Κωστής Ανθάς, Δύο ποιήματα

ΜΕ λάσπες στα πόδια τα στίφη πιλάλησαν,
παίρνοντας ένα ψεύτικο
κατάδικό του σπίτι,
πού ‘γλεπε στη λίμνη με τους άσπρους κύκνους.
Τα ψευδίσματα βγαίναν σα σκρόπια μαργαριτάρια,
κι η λάμψη τους χάνονταν μαζί με τις ορδές.
Το ανέκφραστο λερωμένο παιδί,
δειλό απ’ της αστοργιάς του θρήνου πσρτραίτο,
άρχισε να λογιάζεται με τσιμπλιασμένα βλέφαρα
κείνα τ’ αμέρωτα ελάφια,
να τα κανακεύει με της ζωγραφιάς το μάτι
και το κατοπινό πήδημα να θέλει νά ‘ναι δικό του,
ξέγνοιαστο και παντοτινό,
να ξυπνάει μ’ ένα δροοαύγιντο κόκκινο φίλημα
κι ύστερα να χάνεται απ’ το κουραστάρι του κορφολόγου
στου γανωτή τη μέρα.
Βοερό ποταμάκι, βλόγα το κεφαλάρι σου,
τους σπίνους και τις ποταμίδες μίλα,
τριγύρω σου παίζει ένα φωτοάστερο,
Βάλε του μια τήβεννο,
μια σιγαλή προσλαλιά στο χνουδωτό του στόμα,
να ειπεί, γιατί κονταίνει η σκέψη του
όταν το τέλμα σου μακραίνει
ώς του αυλόγυρου τα χαμηλά τα ράμνα.

***

ΣΤΗΝ αύρα γρίλλιες
άνοιξαν οι αμμουδιές.
Τους πειρασμούς των γερανιών
στο κάψιμό τους κάνανε παιχνίδι.
Ειρήνη τό ‘πανε τα βότσαλα,
πόλεμο τ’ ανεμοσούρια
κι ένα μικρό
μιας αγκαλιάς τάξιμο
τό ‘πε ευκή.
Πυρόξανθο σκίρτημα,
φεγγαροτυλιγμένο του ύπνου
αγάπημα
κρέμασε στα μαλλιά του.
Το βάφτισε μ’ εμπάθεια
σ’ επίγεια νερά
κι από μηρύματα λυμένα
έκαμε κορδέλες
να διχοτομήσει μιας ακτής
καμένες σπιθαμές.
Του φλοίσβου τα μαγεμένα
ακούσματα
έσυρε ώς την καλύβα
το πεπρωμένο πλάνεμα
του αχαμνού προσώπου,
που αποκάλυψε το μέτρημα
μιας ξένης ευτυχίας.
Γρίλλιες και πειρασμοί καιγόμενοι
μελωδίας λύρας γίνηκαν,
νερωνικές περιπλανήσεις.
Ένα φωτοστέφανο, εγκώμιο της δόξας, αγάπησε
στο μάκρεμα της αμμουδιάς.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983. Εξώφυλλο: Ποσειδώνας Καρανικόλας.

Χριστόφορος Τριάντης, Σωτηρία

Οι λέξεις σου δεν σώζουν
ούτε διασώζουν (κανέναν).
Δεν είναι ενθύμια
και συλλογές για βιβλιοθήκες
(και προθήκες).
Είναι έξω από κάθε σωτήριον
έργον.
Η σωτηρία είναι έργο
των (επισήμων) ποιητών και λογάδων.
Παραδίδουν μαθήματα
και οδηγίες
σε μειράκια, νοικοκυρές
και άρτι σωσμένους.
Αλλά οι εκκρίσεις
συντηρούν
την επιφάνεια (και τα βάθη)
και τον φθόνο
γιατί η απελπισία
είναι έξω απ’ τη διάσωση.

Στρατής Φάβρος, Χάνω το χρόνο μου…

Χάνω το χρόνο μου εργατικός σαν τη μέλισσα 

μ’ ενδιαφέρει μια δημοκρατία του συναισθήματος

μ’ ενδιαφέρει αυτό που αφαιρετικά λέμε αλήθεια

και που πάντα χάνεται ώσπου να μικρύνει τόσο
στις προτάσεις του ορθολογισμού

μ’ ενδιαφέρει η ακροαματικότητα της γλώσσας 

το ίδιο με την αφηγηματικότητα της

μ’ ενδιαφέρει η ευδαιμονία όπως αν ήμουν μέλισσα

θα με ενδιέφερε το νέκταρ

μ’ ενδιαφέρει η μαγεία που δεν είναι μαγεία

και τα μύχια της αρμονίας μυστικά 

μ’ ενδιαφέρει η σύνταξη που κρύβει τα μυστικά της παντού

μ’ ενδιαφέρουν τα κείμενα, οι παύσεις τους, η στίξη 

οι εκθλίψεις, οι αποκοπές, οι αφαιρέσεις,

οι ασκήσεις γραμματικής στο δημοτικό

αναζητώ εντατικά μιαν αισθητική δημοκρατία της ανάγνωσης

αναζητώ τις πολλαπλές ερμηνείες στις γραμμές των κειμένων

τις υπερκείμενες τις υποκείμενες και τις ενδιάμεσες 

μ’ ενδιαφέρει η απαγγελία ως φορέας συνθετικού νοήματος

η κρυμμένη μουσική του κόσμου 

η αρμονία που λέμε μέτρο κι η στον στίχο επανάληψη 

μ’ ενδιαφέρει η διαμόρφωση του βιώματος 

μ’ οδηγό τις ας πούμε παραπάνω αρχές

——————————————

H τέχνη δεν αποτελεί πανάκεια ούτε βέλος 
επομένως δεν προωθεί τις πεποιθήσεις αλλά τις

αποδιαρθρώνει, είναι η διαρκής υπενθύμιση του ερωτήματος

μαζί με μια αγωγή στη δημοκρατία του συναισθήματος.

Η τέχνη συνεπώς δεν στρατεύεται αλλά μαθαίνει στην αντίσταση

Ο άξιος θάνατος του Τεχνίτη είναι ο θάνατος του ηττημένου.

Αφήστε μας λοιπόν Πατριδοκάπηλοι να πορευτούμε

την ειρήνη της ήττας μας.

Ως σύνθημα, θα τραγουδούμε την Τέχνη μας

πάντα στο δρόμο για τα κρεματόρια.

Χ. Π. Σοφίας, Μαύρη Σημαία

Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δε σωπάσαμε,
Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης
Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς
Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου
Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους
Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία
Έτσι φτάσαμε πολύ ψηλά ως τ’ άστρα
Δεν αφανιστήκαμε μέσα στις νύχτας την πυκνή βλάστηση.

Νόπη Φουντουκίδου, Αυτόνομοι, Αυτόμονοι κι Αυτόμολοι

Ποιητές…
ας ξεθάψουμε από συρτάρια

χυλόπιτες, κενά, αδιέξοδα,
χάρτινες ρινικές αλλεργίες,
μπούκλες, πολυσύλλαβες λέξεις,
αγαμία, βαθιά πολύ βαθιά νοήματα και ιλαρά,
η μαμά μου δεν μ’ αγαπάει και ο μπαμπάς μου δεν μ’ αγόρασε ποδήλατο,
βροχή, αστραπόβροντα, ηλίαση,
θάλασσα, πολύ θάλασσα ακόμη περισσότερη θάλασσα
και λίγο κρασί λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου ου ου ου
επανάσταση, ναρκισσισμούς και καριοφίλια,
ματαιώσεις, φόβους και διάρροιες,
αγάπες με σπέρμα, αγάπες χωρίς σπέρμα
λογοκλοπές επιτυχείς και θλιβερές,
αυθεντίες, ζόμπι έννοιες και πρόωρη τριχόπτωση,
Βιάγκρα, κυτταρίτιδα και μπουκ-ιν στην αθανασία,
κλάψα, ναφθαλίνη κι αυτισμούς,
μυξούλες, καφέδες χωρίς καϊμάκι, αλκοολισμούς
αιμορροΐδες, κρυφούς έρωτες και σπανακόπιτες
ποδολαγνίες, γαστροοισοφαγικές παλινδρομήσεις και μελισσούλες
καράβια που φύγαν, καράβια που πάτε;
αυνανισμούς με θείες ξαδέρφες ξαδέρφους
αίματα, ρολόγια, σκύλους κι απορρίμματα
μπήχτες, μύστες και τελωνειακούς,
νεράιδες, χρυσόψαρα, κολπίτιδες,
ρακένδυτους, παρένδυτους και κεφτεδάκια
Παρίσια, ποδάγρα, καπρίτσια
ροζ άχλες, βρεγμένα χώματα κι αρχαίο κάλος

κι ας ταΐσουμε τα πεινασμένα πνεύματα
που δεν θα ξεράσουνε ποτέ
το γάλα που βύζαξαν
από το διπολικό βυζί Δημουλίδου – Δημουλά.
Δεν θα χορτάσουνε ποτέ.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Τρία ποιήματα

Ι
ΑΝΤΙΕΡΩΣ

Όταν πια δε θα υπάρχει τίποτα
ανάμεσα σε σένα και μένα,
παρά το τραγούδι της σάρκας,
οι δρόμοι σα γλώσσες θα κρέμονται,
αγγίζοντας το μέλλον της θάλασσας.
Του κόσμου η βουή θα σωπάσει
στη δίψα ενός χρόνου ασήμαντου,
και το φως θα μας ξεχάσει
στ’ απομεινάρια της διάρκειας.
Τα φιλιά μας θα επιστρέφουν οι άνεμοι
σε μέτωπα που ρήμαξε η μνήμη.
Σαν πεπρωμένο θα ηχήσουν οι λέξεις
στο άδειο στόμα της μέρας που φεύγει,
δίχως να νιώσει τον σκοπό μας.
Τα μεσημέρια του κόσμου,
σε μάγουλα μεθυσμένα
απ’ της νύχτας την έμφαση,
χέρια θα γίνουν μιας άρνησης
του υπερενικού αριθμού.

ΙΙ
ΝΕΚΡΑΥΓΕΣ

Απ’ τις παλάμες ενός τρελού θεού
κρέμονται τα όνειρα της νύχτας.

Η πίκρα της απόλαυσης
μας ταξιδεύει ως τη σκληρότητα
του ήλιου,
κάθε που στη λήθη σκύβουν
οι πρωινές ανθοφορίες.
Όταν χλωμιάζουν τ’ αστέρια,
μοιάζει ο κόσμος με προσκύνημα
στη σκιά τ’ αγνώστου.

Ένα ακόμη καρδιάς φτερούγισμα,
στιγμών ελάχιστο χάδι,
ίσως δάκρυ αόρατο,
να ’ναι άραγε αυτό που κρατά
τα μάτια μακριά,
σφιχτές τις γροθιές,
τη ζωή μέσα
σ’ ανεπίστρεπτα λόγια;


ΙΙΙ

Στην Εύα

Νέκυιες λέξεις στης αυγής το συνάντημα
όταν άδηλοι στόχοι οι φωνές μας.
Κι είναι μια οπτασία,
μωρό μου σαν χιόνι απέραντο,
την ώρα που λάμπει τ’ ανθόφως,
συμβαίνει τότε να ξυπνά
ξεχασμένο το αίμα.

Ας προκόψει λοιπόν το κοντινότερο βήμα!
Να υποφέρει η αφή σαν ηλιοτρόπιο
σκυμμένο από ένα φιλί.
Οι νότες ελπίδες
αγκαλιές στεναγμών,
όσο μας μοιράζεται ο έρωτας
χωρίς προθεσμία
στης τρικυμίας τα σύνορα.

*Από τη συλλογή “μικρά κερωτικά”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.

Alfonsina Storni, Δύο ποιήματα

ΓΥΜΝΗ ΨΥΧΗ

Είμαι μια ψυχή γυμνή σε τούτους τους στίχους
γυμνή ψυχή. που μοναχή και θλιμμένη
τα πέταλά της αφήνει παντού σκορπισμένα.

Ψυχή που μπορεί να είναι μια παπαρούνα
θα μπορούσε να είναι κρίνο, να είναι βιολέτα,
κύμα και βράχος, άγρια βλάστηση.

Ψυχή που σαν αγέρι περιπλανιέται ανήσυχη
και βρυχάται σαν είναι πάνω απ τα πέλαγα
Και αποκοιμιέται γλυκά σε κάποια ρωγμή.

Ψυχή που λατρεύει στους βωμούς της επάνω
θεούς που δεν κατεβαίνουν να την αφήσουν τυφλή
Ψυχή που δε γνωρίζει από εμπόδια.

Ψυχή που θα ‘ταν εύκολο να τιθασεύσεις
με μια μόνο καρδιά που θα ραγίσει
και μες στο ζεστό της αίμα να την ποτίσει.

Ψυχή που όταν στην άνοιξη βρίσκεται
λέει στο χειμώνα που αργεί: επέστρεψε,
στο μεγάλο λιβάδι να πέσει το χιόνι σου.

Ψυχή που όταν χιονίσει σκορπίζεται
σε θλίψεις, ικετεύοντας για τριαντάφυλλα
που μ’ αυτά η Ανοιξη να μας σκεπάσει

Ψυχή που κάποιες φορές πεταλούδες αφήνει
σ’ ορθάνοιχτους κάμπους παρά την απόσταση
και τις λέει: ρουφήξτε από τα πράγματα

Ψυχή που να πεθάνει πρέπει, από ένα άρωμα,
κάποια ανάσα, ένα στίχο που ικετεύει,
χωρίς να χάσει, αν γίνεται, καθόλου τη χάρη της.

Ψυχή που δεν ξέρει τίποτα και όλα τα αρνιέται
και το καλό ευνοεί καβώς το καλό απαρνιέται
Γιατί μέσα από την άρνηση περισσότερα δίνουμε.

Ψυχή που συνήθως υπάρχει σα μια απόλαυση
άλλες ψυχές ψηλαφίζει. το ίχνος υποτιμά
κι ένα χάδι νιώθει μες στο χέρι της.

Ψυχή που διαφωνεί με τον εαυτό της πάντα
πλανιέται σαν τον άνεμο, τρέχει, στριφογυρνά
ψυχή αιμορραγούσα, παραληρεί ακατάπαυστα
γιατί είναι το καράβι στου άστρου την πορεία.

***

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Φεύγει απ’ τα δάχτυλά μου το χάδι χωρίς λόγο
απ’ τα δάχτυλα μού γλιστρά. Στον άνεμο, καθώς περνά,
το χάδι που πλανιέται χωρίς λόγο και προορισμό,
το χαμένο χάδι… Ποιος θα το μαζέψει;

Μπορούσα ν’ αγαπήσω απόψε με ατέλειωτη ζέση,
μπορούσα ν’ αγαπήσω τον πρώτο που θα τύχαινε να ‘ρθει.
Κανείς δεν έρχεται. Μόνα μένουν τ’ ανθισμένα μονοπάτια.
Το χαμένο χάδι. θα κυλήσει… θα κυλήσει…

Αν στα μάτια σε φιλούν απόψε, ταξιδιώτη,
αν συνταράζει τα κλαδιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα μικρό χεράκι
που σε πιάνει και σ’ αφήνει, σε κατακτά και φεύγει

Αν δε βλέπεις αυτό το χέρι και το στόμα που σε φιλά
αν είναι το αγέρι που υφαίνει την ψευδαίσθηση του φιλιού
ω. ταξιδιώτη, που το βλέμμα σου. βαθιά μες στον άνεμο,
είναι σαν ουρανός… θα μ’ αναγνωρίσεις;

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, σε επιλογή και μετάφραση Στέργιου Ντέρτσα, Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Γεωργία Τρούλη, Έχει λάβει χώρα μια άνευ σημασίας ενόχληση (κατακέφαλα)

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Παρά την σύντομη ζωή τους
μερικά φτερωτά έντομα αυτοκτονούν ακαριαία
Κυρίως απογευματινές ώρες καλοκαιριού
καθώς πέφτουν με δύναμη πάνω στο μέτωπο, στο κράνος ή στα γυαλιά ηλίου
ανθρώπων που- χαλαροί, αλατισμένοι, αμέριμνοι -γυρνούν με μοτοσικλέτα από παραλία

Το κάνουν ίσως για να μιμηθούν πέτρες που κάποιοι θα ‘θελαν να ρίξουν.
Μάλλον για να τους ξαφνιάσουν. Να νιώσουν οι αναβάτες -έστω στιγμιαία-
κάτι απ’ τη μοναξιά της έντομης ζωής, την γρηγοράδα και τη ματαιότητά της
-γιατί λίγα από αυτά κατάλαβαν πως βοηθούν άνθη, αράχνες, βατράχια..

Ίσως πάλι θέλουν να κάνουν ανθρώπους ν’ αλλάξουν πορεία
Να μειώσουν ή ν’ αυξήσουν ταχύτητα
‘Η ν’ αλλάξουν την προσδοκία να ξεπλύνουν αλάτι και να φάνε έπειτα παγωτό
στη χώρα κάποιου νησιού

Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει

Όλα ένα σκουπιδάκι στο μάτι
ή μια ενόχληση άνευ σημασίας

Παρ’ όλ’ αυτά ένας θάνατος
έχει λάβει χώρα
στο μέτωπο
στο μάτι
ακόμη ακόμη
στο πιο ανοιχτό σημείου του στέρνου

Κωνσταντίνος Νικολόπουλος, Απόκρυφα λόγια

Roland Oudot, Les jetées de port en bessin

I. ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ
Μέσα από νύξεις
Ξεπρόβαλλες
Εισροή σε τόπο αναμνήσεων
Σαν αποτροπή πηγαίων λαθών
Ξεπρόβαλλα
Ποτάμι μεγάλο με πλούσια χλωρίδα στις ακτές
Σε συνεπήρα
Ακόμα κυλάς
Στον προορισμό μου.

II. ΠΕΖΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ
Ονειροπόλησης εφεδρεία
Ποδηλατώ στην παραλιακή
Παρατηρώτη θάλασσα
Αφήνω τα χέρια ελεύθερα
Ψηλό στον αέρα
Πίσω από την πλάτη μου
Σε συναντώ να περιπλανιέσαι
Πεζή, αμίλητη
Κατεβαίνω να σου κάνω παρέα
Ξέρω εσύ
Δε θα ανέβαινες στο ποδήλατο.
Ομως κι εγώ
Δεν ποδηλατώ πια.

ΙΙΙ. ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ
Πληρότητα και έλλειψη
Παροδική αυταπάρνηση
Ανταποδώσαμε το χρέος μας
Τώρα συλλέγουμε τον οίκτο τους
Αξιοποιούμε τον ιδρώτα τους
Κι εκείνοι μας συμπαραστέκονται
Νομίζουνε ότι είναι εμείς
Κι εμείς το ίδιο νομίζουμε
Όμως όπως διαπιστώσανε
Είμαστε εκείνοι.

IV. ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΛΟΓΙΑ
Είδωλο που εξασθενεί
Νερό που πόλλεται
Μια μορφή εμφανίζεται
Υπαγορεύει μια ομιλία
Κάποιος κρυφακούει
Την ομιλία εξιστορεί
Μα δεν είναι η ομιλία που υπαγορεύτηκε
Έτσι καταδικάζεται
Γιατί μόνο ένας άκουσε την ομιλία
Κι αυτός ορκίστηκε σε σιωπή
Κι η ομιλία που ακούστηκε
Δεν επρόκειτο να ομολογηθεί ποτέ
Γιατί όποιος μιλούσε θα καταδικαζόταν
Κι ο σιωπηλός γνώστης
Είχε πεθάνει ήδη
Μην αντέχοντας αυτά που άκουσε.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος- Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2017.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Στον πυθμένα με τ΄άστρα της γαίας

Εκεί όπου ο βασιλεμός του ήλιου με το πορτοκαλί χρώμα
Διαγράφει τη μαύρη σιλουέτα της ομορφιάς
Υπερούσια ακατάλυπτη προέχει της ουσίας
Μαζί κάναμε το ανύπαρκτο υπαρκτό
Τ’ όνειρο χορεύει στροβιλιζόμενο στον αέρα μιας ορχιδέας
Η σύγκρουση της αυγής με το πηγάδι του σπιτιού σου
Δονίζει στον πυθμένα του τ’ άστρα της γαίας
Εθελούσιος ικέτης μιας απροκάλυπτης μεταμέλειας
Σκοπού ατέρμονου παράκληση τεθλασμένη

Η μορφή σου χρυσανθέμου μορφή
Τα λόγια σου στίχοι που θέλουν να ζήσουν για παντοτινά
Στα μάτια των κυττάρων
Στις σκέψεις των πλατάνων
Στις καρδιές των τοίχων κάποιων μεγάρων που χορεύουν
Στου χρώματός σου τις μουσικές
Στο πέταγμα που το χνούδι των ματιών σου ξεκινάει
Παίρνει μαζί του τη διόγκωση του κάβουρα με τα χίλια πόδια
Οι ζωντανοί μιμητές του νεκρού μίμου
Τρέχουν γυμνοί στον ζωολογικό κήπο
Πάνω σε γραμμές του τραμ
Στέκουν τρία πόδια ενός αγάλματος κουτσού
Αναπαράσταση σχεδιασμένη σε γραφεία αρχιτεκτόνων τυφλών
Πάντα θα λατρεύω τη μορφή της
Θα την κλέψω μέσα στον ύπνο της
Καθώς η ανάσα της θα βαραίνει
Εγώ θα ’λαφρύνω το βάρος ενός φτερού
Και θα το αφήσω να πέσει με δύναμη από την ταράτσα της Μνήμης
Οι λύκοι από αύριο θα τραγουδάνε τ’ όνομά της
Η ερυθρά ασθένεια μεταβάλλεται σε θρησκεία
Οι προμηθευτές προμηθεύουν δυόσμου οδοντοστοιχίες
Ενώ τα κίβδηλα πρόσωπα του παρελθόντος που θα ’ρθει
Σκοντάφτουν πάνω σε φωτογραφίες που δεν έχουν γεννηθεί

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς 2016.