευτερόλεπτα
αμέτρητα
έπειτα
για μια στιγμή
ο πάγος λιώνει
κι ανοίγουν χίλιες πληγές
γρήγορα
μια θάλασσα
λευκή
καταπίνει
τα πάντα

………………………..

πίσω απ’ τα χέρια μας
στέκεται
ο θάνατος
οι διαφορές βρίσκονται
στις ερμηνείες

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Αγγελής Μαριανός, Τρία ποιήματα


ΤΑ ΦΤΙΑΧΤΑ

Ανακάτεψα καλούδια του κήπου
με λάδι, μπαχάρια και τυριά.
Αγάπησα σε όλη την πορεία το φτιαχτό,
χωρίς σκοπούς και τέτοια.
Δεν είναι η γεύση που με ξεσηκώνει.
Δεν είναι η μυρωδιά που με σκαλώνει,
είναι ένα πόνημα σιωπηλό κι επίπονο.
Δεν είναι τέχνη, δεν είναι ανάγκη.
Δε φτάνει να είναι το παρακολούθημα την ημέρας.
Προτεραιότητα σημαντικής επιβίωσης δεν είναι,
καθώς όλα τα υλικά μαραίνονται, πεθαίνουν.
Παντού χρώματα που αλλοιώνονται,
χυμοί που εξατμίζονται,
μύριες χημείες εσώκλειστες στο φούρνο μου καμώνονται.
Δεν είναι χαρά, είναι η γιορτή του φτιαχτού
που σαν όλα τα φτιαχτά δε μένει, δε πετυχαίνει πάντα.
Ένα πιάτο φαί και δυο ποιήματα
Μου φτάνει σήμερον.

***

ΤΑ ΜΗΝ

Τα όμορφα Μην περνούν αδιάφορα
με πρόσχαρο το λίκνισμα από μπροστά μας
Και δες, τα χέρια απλώνουν ανοιχτά,
σα σ’ όνειρο δουλεύουν ακούραστα,
αρπάζοντας από ένα Μην για να το βάλουν
τρόπαιο στη κρυσταλλιέρα της φαντασίας.
Τα όμορφα Μην πάσχουν και ίπτανται
ως αιωρούμενες φούσκες περνούν
από χέρι σε χέρι και σπουν αθόρυβα πάνω στα μούτρα μας.
Τα όμορφα Μην ειν’ άπιαστα,
εις μάτην το παλεύουν μιας και δε ξέρουν
τι πα’ να πει το Μην στην ώρα του.

***

ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ

Προσεκτικά σε φτιάχνω, σε σάζω τακτικά,
τρίχα να μη πετά και την εικόνα σου χαλά.
Προσεκτικά σε ομορφαίνω σαν φεύγεις τώρα μακριά
μα με πειράζει που δεν είσαι πια δικός μου.
Δηλώνω πως για πάντα θα ήθελα μόνο
σε μένανε να ανήκεις
μα εσύ φεύγεις, ταξιδεύεις για να πας
σ’ ένα πολύβουο γραφείο τακτικό,
να γίνεις ένα και να ξεχυθείς,
με τους πολλούς φακέλους να αναμετρηθείς.
Ομολογώ πως μου λείπεις ήδη, πριν αρχινίσει το φευγιό
Να ξέρεις, ίσως το πετύχεις να γίνεις φάρος λαμπερός
ένας μικρός θεός λειτουργικός, ο σπουδαίος διερχόμενος.
Ίσως μια μέρα γίνεις το φως
εκεί που αχνοφέγγει η απελπισία
Ίσως για άλλους να είσαι δείλι η της σιωπής η ομίχλη
Ίσως να είσαι η χαμένη ανάμνηση αγνώστου παραλήπτη.
Να φύγεις ατσαλάκωτος, άλλο να σε κρατώ, δε πρέπει.
Σ’ αφήνω εδώ στον πάγκο
με ένα γραμματόσημο για φυλακτό.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Δύο ποιήματα


Οι βιγλάτορες σε δίκη

 …πού να καθίσει ο κορυδαλλός να ψάλλει,σε ποιό κλαρί;

Στη θεία Μετάληψη των κολασμένων

Να προσέλθει πρώτα

η τελευταία βάρδια των βιγλατόρων.

Αιώνια περιδίνηση στην κόλαση τούς πρέπει.

Που άφησαν τις φρυκτωρίες να  

                         χωνευτούν στο χώμα

Τους ειδικούς με γάντια χειρουργείου

                        μέσα στα σπίτια μας

Κι ένα στραγγότοπο

Παραδομένο σε λευκό πανί.

***

Αξιοπρέπεια
                      
μνήμη Ν.Πουλαντζά

Και ζεύει τα παλιά στοιχειά

Αμίλητος

Τη νύχτα.

Στους κύκνους δεν αρμόζει η θηλιά.

Στον τάφο του θα μπει μονάχος.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χωρίς θέα ΧVIII – ΧΧV

George Clair Tooker

ΧVIII.
βαρέθηκα
να μου πουλάς
και
να μου αγοράζεις
τον έρωτα

περιμένω
πότε απλώς
θα τον δώσεις

ή θα με δώσεις
γίνεται κι έτσι

ΙΧΧ.

αν πάψεις
να δηλώνεις
ποιος είσαι
τότε μόνο
είσαι

τότε
καταλαβαίνω
επιτέλους
κι εγώ

ΧΧ.

ιερή η στιγμή
που μέτρησες
τις ελιές
στο δέρμα
χωρίς να κλείσεις
ούτε μια στιγμή
τα βλέφαρά σου

XXI.
μη μετράς
άλλο χρόνο

περίφημα
πετούν
ελεύθερα
τα πουλιά

πριν την
ανάφλεξη
σε βουλωμένες
καμινάδες

δες απλώς
τον ουρανό
άλλαξε
κάπως
ρου
και πορεία

XXII.
ραντεβού
στον παράδεισο
μην αγγίζεις
την άβυσσο

εδώ γράφουμε
κακή ιστορία

ΧΧΙΙΙ.
την πόρτα Μίλτο
ακόμα τη γδέρνουν

όχι έρωτας
όχι ουρανός
όχι λουλούδια

είναι παραπάνω
από μία πια
οι δυστυχίες

ΧΧΙV.
χωρίς γλώσσα
σε ρωτώ

με γλώσσα
δεν απαντάς

ψάχνω μάταια
να βρω
ποιος είσαι
τι γυρεύεις
και πού πας

ΧΧV.
γράφω
για έρωτα
μέχρι θανάτου

περάσανε πια
τα μέλλοντα που γύρεψα
γύρεψα κι έχασα

κλαίω γιατί
στη λάθος εποχή
το κλάμα
είναι γιορτή

Θάνος Ανεστόπουλος, Τρία ποιήματα

Βαρέα Ανθυγιεινά

Κουράστηκα στην άκρη της αγκαλιάς σου
Κρεμάμενος
απ’ την επιφύλαξη
να αφεθούμε σε μνήμες χορτασμένες
από ένσημα βαρέων ανθυγιεινών ερώτων
Κουράστηκα
να προφέρω τα ονόματά μας
κρυφά
απ’ τις φωτογραφίες σου
που
με κοιτούν θολές απ’ το πάτωμα
Θέλω να κοιμηθώ βαθιά.
Γαλήνια.
Χωρίς τον φόβο των ερειπίων.
Στο κοιμητήρι μου
να ακούγεται
η ανάσα μου θεραπευμένη.
Κι όχι σαν κόχλασμα
απ’ την κόλαση.
Είμαι έτοιμος;
Καληνύχτα δύσθυμη νύχτα
Μαζεύω τα γύρω μου
να τα πνίξω στη λήθη
αυτού του Μαρτιάτικου ύπνου.
Εμένα θα με ξανάβρω

«εν τω μέσω της νυχτός»
Αύριο
θα ασχοληθώ με την κούραση
απ’ τις βροχές
που μου έτυχαν…

***

Ξερόκλαδα

Παιδικό κλάμα
με τους γαλήνιους λυγμούς σου
Το δικό μου
στο νάρθηκα.

Σήμερα
και αύριο
και χτες
έμεινα
μένω
και θα μείνω,
μόνος,
σιωπηλός
ξαγρυπνισμένος,
νηστικός
και πεινασμένος
για ελευθερία.
Οι σβησμένες ζωγραφιές μου
Η λησμονιά του προσώπου σου
Και τα χέρια μας
που έγιναν ξερόκλαδα.
Αυτά είναι που ζώνουνε τον vου
και τον λυγίζουν
Τώρα εσύ όποτε σωπαίνω,
Κλαις

Παιδικό κλάμα
με τους γαλήνιους λυγμούς σου
Και το δικό μου στο νάρθηκα

***

Μελαγχολία

Δυόμιση ώρα, της νύχτας το δώρο – ένα γλυκό ενθύμιο
– μια κλεψύδρα δακρύων.
Σκάψιμο βαθύ στις ρυτίδες της συνεχιζόμενης μοναξιάς,
η ανάγνωση των βρεγμένων απ’ το πρωτοβρόχι στίχων.
Πανάθεμα τις αλήθειες που στάζουν απ’ τις κόγχες των ματιών της.
Από της νύχτας τα μάτια,
από της νύχτας τα βαριά βλέφαρα,
στον απατηλό ύπνο,
με τα σκοτεινά να μαραίνομαι άστρα
και το σκληρό στήθος να μαλακώνει
και να ημερώνει τη θλίψη.
Να ονομάζει αυτήν …μελαγχολία.

*Από τη συλλογή “Διάφανα χρόνια”, Εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2017.

Ali Cobby Eckermann, Τέσσερα ποιήματα

Μήνυμα

Κάθε κόκκος άμμου σ’ αυτή
την κόκκινη γη
είναι ένας πόρος του δέρματος
της Οικογένειάς μου

Κάθε φτερό στο έδαφος αυτής
της θαμνώδους χώρας
είναι ένα πνευματικό μήνυμα
των Απογόνων μου

Κάθε αγριολούλουδο που φυτρώνει
σ’ αυτή την έρημο του κόκκινου
είναι ένα σημάδι ελπίδας
από τον Λαό μου

***

Faiku

Πίνω στο δρόμο
ζητάω λεφτά κάθε μέρα
η μισαλλοδοξία είναι δωρεάν

όταν πεθάνω
μόνη κάτω από τη γέφυρα
αγριόχορτα θα φυτρώσουν
στο στόμα μου

ένας φτωχός τάφος
νεκρά λουλούδια
γέρνουν πίσω
μαραμένα από αμέλεια

***

Τόποι δολοφονιών

τους σκότωσαν εδώ;
ρωτάω την οδηγό
ρίχνοντας ήσυχα το βλέμμα
στην απόσταση
πάνω από την παραλία.
γιατί; αισθάνεσαι κάτι;
με ρωτάει με τρόμο
μπα! λέω
σκοτώθηκαν μόνο
σε κάθε άλλο μέρος
που επισκέφθηκα
όχι εδώ

γελάει
με περηφάνια

***

Το βουνό

τα χείλη είναι σκασμένα και ματώνουν
η λαλιά μου κείτεται
στεγνή κάτω από τη γλώσσα μου

στα χέρια μου έχουν φυτρώσει φουσκάλες
οι δεξιότητες των προγόνων μου
είναι αδέξιες στα δάχτυλά μου

ωστόσο τα μάτια μου ακόμα λάμπουν

το βουνό με κοιτάει
σέρνοντας πάντα το βλέμμα μου πίσω
για ν’ αρπάξω την όψη του

τι μου δείχνει;
τι θα μάθω;

κάθομαι

και

βλέπω

και

περιμένω

*Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στη συλλογή “Love dreaming and other poems”, Vagabond Press, Sydney 2014.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
***Η Ali Cobby Eckermann είναι Αυστραλή ποιήτρια ιθαγενικής καταγωγής, από τη φυλή Yankunytjatjara/Kokatha, η οποία γεννήθηκε στη Γη Kaurna της Νότιας Αυστραλίας. Είναι επίσης ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ιθαγενών.

Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

κόκκινα μάτια

κόκκινα τα μάτια μας
όχι από την αγρύπνια
όχι από τον φόβο του θανάτου
αλλά γιατί πάνω στα τραγούδια μας
σκοποβολή παίζουν
στρατιωτικοί και ταγματασφαλίτες 
μαζί με αυτούς που τα μελοποίησαν
και μπιρ παρά τα ξεπουλούν
σε ανίερες συναλλαγές κι επικοινωνίες, 
όχι σύντροφε, μην ανησυχείς
κόκκινα δεν είναι τα μάτια μας
από τον φόβο του θανάτου
έτσι κι αλλιώς, όλοι κάποτε θα πεθάνουμε
και οι βασανισμένοι και οι βασανιστές,
κόκκινα είναι απ’ την ντροπή
που δεν τα προστατέψαμε
από τους νοσταλγούς της Μακρονήσου

***

αντιεθνικιστικό

πρωί Κυριακής στην πλατεία

κουλούρι Θεσσαλονίκης, τσιγάρο, καφές ελληνικός

φωτίζει ο ήλιος τα σκοτεινά πρόσωπα

ψάχνοντας σε μέρες πονηρές

μια δόση ελευθερίας,

στρίβω το βλέμμα, λίγο πιο ‘κει

μεγαλέξανδροι, παπάδες, σοβαροί καθηγητές

λόγους βγάζουν πύρινους, χριστιανικούς

για πόλεμο μιλούν και για αίμα,

α, κι εγώ που κάποτε νόμιζα

πως όλα αυτά ήταν πια μόνο ιστορία

στα κρυφά λαδώνω το περίστροφο

-ποτέ δεν ξέρεις που θα χρειαστεί-

κι ευθύς πάω περιφρούρηση

στην απεργία

***

αποκαθήλωση

η ζωή τραβάει την ανηφόρα

σε εθνικιστικά συλλαλητήρια 

χέρι χέρι με απογόνους ταγματασφαλιτών 

πάνω από τα πτώματα των εξόριστων 

πάνω απ’ τους βασανισμένους

φτύνοντας εκεί που κάποτε προσκυνούσε 

στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στην Ικαριά, 

ας είμαστε όμως ειλικρινείς, αδερφέ μου 

όταν μια ολόκληρη ζωή

υμνείς το λαϊκοπατριωτικό έναντι του ταξικού

στο τέλος πάντα καταλήγεις

ουρά του φασισμού

***

πλατεία Βικτωρίας

ο καπνός σου ανεβαίνει στο φεγγάρι
με λίγα κέρματα στην τσέπη
ανάλαφρα να κουδουνίζουν
αναρωτιέσαι αν σ’ αγαπά, αν σε θυμάται,
ο Νικ Κέιβ στο ραδιόφωνο αναπαράγει τη σκέψη σου
ή μήπως εσύ αντιγράφεις αλλότρια συναισθήματα
αναρωτιέσαι, αέρας σηκώνεται βαρύς, αφρικάνικος
σαρώνει υπόστεγα και σκηνές μεταναστών στην πλατεία
τρέχουν να κρυφτούν οι άνθρωποι
αλλά δεν έχουν τόπο
βρέχει, αργά, σιγά και βασανιστικά, σβήνει το τσιγάρο
χάνεται ο καπνός, υγρή σκόνη γίνεται
στους ώμους των φτωχών
χλωμό το φεγγάρι, ένα ροκ κομμάτι
σε βυθίζει περισσότερο στη μελαγχολία σου
τρέχεις, βοήθεια δίνεις όσο μπορείς, ένα παιδί αγκαλιάζεις
το παιγνίδι του χαμένο στη λάσπη
σαν νεκρός στρατιώτης στα χαρακώματα
σαν γεροντική ανάμνηση, σαν αγνοούμενος πολέμου
κλαίει το παιδί, ξαπλώνει στην αγκαλιά σου, κρυώνει
τραγικές φιγούρες μέσα στη βροχή,
δυο σώματα σ’ ένα, τρέχετε
η φωτογραφία σας αύριο πρωτοσέλιδο θα είναι
στα διεθνή πρακτορεία
κι εσύ, με τσιγάρο και πάλι,
σε κάποια συνέλευση αλληλέγγυων
μόνη θα σκέφτεσαι πως αν αντέξει το παιδί
τότε υπάρχει ελπίδα

***

παρακμή

έγινε η Ποίηση

ντεκόρ

στις νεοφιλελεύθερες ανησυχίες σας

έχασε την ψυχή της

παιγνίδι έγινε 
θυσία στους ισολογισμούς

προϊόν προς πώληση 

και ανταλλαγή 

με νέους ποιητές 

που με το παλιό συντάσσονται 

με την παρακμή 

λίγα ψίχουλα αναγνώρισης 

ζητιανεύοντας 

απ’ τους καταξιωμένους 

που ποντάρουνε 

στον θάνατο 

μήπως και το έργο τους 

αποκτήσει αξία 

για να διδάσκεται 

αύριο στα σχολεία 

ως έργο εθνικό 

ως έργο αναγκαίο 

για τις επόμενες γενιές, 

έγινε η Ποίηση 

παρηγοριά του εγωισμού σας 

έχασε την φωνή της 

στα μονοπάτια του κόσμου 

ξυπόλυτη, με σημαία της

μια φούστα γαλανόλευκη 

ψάχνει να βρει 

τον άνθρωπο

αλλά άνθρωπος πια 
δεν υπάρχει

Λεωνίδας Πανόπουλος / Σωτήρης Λυκουργιώτης, Τρία ποιήματα

ΟΔΟΣ ΤΡΙΩΝ ΝΑΥΑΡΧΩΝ

αυτό το μελαγχολικό κορίτσι που βαδίζει
πάνω στις ασφάλτινες κοίτες των αστικών φαραγγιών
σημαδεμένη από έρωτες ατάκτως
τετριμμένους
μπλεγμένη στα γενικά αδιέξοδα
μιας γενικής αφασίας
είναι η πατρίδα μας

στα χαϊμαλιά της σέρνει
τα απομεινάρια της παλίρροιας
και το ναυάγιο βλέμμα του Άμλετ
την ακολουθεί
ώσπου να γίνει πάλι νεκρή — στιγμή
στο αδιαχώριστο του χρόνου καρναβάλι

για ό,τι ακόμα εξαγγέλλεται
θα αρκεστούμε στη σιωπή
αφού το κορίτσι αυτό
είναι το μόνο που απομένει

***

ΠΑΡΑΔΡΟΜΗ

το στενό
που οδηγούσε τη φαντασία μας
στο σπίτι με το κόκκινο το φως
έγινε τώρα πεζόδρομος εμπορικός
γεμάτος καφέ και καταστήματα
καριέρες, πόζες και σαχλά ενσταντανέ

και μας αφήσανε τον έρωτα αμανάτι
να παίζει σα φάλτσα νότα, ντεμοντέ

αυτό θα πει: επικρατήσανε
σα ζόμπι
οι μπλαζέ

***

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

να πνίγεσαι απ’ τον ήλιο,
να μουρμουράς
σαν τα τζιτζίκια
τον καημό του καλοκαιριού
ντάλα μεσημέρι•

ύστερα
να ενώνεις δύο φέτες καρπούζι
αντικριστά και
ιδού να φτιάχνεις μία ωραία πανσέληνο

μένει τώρα
κάποιος θαρραλέος
να την κρεμάσει το βράδυ
μπουγάδα στην ταράτσα

*Από τη συλλογή ‘Αστικά λήμματα”, Εκδόσεις Anima Libri, Πάτρα 2017.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Από το “Έκαστος εφ’ ώ ετάφη”

1.

στον φιλόσοφο δεκανέα Ν.Τ.

Δεν ήξερα πια
Δεν ήξερα πια τι να πω
Δεν ήξερα πια τι να σκεφτώ

Αν η σιδεριά του οπλοβαστού
ήταν μια άλλη φυλακή
Αν ο σχοινοβελός ήταν ένα οδοντικό νήμα
που χάιδευε τα αποφάγια
Αν η υπερυψωμένη σκοπιά καυσίμων
με τον χαλασμένο προβολέα
ήταν ένα καμένο σπίρτο

Μου αρκούσαν
το κρύο
και κάποιοι εσωτερικοί διάλογοι
με τον αυτοκτόνο δεκανέα

Στο γερμανικό απόψε ίσως έρθει
εφοδεύων
Αλτ! Τις ει;
θα τον αναγνωρίσω
από τις πατερίτσες
θα ανταλλάξουμε
κάτι απορίες
λίγη οργή
και θα υπογράψει καλώς

2.

Τώρα ούτε δικηγόρος του διαβόλου
ούτε σύμβουλος σωματείου
ούτε λογιστής κάποιας επιχείρησης
απλός υπάλληλος γραφικής ύλης
κόψτε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή
για φιλανθρωπικά ιδρύματα
για οίκους ευγηρίας
κόκκινη πρόσοψη ή κίτρινο της απουσίας
για τα απαραίτητα τα τυπικά τάχα
κάντε μια έρευνα στο υποθηκοφυλακείο
της γειτονιάς όχι υποθήκες όχι προ-
σημειώσεις αυτά δύουν στο προαύλιο
ενός μονοθέσιου δημοτικού
για μια μεταγραφή ακίνητων ματιών
ρωτήστε τα υπόλοιπα δανεικά και
γυρισμένα με την πλάτη στο χώμα

έκαστος εφ’ ω ετάφη

3.

Κι όταν θα λείψουν οι εικόνες
θα αρχίσει η δουλειά

με τα δυο τα χέρια
με τα δυο τα πόδια

τα μονόστηλα τα ψιλά γράμματα
δε θα ηχούν τίποτε

στον ήχο κάποιας μηχανής
θα ψάχνεις ποίηση

Επιστρέφω σημαίνει βάζω καφέ
στο μπρίκι
ετοιμάζομαι για τη δουλειά

Δουλεύω σημαίνει επιστρέφω
τις εικόνες που δανείστηκα

Επιστρέφω σημαίνει χάνω
το πρώτο φως μου

Μάνα που με γέννησες
σκότωσέ με τώρα

*“Έκαστος εφ’ ώ ετάφη”, επανέκδοση Θράκα 2017.