Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Ηρεμία

Η τέλεια επικοινωνία είναι
Η σιωπή μιας αγκαλιάς.
Όταν ακούς μόνο το ρυθμό της ανάσας,
Όταν εκπνέεις ήχους αχνούς,
Οι απαλοί ψίθυροι είναι
Εκδήλωση επιδοκιμασίας,
Το ήρεμο χάδι είναι πηγή στοργής.
Η τέλεια επικοινωνία,
Όταν το θρόισμα της καρδιάς είναι
Η μόνη ηχηρή παράβαση.

***

Άγγελος λευκός

Μικρή ικέτιδα της ζωοδότας σου μορφής

Τη φλογισμένη ψυχή στα χέρια σου απλώνω.

Γλυκιά ανάσα, αγκαλιά ιαματική-

Ιερό σημάδι της καρδιάς η χαρακιά

Σε ελπιδοφόρα όνειρα-

Της προσδοκίας η ζέστη με τυλίγει.

Λαμπρό φως καλοκαιριού-

Χρόνια πολλά, απογειώνομαι μαζί σου.

Ιουλία Τολιά, Από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”

Ο τυφλός
ανεβαίνει την εσωτερική σκάλα.
Το ένα χέρι του στην κουπαστή.
Το άλλο
ψηλαφεί στο κενό.
Ανιχνεύει πιθανά εμπόδια.
Ανεβαίνει αργά την εσωτερική σκάλα.
Ο τυφλός
έχει πολλές πιθανότητες να σκοντάψει.
να κατρακυλήσει στην κλίμακα.
Απλά,
ψηλαφώντας,
εξασφαλίζει ένα ελάχιστο ασφάλειας.
Κι αισθάνεται ελεύθερος
συμφιλιωμένος με το απρόβλεπτο

*

Συμφιλιωμένος με το απρόβλεπτο.
Αλλά με την έλλειψη;
Με το Κενό;
Με το άδειο;
Ο τυφλός
θυμάται τα χρώματα.
Ξεθωριάζουν όμως
διαρκώς στη μνήμη του.
Θυμάται μια υποψία χρωμάτων.
Πού και πού
ριπές θυμού τον διαπερνούν
για την απώλεια της όρασής του.
Δεν διαρκούν πολύ.
Συμβιβάζεται με το σκοτάδι και πάλι.

*

Αφουγκράζεται ήχους.
Τους μετατρέπει με τον ψυχισμό του σε μουσική.
Με τον ψυχισμό του,
Δεν γνωρίζει κλίμακες,
νότες.
Το μόνο που γνωρίζει
είναι την ανάγκη του να μειώσει την έλλειψη.
Οσφρίζεται μυρωδιές
αφουγκράζεται θροΐσματα
και προσπαθεί να αναπαραστήσει με τη φαντασία του τη φύση.
Συχνά όμως
γκρεμοτσακίζεται
πάνω στα τυφλά του μάτια.
και είναι αναγκασμένος να συνεχίζει.
να αποδέχεται την τυφλότητά του.
Αυτό που χάθηκε οριστικά.

*“Οι Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Judith Rodriguez, Photo life / Φωτογραφική ζωή

This is the face that will survive my face.
This space, this light survive
the hour they were snatched from time.

Afterlife judgments loom:
this – a hairdo?
the squint – a twitch of humour?

Why be redeemed or damned,
when you can be noticed?
or, forwarding, converse fοr ages,
the stilled gaze with live glances?

I’m settling in to the longer life,
fragments of I
and his eye
circling in stellar winds

***

Φωτογραφική ζωή

Αυτό είναι το πρόσωπο που θα επιβιώσει το πρόσωπό μου.
Αυτός ο χώρος, αυτό το φως επιβιώνουν
με την ώρα που ξέκλεψαν απ’ το χρόνο.

Οι μετά θάνατον ετυμηγορίες δεσπόζουν:
αυτό – μια κόμμωση;
το αλλοιθώρισμα – ένα διάλειμα με χιούμορ;

Γιατί να εξαγοράζεσαι ή να καταδικάζεσαι,
όταν μπορούν να σε παρατηρήσουν;
ή, προωθώντας, να προσηλυτίζεις για πολύ,
το ήρεμο βλέμμα με ζωντανές ματιές;

Καταφεύγω σε μια πιο διαρκή ζωή
θραύσματα του εγώ
                  και το μάτι του
να περιστρέφεται σε αστρικούς ανέμους

*Από τη συλλογή “Flares” (“Πυροτεχνήματα”). Mark Time Books, 2016. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θωμάς Γκόρπας, Δοκιμή για λαϊκή μουσική

Κάποτε θα γράψω μια μουσική ακουμπισμένη στα βλέφαρα δυο
ματιών
όπως τ’ όνειρο στην απογευματινή βροχή
όπως το κορίτσι στο περβάζι του βραδινού παραθύρου
όπως το πρωϊνό πουλί στο ελάχιστο κλωνί της ανεξάντλητης
ελπίδας.

Κάποτε θα γράψω μια μουσική ακουμπισμένη στα βλέφαρα δυο
ματιών
λάδι και κρασί για τις πληγές των απαρηγόρητων αδελφών
φως και πάλι φως για το ματωμένο δρόμο της ειρήνης.

*Από τη συλλογή “Τα θεάματα” (1983). Εμείς το πήραμε από εδώ: https://thesuspendedstep.wordpress.com/category/poetry/

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ

Μαζέψτε τους νεκρούς από τους δρόμους
Η γυναίκα μου έρχεται να με βρει
Έρχεται η τελεσίδικη νύχτα
Μυρίζει σπέρμα και κατανόηση
Ξέρει απέξω κάθε όνομά μου
Ξέρει απέξω κάθε θάνατό μου
Μην μιλάς, μόνο άκου
Υπάρχει φόβος σε κάθε γωνία του ορόφου αυτού
Και παντού τα τατουάζ του χρόνου
Δηλαδή αποδείξεις ότι περάσαμε από εδώ
Χτυπημένες στα μπράτσα της μοίρας
Με την ανήθικη μελάνη του πόνου
Όσο παρανομεί σαρκαστικά
Εις βάρος μας απόψε η αιωνιότητα
Ψάχνοντας κορμί αναντικατάστατο να μεταμορφωθεί
Μαζέψτε τους νεκρούς από τους ορόφους
Η γυναίκα μου έρχεται να με βρει
Έρχεται να με βρει ζωντανό
Πάλι θα αλλάξουμε ονόματα
Πάλι θα γευτούμε μια σύντομη δικαιοσύνη
Τα σύνορά μας θα καταργηθούν αδιάκριτα
Μην μιλάς, μόνο άκου,
Βούλωσέ το.

***

ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σάρκα δεν περιορίζεται στο περίβλημά της
Η σάρκα έχει εσωτερικούς χώρους και εξωτερικούς
Επεκτείνεται εκεί στις σήραγγες του ονείρου
Αυτοκτονεί στην μοναξιά του αστροναύτη
Κόβει φλέβες και βάφεται ολάκερη αποφάσεις
Κολυμπάει όταν εσύ νομίζεις πως ακροβατεί
Ακροβατεί όταν εσύ νομίζεις ότι κολυμπάει
Η σάρκα η προδομένη που έχει την καλύτερη γεύση
Και η σάρκα του έφηβου που ασφυκτιά
Η σάρκα της πουτάνας που με χρονομετρά
Η σάρκα του λύκου που γλύφει την ίδια πάντα πληγή
Η σάρκα που σε θέλει και η σάρκα που σε διώχνει
Και οι δυο σε απαιτούνε για σκλάβο, το ξέρεις,
Η σάρκα δεν περιορίζεται στο περίβλημά της
Νιώθει καθήκον να γνωρίσει ότι την αγνοεί
Να καεί σε γιορτή, να καεί σε σιωπή, να καεί
Μέχρι το φιλί που θα της ανοίξει τα μάτια
Και να βρεις τον καιρό σου εκεί
Και η νύΰχτα να φέρει κοντά το πιο δύσκολο σώμα
Μαζί με ένα άγγελο που θυμόσουν από παιδί
Και χίλιες δυο αγέννητες ιστορίες
Που μόνο η σάρκα θα μπορεί να πει.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί χώροι”, Εκδόσεις Έψιλον, 2006.

Κατερίνα Αγυιώτη, Από το «Φρουρό»

Αυτό που με σώζει είναι ότι, αντίθετα με μένα, η γλώσσα
μου δεν είναι διστακτική ως προς το μέλλον: σκοτώνω /
να συστηθούμε / πεταλούδα μου.

*

Μέσα μου βράζει ένα ποίημα που σερβίρεται κρύο.

*

Οι άγγελοι είναι αναλφάβητοι.

*

Πρέπει να ελπίζουμε να βλέπει το παιδί ένα πρόσωπο
στο τυχαίο σύννεφο.

*

Αλλά αν το χιούμορ μου με έσωσε, το έκανε
απομακρύνοντάς μου τη ζωή που κινδύνευε.
Ποιος σώθηκε λοιπόν;
Μια φιλόξενη πολυθρόνα.

*

Είχε το κρύο στόμα της αναμονής
καί μέσα ομίχλη –
τον σκότωσα / αυτά τα πράγματα
είναι απίστευτα.

*

Μέλλον:
Όταν τελειώσουν όλα
θα κάνω μια βόλτα στο Brick Lane
μια ηλιόλουστη μέρα. Η καρδιά μου
θα είναι μεγάλο ανοιχτό τριαντάφυλλο
απ’ αυτά τα ροζ, που μυρίζουν
τριαντάφυλλο υπερβολικά
και διαλύονται ήσυχα
ήσυχα.

*

Αγαπημένος: ο αναγκαίος εκτελεστής της ιστορίας σου.
Ελευθερία: ο αναγκαίος δεν είναι ο επιβεβλημένος.
Πουλί: το πρωινό σπουργίτι σε μια βιομηχανική αυλή.

*

Μερικά ποιήματα ανασαίνουν από μια πολύ προσωπική λεπτομέρεια
μιας πανανθρώπινης βιογραφίας.

*

Μια «ολέθρια» καρέκλα
αναβοσβήνει σα Λας Βέγκας
στην αυλή του πατρικόν σπιτιού
το 1981. Οι συγγενείς κάθονται ένας ένας
και φαίνεται ο χαρακτήρας τους.
Τους βλέπω τρώγοντας γκρίλο (κάνω έτσι).

*

Φοβάμαι εκείνον που όταν μου μιλάει
στ’ αυτιά μου δε φτάνουν πρώτα οι λέξεις
αλλά το φορτίο της ήττας τους.

*

Σε ανάγκασα να επινοήσεις τη φωτογραφία μας.

*

Μερικοί ναρκισσισμοί αναβλύζουν το αγίασμα της
δικαιοσύνης τους
και μ’ αυτό ξεπλένονται τα δήθεν δύστυχα θύματά τους.


*«Φρουρός», Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΟΚ

Είναι κάποιες πανσέληνοι ίδιες παιδικές χαρές
Σε φέρνουν βόλτα γύρω-γύρω όλοι
Μα ώσπου να γίνεις ο Φιλέας Φογκ
και πεις τις μέρες μοίρες
Έχουμε κιόλας γίνει μια τραμπάλα νύχι
Φιλεύσπλαχνες στο βάθος του χρησμού τους
Να έχεις πάντα κάτι να μασάς.

***

ΔΥΟ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗ

Με τη θάλασσα πάντα ενάντια
Λιώνεις τους πάγους στο Κουροσίβο
Μένουν ακέφαλοι οι τράγοι
Νούφαρα φυτρώνουν στο Μακ Μάρντο
Θολώνουν τις ισημερίες οι Χίμαιρες
Μια νέα λαχτάρα ζυγώνει
Σ’ ένα κατάρτι αντίκρυ του στόχου
Βγαίνει κι αγνώριστη με συναντά η κοριτσίστικη όψη
Φεύγουν αδιάβαστα φεγγάρια
Ύστερα παρελαύνουν βίσονες
ψελλίζουν κάτι
ένα μουρμουρητό συγγνώμης
για εκείνους και τους άλλους
Πριν από κάθε πόλεμο
Το πέλμα σ’ αγαπά σαν οτιδήποτε.

***

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Κάθε πρωί
Η ίδια απαράλλαχτη σκηνοθεσία
Στο μεγάλο σαλόνι
Εκτελώ
Με μόνο θεατή εσένα
Που δεν χειροκροτείς ποτέ
να μου ‘χεις άραγε παράπονο;

Σκέφτομαι,
Ίσως ασκείσαι στη γλώσσα των ψαριών.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Ρητορική ένδεια

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά τη γέννα
Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.

Δεν καταδέχτηκε
Από το χέρι να τα πάρει
Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.

Φευγάτε μόνα σας
Κραυγάζει
Ξυπόλητα λιγνά και τρομαγμένα
Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες.

***

Βαβέλ

Είπε πως ήταν μοναχός
Μιλούσε μία γλώσσα απόκρυφη πολύ
Που στην εσώτερη τους ένδεια
Έμοιαζε γρίφος

Και βύθισε τα χέρια του
Σ’ ένα λαγήνι άμμο καυτή
Και δε φώναξε
Μονάχα κοίταζε ολόγυρα
Με μάτια έμπλεα σιωπής

Κι ο ερχομός του κανέναν δεν τάραξε
Κι η εμμονή του κανέναν δεν κούνησε

Ήτανε όλοι γύρω του ένας θίασος πασχόντων
Ομιλούσαν με πάθος
Χειρονομούσαν με ένταση σπάνια

Διόλου παράδοξο λοιπόν
Που δεν τον είδε ούτε ένας

Διόλου παράδοξο λοιπόν

Ας είχε κι αυτός ρητορική δεινότητα
Την προσοχή τους να τραβήξει.

***

Παρείσακτη

Κάθε που γέρνω μέσα μου
νιώθω χελώνα γέρικη
που απόμεινε χωρίς καβούκι
στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.
Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο
με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια
μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.
Σαν τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου
και το σκιαγμένο βλέμμα τους
σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου
καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά

«Δεν είσαι εδώ»
μοιάζει να λέει
«Ποτέ δεν ήσουν.
Πάντα παρείσακτη θα στέκεις.»

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω
από φως
για να στριμώξω την παράξενή μου όψη
και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό
την εμμονή μου να φυλάξω.

*Από τη συλλογή “Ρητορική ένδεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Νοέμβριος 2013.

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ

για μια στιγμή ενόμισα
πως γυναίκες της Μεσογείου όλης
μα πιο πολύ του νότου της Ελλάδας
κρέμονταν σ’ εκείνη τη γκρίζα
άπλεχτη, ως τα πόδια, κοτσίδα
όπως στο κεφαλόσκαλο στάθηκε
με τα χέρια κάτω απ το στήθος πλεγμένα
αστόλιστη
αγέρωχη
δωρική
με μια μόνο ματιά στα πλάγια
σα για να σιγουρευτεί την απουσία
ίσως όμως και την παρουσία οικείων άλλων
ένας φόβος
μια λύπη
ένας αποχαιρετισμός
κι έπειτα το κεφάλι ίσα μπροστά
και τα χέρια ελεύθερα στο πλάι
έτσι κι εγώ
υπερβαίνοντάς το από εμπειρία
λογικό συμπέρασμα
για τον χαμένο δεν εδάκρυσα
παρά για τούτη τη γυναίκα
που σήκωνε στους ώμους της τη συνέχεια

(το πλήθος κι η σύστασή του
σου εκχωρούσε το δικαίωμα
επί συμπερασμάτων
για το ποιόν του εκλιπόντος..
αξιοσύνη -εντός κι εκτός-)

***

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Μη νομίζεις!
κάποτε θαρθώ
έτσι
ντυμένη καθημερινά
απλά
Κι αν ίσως συμβεί
να διακατέχομαι
από εκείνη τη διάθεση
στα όρια της κυνικότητας
μια ποδιά κουζίνας
ή
ένα στραβοπατημένο ζευγάρι παντόφλες
θα τονίζουν το μέγεθος του ασήμαντου
του καθημερινού μου
Θα σε δοκιμάσω στην αλήθεια
Τα πνευματικά δικαιώματα ζητώντας
θα φανερωθώ
Για όλα που σου ενέπνευσα
ποιήματα
έρωτες
πάθη κι άλλα
σώμα και ψυχή
μ’ εντολές δυαδικού συστήματος
Ασώματη άχρωμη άοσμη άφαντη
Τόσα τα στερητικά και στερημένα
που ντύσαν τις ανάγκες σου
όπως τις εξυπηρετούσαν…

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2012. Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι έργο της ποιήτριας.

Κ. Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πως τρέμουν μην την χάσουνε και πως την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται – κωμικοτραγικές –
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

1901