Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

ΠΟΓΚΡΟM

σε αυστηρή παράταξη
με πνεύμα αδάμαστο, σε πειθαρχία
τον εχθρό θα αντιμετωπίσουμε
υψώστε τις σημαίες
τα λάβαρα σηκώστε της πατρίδας
εμπρός, της Ελλάδος παιδιά, επίθεση
σε πρόσφυγες και μετανάστες
σε άρρωστα παιδιά
στις μητέρες τους που σταυρώνονται
για την ανάπτυξη του πολέμου
για την υπεράσπιση των τραπεζών
σε κάθε γωνιά της Μεσογείου, στο Αιγαίο
πνίξτε τη φωνή, τα όνειρα τους
τσακίστε τη ζωή τους
κι ύστερα, σαν έτοιμοι από καιρό
τα όπλα στρέψτε
στους συμπατριώτες σας
η δουλειά δεν τέλειωσε ακόμα

ξημερώματα Δευτέρας 23/4/2018 στο πλοίο για τα Χανιά

***

ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΛΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

έρχονται μέρες
που δεν γνωρίζουμε
τι ή ποιός
θα μας πνίξει πρώτος
η αφρικάνικη σκόνη
η ανοιξιάτικη υγρασία
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
ο πόλεμος στη Συρία
η φτώχεια μας,
έρχονται μέρες
που μέσα απ’ το σκοτάδι
πάλι το φως θα
γεννηθεί

15/4/2018

Λουκάς Αξελός, Τρία ποιήματα

Όπως πάντα

Είχαμε μαζευτεί πάλι, όπως κάθε μέρα
όμοιοι δίχως αλλαγή,
με τα ίδια πρόσωπα και πουκάμισα
τις ίδιες τυπικές λέξεις κι ιδέες.
Καθόμασταν στο σκουριασμένο κήπο
με τα κίτρινα δέντρα και χόρτα του
χαμένα στη σκιά της μάντρας.
Άξαφνα η σιωπή σκίστηκε στα δυό:
Ο Άρης πέθανε…
και πώς και τί, πάει κι αυτός, κρίμα.

Είχαμε μαζευτεί πάλι — φθινόπωρο άρχιζε —
όπως κάθε μέρα
όμοιοι δίχως αλλαγή,
μόνοι εμείς οι πέντε «εκλεχτοί»
μακριά απ’ τους θόρυβους της πόλης.

Αθήνα, 10 Αύγουστου ’66

***

Πέτρινο καλοκαίρι

Αίσθηση δεν υπάρχει
αυτές τις πύρινες στιγμές, αυτές τις λαθεμένες νύχτες.
Η εκνευριστική ησυχία
των φαινομενικών αντικατοπτρισμών
τη ραχοκοκαλιά σου ερεθίζει.
Άραγε η εξάτμιση των υδάτων
κι η αφαλάτωσή μας
στην άναρχη οδό που περπατάμε
οριστική θε νάναι;
Το στόμα σου ξεραίνεται, ενώ
ποτάμια, χείμαρροι ο ιδρώτας,
πελώριος υδάτινος λαός, ξεχύνεται απειλητικά
στο βάθος
ποτίζοντας τη χλόη σου
τρυπώντας σου τα μέλη.

Καλοκαίρι 1967, ασφυχτικά
ξερή εικόνα
δάσους τροπικού (πυρακτωμένου κάκτου)
σε Μεσογειακό μοτίβο.

Αθήνα, 10 Ιούνη 67

***

Χαραγμένα στην πέτρα

Στο Μάνο

Πέτρα αμίλητη
και πόρτα σφαλιστή.
Χαθήκαμε μες τα σχίνα
να διαβάζουμε χαραγμένα στην πέτρα
Γιάννης Βρεττός 1948,
Νίκος Σούκας 1936…

Πώς πέρασε αυτή η ζωή
και σκάλωσε στο πλακόστρωτο…

Ανάλαφρα πατάει στο πεζούλι.
Όμως δεν κοιτά το ίδιο.
Το βλέμμα άγριο κάτω απ’ το δάσος του φρυδιού
τρυπάει το σώμα των φυλάκων
και πηδώντας τα βράχια
χάνεται στα φουσκωμένα κύματα.

Κάστρο της Πύλου, 28 Αυγούστου ’73

*Από τη συλλογή “Περιπέτεια ή Επιστροφή αρ. 2”, Εκδόσεις Στοχαστής, Γενάρης 1981.

Γιώργος Ζησιμόπουλος, Δέκα ποιήματα

Peter Steinhauer, Taikoo Windows (Hong Kong, 2008)

ΚΑΛΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Αυτός ο ήλιος
δεν φωτίζει
ούτε ένα πρόσωπο
ούτε μια σκιά
δεν προφητεύει.
Συνεχώς εξημερώνει.

***

ΟΤΑΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

Αυτός ο ήλιος
είναι ακαταβύθιστος.
Διαπλέει τις ανταρκτικές των ψυχών
χωρίς να κλαίει
ούτε ένα σώμα.

***

ΑΝΕΞΟΔΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μεσημεριάζω.
Μέχρι ο ήλιος
να δακρύσει
το μυστικό μου απόσταγμα
σφιχτά κρατώ
μεσοσπονδύλιο δίσκο
των ονείρων.

***

ΞΥΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

Χρόνια πολλά
του γύρισαν τις πλάτες
να μάθει επιτέλους
να βλέπει με τα νύχια.

***

ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΟΥ

Από τα μάτια μου
στα μάτια σου
την πτώση μου
από τον ουρανό στη γη
ραφή ραφή ξηλώνω.

***

ΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ
ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΑΠΟ

Από τη νοσταλγία ξεκινώ
απόμερα σε συναντώ
και απόμακρα σε ψάχνω

*

Απόνερα κατακλυσμών
ανάβουνε τους ήλιους μας.
Απόσταγμα της σκέψης μας
τα αποκαΐδια της οργής μας.

***

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
ΟΠΩΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Όταν όλα τα χρώματα
με αναζητούν
εγώ
δεν έχω πρόσωπο
να κρύψω.

***

ΛΑΘΡΑ

Μια φορά κι έναν καιρό
θα ζήσουμε για πάντα

***

ΠΕΡΑΤΙΚΗ ΟΛΙΓΩΡΙΑ

Όπου με στέλνεις
φεύγω.
Όπου κοιτάζεις
ταξιδεύω.
Όπου να ‘ναι
θα συναντηθούμε.

***

ΕΝ ΡΙΠΗ ΟΦΘΑΛΜΟΥ

Η νύχτα
η λύσσα
εμείς
φωτιά στα επιτελεία
πασών των αιτιών.

*Από τη συλλογή “Αφήλιον ήμαρ”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.

Σπύρος Μεϊμάρης, Τρία ποιήματα

Τότε και Τώρα

Ο αέρας φυσάει και το μακάριο
Πάλλευκο φως του φανερώνει
Ολάκερη την παιδική μου ηλικία.
Ο Ουρανός είναι διάφανος.

Μοιάζει σαν το μάτι να αποτυπώνει
Από την αρχή σκηνές του Πύργου,
Κοντά στα πλατάνια,
Αυτή τη φορά όμως ανάμεσα σε
Κεραίες τηλεόρασης
Που δεν προσέχω καθόλου.

Ένα λησμονημένο σπιτάκι
Στο κέντρο της πόλης.

Οι ράχες των πολυκατοικιών
Της Αθήνας κάτασπρες
Στο φως του ήλιου.

Οι φαλακροί λόφοι
Του λεκανοπεδίου, γεμάτοι σπίτια.

Ελάχιστα σύννεφα γιατί φυσάει βοριάς.
Μπαλκόνια ανθισμένα στο νου.

***

Η Γειτονιά μου

Νύχτα στη γειτονιά μου.
Επιστρέφω στους υγρούς, λερούς δρόμους.
Προσπαθώ να διακρίνω τα σημεία
Στο άγνωστο ετούτο τοπίο.
Να συνδεθώ μαζί τους
Μέσα από μυστικά, υπόγεια ρεύματα.

Μέρα ή νύχτα ψάχνω κάποιο σημάδι.
Από το χάος που διακρίνω,
Επιστρέφω στο κρεβάτι μου.
Γυρίζω σπίτι
Μέσα από τους δρόμους.
Την πορεία τη δική μου
Χαράζω.
Μισο-αναμνήσεις, μισο-αισθήσεις,
Μισο-οράματα.
Σας το λέω όμως!
Όλο και πιο ξένη γίνεται
Η ατμόσφαιρα.

***

Τοπίο

Θα φέρω από μακριά
Όλες εκείνες τις σκηνές και τα χρώματα
-όσο μακρύτερα τόσο καλύτερα-
Κι ύστερα από πιο κοντά, τα φυτά, τις οσμές
Τις θέες, τις αισθήσεις, τους ήχους
Αχ! τους ήχους τους δαιμονικούς,
Τα ωραία και λαμπερά “άψυχα” αντικείμενα.

Ζούμε στη μεγάλη πολύχρωμη πολιτεία,
Του θορύβου και του ιδρώτα, έχουμε όμως
Ευτυχώς από πάνω μας άφθονο ουρανό,
Άλλοτε γκρίζο κι άλλοτε γαλανό,
Για να βυθίζουμε μέσα του
Το πνεύμα μας και να χανόμαστε στα χάη.

Πουλιά που πετούν και οδηγούν
Τη σκέψη μας απροσπέλαστα.
Σύννεφα-πατριάρχες που στέκονται
Μεγαλόπρεπα εκεί.
Κεραίες τηλεόρασης όμοιες σιδερένια,
Ακατανόητα τοτέμ.
Βρώμικα πεζοδρόμια της καθημερινής μας
Εκπαίδευσης μαζί με συνηθισμένα,
Βαρετά αυτοκίνητα.

Πιο πίσω υψώνεται κάτασπρη Μέκκα,
Η πόλη που μας σκιάζει και μας σκεπάζει.
Το σούρουπο φαντάζει ολόκληρη Φωτισμένη κίτρινα φώτα.
Με ρούχα φορτωμένες οι βρώμικες ταράτσες της.

*Από το βιβλίο “Δηλώσεις της σιγαλιάς 1997-2009”, Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ, Αθήνα 2011.

Grace de las Nieves, Sexual Verbiage / Σεξουαλική φλυαρία

I did touch
Your skin
Smooth as a flat screen
My fingers pretending
They were your lips
Sweating stars
I rode all night
Insane, hopeless

Restless imagination
Restless fiery tongue
Restless majestic perversion

Such has been the allure of your song
And so miserly your efficacy
Bringing out into the open
The sham of your sexual games
Oblivious to the courses
You paid no mind to the collateral damage

Who pays for the yet unbroken dishes?
Who carries the corpse before it dies?
Who gulps the bubbling broth
To announce that it’s over boiled?

Lest you confuse my waxing desire
With the feelings that your infinite ego hankers for
The root of all this;
This unstoppable verbiage of yours
That just inflates my insatiable fire.

The skeletons I see are green
And pure is how I want you, or do I?
Truth be told, I want to end of this paperwork of tongues
That has dried up my mouth
Wet knickers
And a birdcage between my navel and my back
A collection of unheard moans
A beast chain to nothingness

Savage heart
Don’t let yourself die in reason.
You have the titillating key
It’s time, it’s time
To fly high, you dreamer
Pleasure can always be found
Here and now.

*From the book “La Gracia de law Nieves”, A Voz Limpia, Melbourne 2017.

*

Σεξουαλική φλυαρία

Άγγιξα
Το δέρμα σου
Ομαλό σαν επίπεδη οθόνη
Τα δάχτυλά μου προσποιούνται
Ότι ήταν τα χείλη σου
Ιδρωμένα αστέρια
Ταξίδευα όλη τη νύχτα
Τρελή, απελπισμένη

Ανήσυχη φαντασία
Ανήσυχη φλογερή γλώσσα
Ανήσυχη μεγαλοπρεπής διαστροφή

Αυτή ήταν η γοητεία του τραγουδιού σου
Και τόσο ασήμαντη η αποτελεσματικότητά σου
Βγάζοντας στη φόρα
Την ψευδαίσθηση των σεξουαλικών σου παιχνιδιών
Απορροφημένη στα μαθήματα
Δεν έδωσες προσοχή στις παράπλευρες απώλειες

Ποιος πληρώνει για τα ακόμα άσπαστα πιάτα;
Ποιος μεταφέρει το πτώμα πριν πεθάνει;
Ποιος καταπίνει τον αχνίζοντα ζωμό
Για ν’ ανακοινώσει ότι έχει παραβράσει;

Φοβάμαι μπερδεύεις την επιθυμία μου για αποτρίχωση
Με τα συναισθήματα που το άπειρο εγώ σου λαχταρά
Η ρίζα όλων αυτών.
Αυτή η ασταμάτητη φλυαρία σου
Αυτό απλώς φουντώνει την ακόρεστη φωτιά μου.

Οι σκελετοί που βλέπω είναι πράσινοι
Και είναι ξεκάθαρο ότι σε θέλω εσύ ή εγώ;
Η αλήθεια να λέγεται, θέλω να τελειώσω μ’ αυτή τη γραφειοκρατία των γλωσσών
Που έχει στερέψει το στόμα μου
Υγρές κυλότες
Και ένα κλουβί ανάμεσα στον ομφαλό και την πλάτη μου
Μια συλλογή από ανήκουστες γκρίνιες
Μια θηριώδης αλυσίδα στο τίποτα

Άγρια καρδιά
Μην αφήσεις τον εαυτό σου να πεθάνει από λογική.
Έχεις το κλειδί της διέγερσης
Ήρθε η ώρα, ήρθε η ώρα
Για να πετάξεις ψηλά, ονειρευτή
Η ευχαρίστηση μπορεί να βρεθεί πάντα
Εδώ και τώρα.

*Από το βιβλίο “La Gracia de las Nieves”, Εκδόσεις A Voz Limpia, Μελβούρνη 2017 (αγγλο-ισπανική έκδοση. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Anne Sexton, Λέξεις

Να είστε προσεκτικοί με τις λέξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές βάζουμε τα δυνατά μας ·
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι και μαργαρίτες και μελανιές.

Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.

Είναι περιστέρια που αποσπώνται απ’ το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα, τα πόδια του καλοκαιριού,
Κι ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.

Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.

Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες, αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.

Οι λέξεις και τ’ αυγά πρέπει να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν

*Mετάφραση: Κώστας Λιννός. Το ποίημα το πήραμε από τη σελίδα τη Έλλης Γρίβα στο facebook, σχέδιο της οποίας συνοδεύει την ανάρτηση.

Ανδρέας Παγουλάτος (16 Νοεμβρίου1946-22 Μαρτίου 2010), Ποίημα χωρίς άγκυρα

χωρίς άγκυρα
ριγμένη
καράβια
σ’ ανύπαρχτο νερό

οι έλικες
να μη γυρίζουν
στο κενό

το όνειρο
σαν το μπετόν
οι άνεμοι
πετρωμένοι

μια στροφή
από ζεϊμπέκικο
πορνεία της στιγμής

καλέσματα
από ραντάρ
αόρατα ναυάγια

στη θέα όλων
στα τυφλά μάτια
στα πληγωμένα γόνατα

ξανάρχεσαι
στην πόλη-πέρασμα
στο λιμνασμένο
παλιο λιμάνι

εδώ
αναβράζει
βρωμάει
επιβολή
εξουσία
ανεργία

στα χέρια
στα σώματα
στο λογισμό
στον έρωτα

που έγινε μύθος

και σαν μύθο

τον προσκινούσαν

τώρα τα κουρέλια του

πουλούν

υπερεκτιμημένα

και ως θέαμα

τον ματώνουν

τον βρίζουν

δοκιμάζουν

το αίμα του

και αηδιασμένοι

το φτύνουν

Πόππη Δέλτα, Δύο ποιήματα

Επανάληψη

Μάτια πεσμένα στο πάτωμα,
χέρια μουδιασμένα,
αισθήματα ζερασμένα στη τουαλέτα,
στον αφαλό σου κρέμεται ένας τεράστιος ομφάλιος
ένα μωρό που μεγαλώνει
έξω από το σώμα.
Πόσο καιρό συμβαίνει αυτό;
Καμία ανάμνηση.
Εικόνα σε επανάληψη,
που κάθε πρωί είναι καινούργια.
Πόσο καιρό συμβαίνει αυτό;
Ένα γυμνό σώμα ξαπλωμένο
λίγα μέτρα μακρυά σου
πηγαίνεις προς τα εκεί
όλα σβήνουν.
Και πάλι η ίδια εικόνα.
Πόσο καιρό συμβαίνει αυτό;

***

Στιγμή ευτυχίας

Ξημερώνει και εσύ κοιμάσαι τόσο ήσυχος.
Νιώθω ελαφριά, νιώθω το κορμί μου
τόσο αρμονικά δεμένο,
την ψυχή μου τόσο διάφανη.
Χορεύω.
Ας μην με βλέπεις.
Για αυτές τις στιγμές μικρής, ευγενικής ευτυχίας
ζούμε καλέ μου.
Για να κοιτάζω στα μάτια σου
και να βρίσκω την γαλήνη.
Για να νιώθω τα κορμιά μας να κάνουν έρωτα
και να βρίσκω την ηδονή.
Για να κοιμάσαι δίπλα μου και να
με νανουρίζει η ανάσα σου.
Για να με αγκαλιάζουν τα όμορφα,
ζωγραφισμένα σου χέρια
και να νιώθω ικανή.
Για αυτό είσαι εδώ.
Για αυτό είμαι εδώ.
Για αυτό Σ’αγαπώ σήμερα, τώρα,
αυτό το ξημέρωμα.
Για αυτό το ξημέρωμα.

*Από τη συλλογή “Δολοφονία εκ προμελέτης”, Εκδόσεις Κενότητα, 2017.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ομίχλη στη θάλασσα

Ομίχλη στη θάλασσα
λιμάνια άλγους
άδειες φωλιές πουλιών
οι αετοί δεν παρευλάνουν
με τους κούφιους ήχους της καμπάνας
οι αύρες δεν έρχονται
οι αγροί δεν ανθούν
τα πέλαγα δεν αφρίζουν
η χαρά δεν είναι εδώ
είναι πιο κάτω
κάνει τη χαμάλισσα
σε νοτισμένες ερημιές
σε μπαλκόνια
σε πάθη απαστράπτοντα
που τρέχουν ξοπίσω μας
και μας συνοδεύουν
μέχρι το θάνατο

Χρήστος Κεραμίδης, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Τόσα χρόνια!
Και πάλι στάθηκα
στις αποβάθρες που με περίμεναν
στους ελαφρείς κυματισμούς
των πλοίων,
στην ομίχλη
που έπνιγε την ανάσα μου
με μια παράξενη επιθυμία
να μην γεράσω γρήγορα.
Θεέ μου!
Πόσο θα ‘θελα να ταξιδέψω

***

ΡΥΘΜΟΙ

Δώσε στο πρόσωπό σου
την έκφραση της μουσικής,
της φράσης που σε συνεπαίρνει.
Κράτα τους ρυθμούς
με το δικό σου σώμα
σε κτύπους αυτοσχέδιους.

***

ΟΙ ΠΙΟ ΩΡΑΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι πιο ωραίες λέξεις έρχονται τις νύχτες
καθώς οι σκιές του φεγγαριού,
παράξενες ερωμένες
που μπαίνουν στης ψυχής
και του μυαλού το καταφύγιο…

***

ΑΔΥΝΑΜΟΙ ΛΥΧΝΟΙ

Κωπηλατώ
στη μέση του γαλάζιου.
Πίσω μου
οι αδύναμοι λύχνοι.
Πρόσωπα
στη στάση του αποχωρισμού
σκιές που βιάστηκαν να λησμονήσουν.
Μετέωρες.

*Από τη συλλογή “Ο Αύγουστος που περιμένω”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2016.