Κωνσταντίνος Μούσσας, Δύο ποιήματα


Λ.Α΄

Μας έμαθαν να κλαίμε ήρεμα.

Μπροστά σε κυπαρίσσια και κάτω από άμβωνες
στους διαδρόμους πολιτικών γραφείων
σε αίθουσες δικαστηρίων και πλατείες θεάτρων.

Με τα χέρια σταυρωμένα, όρθιοι
μα μέσα μας γονατιστοί ή έρποντας
με τους αγκώνες ν’ ανασηκώνουν λίγο το κορμί
πάνω από την λάσπη των ηττημένων
ψιθυρίζοντας ακολουθίες κι εμβατήρια πένθιμα
χλωμοί και κουρασμένοι.

Όχι. Το κλάμα θέλει σήμαντρα αναστάσιμα
σάλπιγγες κι αναμμένους πυρσούς στις κορφές
και στα φτερά της σφίγγας και του αετού.
Είναι βοή πριν τον μεγάλο σεισμό
ξέσπασμα της άνοιξης που δεν είναι ποτέ μάταιο
στα ηφαίστεια της θάλασσας και της καρδιάς.

Θέλει Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Εκάβη
είναι το σπίθισμα σ’ όλες τις γωνιές του νου
πριν η συνήθεια σαρώσει την σκέψη
κι ανάγκη μέχρι να γίνει γιορτή
του Έρωτα και του Θανάτου.

***

Λ.Β΄

Δεν νικηθήκαμε ακόμη.

Οι φωνές μας χτυπούν, οι πέτρες αντέχουν.
Μπροστά στις πορείες χίλια βουνά
μεστωμένα αμπέλια στους κάμπους, μέσα σε βάτους καιόμενους
πράσινο σπαθωτό στάχυ, μάραθο και χαμομήλι.
Κι ύστερα η θάλασσα που καλπάζει μ’ αμέτρητα αφρισμένα άλογα
κύματα ριγμένα στις πυρκαγιές των πόλεων.

Ο ουρανός μας καθαρός, Κυριακάτικος κι όλα τα ποτάμια
των αθώων χάρτινα δάκρυα στις φλέβες μας.

Οι καρδιές μας ακόμα γελούν.
Ακόμα διψάνε κι ελπίζουν
όπως τότε που περιμέναμε τ’ αγιοπούλια
στ’ Ανάφη και στο Τρίκερι
ριζωμένοι στους βράχους.

Όλα τα μνήματα της μνήμης, ανοίγουν ακόμα μέσα μας.

Μόνον ο ήλιος μας πρόδωσε Γεράγγελε
αυτός, ο πιο πιστός μας σύντροφος.

*Από τη συλλογή “Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”, Damnatio Memoriae – Λόγος Πρώτος

Arzu Toker, από το “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”

Στην Ανατολία πέρασα τα παιδικά μου χρόνια.
Εκεί και τη ζωή μπορούσε η τιμή να σου στοιχίσει.
Τα νιάτα μου τα πέρασα στην Ιστανμπούλ,
η τιμή εκεί δεν ήταν θέμα.
Απ’ το ’74 ζω μες στην Ευρώπη,
κρυφά και ύπουλα η τιμή μ’ ακολούθησε
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».
Είσαι η τιμή μου.

Και τώρα σου στοιχίζει και πάλι τη ζωή
μες στον πολιτισμό
μες στην Ευρώπη.
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».

Είσαι η τιμή μου.
Η φαμελιά μας,
οι άντρες μας αποφασίζουν τον θανατό μας.
Και οι μανάδες μας υφαίνουν την τριχιά
μακρόβια, γερή.
Η τιμή δένει τον κόμπο
μειλίχια, απαλά.
Κι εμείς πιστεύουμε σ’ αυτά.
Εμείς, τα κορίτσια, οι γυναίκες.
Εμείς, η Τιμή.

Σαφής η ριπή, αναντίρρητη.
Το πέσιμο ασαφές απ’ το μπαλκόνι.
Σαν δεν υπάρχουν μάρτυρες, η πράξη δεν υπάρχει.
Πήδηξε μόνη της; Τη σπρώξανε;
Εμποδίστηκε
το τελευταίο στο κάγκελο
γάντζωμα.
Απορρίφθηκε
το τελευταίο στον πατέρα
γάντζωμα,
στ’ αδέρφι.
Κανείς δεν άκουσε
την τελευταία κραυγή.

Εμείς, του μπαλκονιού τα κορίτσια,
εμείς, η τιμή τους,
πιστεύουμε σ’ αυτά.
Βίασε ο θείος το κορίτσι;
Αυτή τον προκάλεσε.
Στρογγυλεύει η κοιλιά της;
Αυτή τον παρέσυρε.
Μπορεί να μας κουτσομπολεύει ο κόσμος.
Το στόμα δεν είναι σακί,
δεν μπορείς να το δέσεις.

Σήμερα το ξέρει μόνον αυτή,
αύριο θα το ‘χει ακούσει η φίλη της
μεθαύριο όλοι θα το ‘χουνε μάθει:
Η οικογένεια, η υπόληψή μας
πάει η τιμή.
Τι θα γίνει μ’ αυτό το κορίτσι;
Το ξεσκάλωμα του χεριού απ’ το κάγκελο
σιωπηλό, αναίμακτο.
Δεν μιλάει το μπαλκόνι.

Οι μανάδες μας περνάν στον λαιμό την τριχιά,
ο Πατήρ ημών—
η οικογένεια ημών
αποφάσισαν τον θάνατό μας.
…………………………………………
(θα συνεχιστεί)

*Από το βιβλίο “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”, σε δίγλωσση στα γερμανικά και ελληνικά έκδοση, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016 (κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 41 του ομώνυμου περιοδικού). Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκη Eideneier.
**Η Arzu Toker (Αρζού Τοκέρ) γεννήθηκε το 1952 και είναι Τουρκάλα συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφράστρια. Από το 1974 ζει στη Γερμανία και μαζί με την Νίκη Eideneier εκδίδουν την τρίγλωσση Ανθολογία “Καλημέρχαμπα”.

Δημήτρης Βούλγαρης, Σημείωση 2

Άσκοπα παλεύω κάθε πρωί με τα σύννεφα, για τη διεκδίκηση του καθαρού ουρανού. Αφού έρχεσαι εσύ και μου τον γκριζάρεις.

Εισχωρείς στον χαμηλοτάβανο ουρανό τού δωματίου μου και τον σπρώχνεις ακόμη πιο κάτω. Μου πατά το κεφάλι και το στέρνο. Ασφυκτιώ. Είσαι τόσο κοντά στο πρόσωπό μου, αλλά απόκοσμα μακριά. Σε παρατηρώ να στέκεις ψηλά στη δεξιά γωνία και να με κοιτάς. Σαν την αράχνη που ετοιμάζεται να δημιουργήσει και να κατακτήσει το χώρο μου. Προσπαθώ να τραβηχτώ από το κρεβάτι, σέρνοντας το κορμί μου στο πάτωμα.

Είναι όλα τόσο μικρά εδώ μέσα. Το δωμάτιο με πνίγει αλλά εσύ κοιτάς ασάλευτη. Μόνο τα μάτια σου μιλούν τα ίδια πάντα θλιμμένα λόγια. Όνειρα που καήκανε από την υπερβολική έκθεσή τους στο φως. Λάθος τύπωμα.

Κυλιέμαι ως τη γραφομηχανή μου, εκεί όπου θα σε σκοτώσω. Θα σε σπάσω σε λέξεις και θα σε βάλω στη σειρά όπως εγώ θέλω. Θα σε κάνω βιβλίο για να σε κρύψω στο ράφι μου και να σε κατεβάζω κάθε που ο περασμένος χρόνος θα μου χτυπά την πόρτα. Τότε όμως θα έχω ασχοληθεί τόσο με τη μορφολογική σου σημασία που δεν θα φοβάμαι πια να σε κοιτώ. Θα έχω ασχοληθεί και με εμένα. Θα έχω βρει την επεξήγηση των πράξεών μου και της επιλογής τού χρώματος που έκανα για σένα. Θα κοιτάζω με άνεση τα μάτια σου και δεν θα υποκύπτω στους πόθους που κρύβουν, γιατί θα σε έχω κάνει κτήμα μου.
Να φύγεις από αυτή τη γωνία.

Είναι το μέρος που μου αρέσει να κοιτώ όταν είμαι ξαπλωμένος και να προβληματίζομαι με τις διαστάσεις διαφόρων καταστάσεων. Ώρες ώρες ακόμη και της ύπαρξής μου ή του λόγου μου.
Όσο γράφω εσύ μικραίνεις και το δωμάτιο επιστρέφει στο πραγματικό του μέγεθος. Με το τέλος αυτής της πρότασης, το σώμα από λέξεις που σου πλάθω θα εχει μεγαλώσει κι εσύ θα είσαι τόσο μικρή, που πια δεν θα σε προσέχω.

Ο χώρος επανήλθε στα φυσιολογικά του πλαίσια ώστε να μπορώ να σταθώ όρθιος στα πόδια μου. Σου λέω ένα αόριστο καλημέρα, φορώ το παλτό μου και χύνομαι στο δρόμο για τον πρωινό καφέ μου και τα φρέσκα κουλουράκια με κανέλα. Ίσως να κρυφω λιγα ψίχουλα στις τσέπες μου και για σένα.
Αν συνεχιστεί αυτό, νομίζω ότι το δωμάτιο δεν θα αντέξει την καθημερινή συστολή-διαστολή.Ένα πρωι θα μας πλακώσει και τους δυο.

Θα φροντίσω να κοιμάμαι με τη γραφομηχανή στο πλάι μου.

Σου είπα να φύγεις από αυτή τη γωνία.

*Από το βιβλίο “Κονστάνς”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ένα όνειρο τέλεψε

Άλλο όνειρο τώρα αρχινάει.

Αντίο 

(να μας γράφετε)

του χτες γραφειοκράτες.

Χαίρετε 

(άντε χέστε με)

του σήμερα σπεκουλαδόροι.

Γειά σου κι’ εσένα

κότσυφα τραγουδιστή

Αλήτη των χτεσινών ονείρων μου / και των σημερινών.

26/12/2002 

(11η επέτειος της υποστολής της σοβιετικής σημαίας)

***

ΚΑΚΒΙΜΑΡΤΖΟΣ*

Αν είναι δυνατόν

Εγώ

ο ποιητής

να τα πίνω απόψε μαζί μ’ έναν

μπάτσο

(!)

(πρώην, 
στην Ε.Σ.Σ.Δ.)

γερτοί ο ένας στο νώμο τ’ άλλου

τους παλιούς καλούς καιρούς και να κλαίμε

(μπαλαλάϊκες… πού ‘ν’ τες, φέρτε μας μπαλαλάϊκες!)

τότες που
– ο λόγος στον φίλο μου: –
Κάτι χούλιγκαν σαν εσέ,

αδελφέ, ευχαρίστως τους έστελνα στη Σιβηρία διακοπές.

(*) Κακβιμάρτζος: εις υγείαν, στα Γεωργιανά.

***

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Μια ψιλή βροχή ήταν μόνο

κι’ άκου! 
τί χαρούμενα τα πουλάκια

λες και τέλεψε κάνας πόλεμος

λες και δεν έχει πια μπόρες άλλες για τη φτώχεια η ζωή.

***

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΩΛΑΔΙΚΩΝ

“Όλες τις πόρτες ξέρω των μελιχρών ναών

Μ’ ευλάβεια μπαίνω και πράττω τα κανονισμένα

Την Ωραία Κυρία εκεί προσμένω… κλπ. κλπ.”

(Αλ. Μπλοκ)

Για δυο-τρία ποτιράκια που την κεράσαμε

-χαλάλι της!-

χτες βράδυ, στο μπαρ με τις ρωσσίδες

η Ωραία Κυρία

μας απήγγειλε / στα ρώσσικα, από στήθους

στίχους

του Πούσκιν

και

του Μπλοκ

και

της Τσβετάγιεβα / η αγκαπιμιένιμιι μυ πιίτρια! μας λέει…

Εγώ (καιρό είχα να βρεθώ σε μια πραγματική ποιητική βραδυά)

Δεν το κρύβω, συγκινήθηκα.
(5.V.1997)

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από την ταινία “Good Bye Lenin”.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, VII σονέτο ᾿97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ

τό λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό –δυστύχησε μετρίως.
Ὡριμάζο-ντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο.

Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος –

κατά τό δυνατόν.

Ἀνθηρός τώρα κι ἑτοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ

κυνικός –ἁπλῶς ἡ πείρα ἐλέγχει τό δάκρυ. Ἔμαθε ὅλα τά
τε
χνάσματα. Κάπου-κάπου, μονάχα, τό σῶμα θυμᾶται τό ἀδέξιο

ποίημα πού ἔγραψε εἴκοσι χρονῶν: ἕνα παλιό μυστικό πού
ἡ τέ-χνη του συλλαβιστά λησμόνησε, γιά νά ἐπιζήσει.


*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του Μανδαρίνου”, Εκδόσεις “ύψιλον βιβλία”, 2002.

Έφη Καλογεροπούλου, Ποιήματα από το “Έρημος όπως έρωτας”

Είναι ένα καρότσι
οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή
ο μπροστινός τροχός τρίζει
το σπρώχνω σταθερά
βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου
μέχρι που
ο δρόμος χάνεται
δεν υπάρχει δρόμος
δεν υπάρχει κανείς
μόνο αέρας.
*
Ξήλωνε
το φαρδύ ρούχο της στέρησης
με τις τεράστιες άδειες τσέπες.
Γυμνώθηκε τελείως.
Νήματα είναι τα σώματα, είπε,
να τα υφάνεις περιμένουν.
*
Η πέτρα που ονειρεύεται τους χαμηλούς γκρεμούς
γαντζώθηκε στην άκρη.

Πριν γκρεμιστεί
ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα
που τους χαμηλούς γκρεμούς φοβάται.
*
Ξεκλειδώνει τα υπόγεια
ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα
το δάπεδο βουλιάζει
οι τοίχοι τρέμουν
οι αρμοί της σκάλας λύνονται
η στέγη υποχωρεί
τα γείσα πέφτουν.

Τρέξε! σου φώναξα,
τρέξε!
όσο είναι καιρός
προλαβαίνεις ακόμα
να σωθείς!

*
Χαράματα σε φόντο μπλε
σκουπίζει.
Το σκουπάκι της γράφει
τετράγωνους κύκλους στον αέρα
στο βυθό τα σκουπίδια
στο βυθό τα σκουπιδάκια, τραγουδάει.

Το φως τρέχει ανάμεσα
σαν τρομαγμένο ελάφι.
*
Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη
ανύποπτη
ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους
τροφή για ψάρια
δίχως κουπί δίχως σκαρί
ταξιδεύει.

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη.
*
Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο·
η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου.
*
Το άδειο
τρύπα από σιωπή
κρεμασμένη στο σκοτάδι

πάντα
άσπρο.

*“Έρημος όπως έρωτας”, δίγλωσση έκδοση σε αγγλική μετάφραση Γιάννη Γκούμα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά Ποιείν, Αθήνα 2015.

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές, τα ρολόγια
κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην
άβυσσο, άφθαρτοι τοίχοι
γυαλισμένα τζάμια, ευθυγραμμισμένα
έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος να
περιμένει να μπει μέσα, να ζήσει
κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του, να κάνει
σχέδια για το μέλλον, να
αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από
όλους, φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/05/04/2937/

Γρηγόρης Σακαλής, Επιλογές

Η ανία, ως γνωστόν
είναι αριστοκρατικό συναίσθημα
πλήττει κυρίως τους αστούς
μεγάλους και μικρούς
πως να ξοδέψουν τον χρόνο
καθώς και τα λεφτά τους.
Το συναίσθημα των κολασμένων
είναι η απελπισία
κι αυτήν την πολεμάει ο καθένας
όπως μπορεί
άλλοι αγωνίζονται καθημερινά
άλλοι αφήνονται
πέφτουν στα ναρκωτικά
την πορνεία, το αλκοόλ
βλέπεις το σύστημα
σου δίνει πολλές δυνατότητες
για να καταστραφείς
αλλά καμμία για να σωθείς
σώζονται μόνο αυτοί
που έχουν δύναμη μέσα τους
κουράγιο κι αντοχή
να παλέψουν γι΄ αξιοπρέπεια
κι ελευθερία.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από “Τα παραμύθια της έρημος”

Σε γενικές γραμμές δεν έπαιζε να ρυθμίσω τον ουρανό
μες στη φτέρνα μου. Τόσες χαρακιές μες στα χέρια μου
ξαφνικά ξηρασίες ένας τόπος έρημο δέρμα που φαντα-
σιωνόμουν να διαβιούνε καμήλες. Τις έβλεπα μπρος
στα μάτια μου να ξεδιπλώνονται αργά κομπολόι στο
χέρι μες στο καμίνι του ήλιου. Στα μάτια μου ζάρωνε
η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε
βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο
κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και
μετεωριζότανε το στερέωμα. Τ’ ακούμπαγες σκουλήκι
κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα.
Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειο-
φόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω
την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου.

***

Έπεφτα και πατούσα τη γλώοοα μου. Πίσω απ’ την
κουρτίνα της άμμος υπήρχα εγώ και πίσω από μένα
δεν υπήρχε κανένας. Αγκάλιαζα την κραυγή μου και
την παρηγορούσα. Κι όμως ήμουνα σίγουρος πως κάτι
υπήρχε εκεί έξω πέρ’ από μένα. Φανταζόμουνα ένα
τέρας με πράσινα δόντια. Φοβόμουνα κι έκρυβα το κε-
φάλι μου στην άμμο. Κάτω από την άμμο έσφυζ’ ένας
ολόκληρος κόομος. Παζάρια ντελάληδες διαλαλουσα-
νε την πραμάτεια τους γυναίκες τραβούσαν απ’ το χέρι
τους τα παιδιά τους κι εκείνα στρέφοντας το κεφάλι
δείχναν με το δάχτυλο κάτι στον πάγκο και ο χασάπης
ακονίζοντας με στριγκλιές τα μαχαίρια του χαμογελού-
σε χαϊδολογώντας το μουστάκι. Γελούσε ο ψαράς με
την πελάτισσα. Πάνω στον πάγκο σπαρταρούσαν τα
ψάρια γεμάτα ζωή. Ανέβαιναν καπνοί κι ο ψήστης μες
στην τσίκνα. Στην είσοδο με τις ποδιές οι λοκαντιέρη-
δες τσούγκριζαν τα ποτήρια. Χόρευ’ η ατσιγγάνισσα
πόσα τσακίσματα στον πάγκο παθητικά να γουργουρί-
ζουν ναργιλέδες. Δάκρυζα με χαρούμενους λυγμούς και
με το μανίκι σκούπιζα τα μάτια μου γελώντας.

*“Τα παραμύθια της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2017.

Βασίλης Βασιλειάδης, δύο ποιήματα από τη “Ριπή Γραφής”

Από τήν Πράγα στό ξενοδοχείο μέ αιτία έμπνευσης τήν έκπληξη μου γιά τό πόσο βάρβαρα καί ωμά λειτουργεί ό καπιταλισμός καί ή πρακτική τής παγκοσμιοποίησης στά κράτη τού πρώην κομμουνιταρισμού μέ συνεργούς συνειδητούς καί συμμετέχοντες ενθουσιώδεις τούς ανθρώπους.

Ο πονηρός διαχειριστής τού status quo
μαζί μέ τήν λίγκα τών εγωμανών συμβούλων του
καυχιέται γιά τή ζυγοστάθμιση τών πραγμάτων εκεί έξω
στή ζωή τής μάζας τής ανώνυμης καί άναλώσιμης
έχοντας καταργήσει αμετάκλητα τά τανύσματα τών δυναμικών της
γιατί γίνονται ανεπίτρεπτα υπερβατικά
και περπατούν έξω από τίς χαραγμένες πορείες αναζητώντας κόσμο καλύτερο
κι όχι τίποτε άλλο
αλλά ή χαοσύνη πού προκύπτει σάν αθωότητα ατυχήματος
είναι μεταδοτική
κι όσο κι άν τρέχεις ξοπίσω της δέν τήν προφταίνεις ,
υπάρχει κινητικότητα στή μάζα;ρώτησε ή εμπειρία τού διαχειριστή τού status quo,
όλοι ετοιμάζουν τήν ευτυχία τους,απάντησε ή εγωμανία τών συμβούλων,
εργάζονται σκληρά καί μέ ζήλο γι αυτήν
σπουδάζουν σχεδιαστές, μηχανουργοί, χειριστές τής τεχνολογίας
γιά νά συντηρούν τόν βιοπορισμό τους
καί μέ επιμέλεια μεγάλη καί διακριτική τούς εθίζουμε στά παυσίπονα
τούς πολύ απλούς τρόπους καθημερινού πολιτισμού πού συνοδεύουν τήν ξεκούραση τους,
νά τούς ενδιαφέρουν πολύ απλές ιστορίες ανθρώπων
ίδιες μέ τίς δικές τους
νά ακούν πολύ απλή μουσική
νά καυλώνουν μέ πολύ απλούς ερωτισμούς
καί νά αγαπιούνται μέ ορμονικούς ενθουσιασμούς
πού τούς καταλαβαίνουν σάν έρωτες καί συναισθήματα,
ό σαδισμός τους νά διασκεδάζει μέ τά πολύ απλά ρεάλιτυ σόου τής τηλεόρασης
τίς αρένες όπου οί άνθρωποι βρίζονται μεταξύ τους, βασανίζουν ό ένας τόν άλλον, σκοτώνονται
κι άλλα τέτοια πολύ απλά πράγματα
μά κυρίως διασκεδάζουν πολύ μέ τό παιχνίδι
πατείς με πατώ σε,
προσοχή, τόνισε ό λαρυγγισμός τού διαχειριστή τού status quo
χρειάζεται μεγάλη προσοχή
μήπως τούς δοθεί από λάθος ή αμέλεια δική μας παιδεία
κρατήστε τους μορφωμένους καί ειδικευμένους,
αλλά μέχρι εκεί
απαγορεύεται αυστηρά καί είναι αδίκημα ιδιώνυμο ή παιδεία ή ή αναζήτηση της,
γιατί άν τυχόν περάσουν απέναντι καί γνωρίσουν τήν ευτυχία αυτή πού γεννάει ή παιδεία
θά χαθεί ή συστημική ευρυθμία κι εμείς μαζί ,
προσοχή,επανέλαβε
είναι διαπίστωση επικυρωμένη
πώς ή παιδεία είναι δυναμίτης αιρετικός σέ χέρια ανθρώπινα
πού σακατεύει γιά τά καλά κάθε κραταιότητα καί τά σημαινόμενα της
τό χειρότερο είναι
οί ανατινάξεις της αποκαλύπτουν τή στυγερότητα τών προθέσεων πού λιμνάζοντα στή κρυψίνοια μας,
γιά όλα αυτά
είναι φροντίδα δική μας
νά ξυπνούν τό πρωί ευδιάθετοι
έτοιμοι γιά μέρα παραγωγική,
επικαλούμενοι εχθρό, κι άν δέν υπάρχει τόν επινοούν,νά κακοποιούν ανθρώπους
χαρούμενοι νά περιφέρουν τή νίκη τους επάνω στούς άλλους,
νά τρέχουν από τόν ένα τόπο στόν άλλον γιά νά περισώσουν επιβίωση
να απολαμβάνουν τόν έλεγχο επάνω στούς άλλους,
πρέπει νά έλκονται από τήν ηδονή όταν οί ίδιοι είναι ή αιτία πού οί άλλοι υποφέρουν,
νά λικνίζονται βακχευόμενοι από τόν θάνατο τού άλλου
νά είναι πρόθυμοι μέ τρυπάνια γίγαντες,εκρήξεις,βομβαρδισμούς καί δηλητήρια
νά τραυματίζουν τή γή
αδιαφορώντας γιά τόν επιθανάτιο ρόγχο της
τόν ανατριχιαστικό
καί ή ανακύκλωση, συνέχισε
μεγάλη προσοχή στήν ανακύκλωση τής ανθρώπινης μάζας,
αυτό τό σπουδαίας χρησιμότητας εργαλείο
πρέπει νά τό φυλάγουμε σάν τά μάτια μας
πού πάει νά πεί
πώς μέ αυτόν τόν μηχανισμό διαχειρίζεται ή πανουργία μας τά περισσεύματα τής συγκυρίας,
όποτε χρειαστεί
στό όνομα τής επικινδυνότητας τους γιά εμάς
τούς δολοφονούμε μαζικά μέ τό γιατί σαστισμένο στά μάτια τους στόν τομέα τών θαλάμων αερίου,
άλλους τού αφήνουμε νά πέφτουν σέ στημένες παγίδες θανατηφόρες,
στό όνομα τής ορθολογικής διαχείρησης τού υπερπληθυσμού καί γιά τήν προστασία τών υπολοίπων από αυτούς
τού ανακυκλώνουμε καθημερινά καί εντατικά στούς τομείς τής πείνας καί τής φτώχειας
κι άλλους πολλούς, πάρα πολλούς,στό όνομα τών ιερών καί οσίων πού κατασκευάζουμε κάθε φορά πού χρειάζεται
τούς δολοφονούμε στέλνοντας τους στόν πόλεμο,
πάνω από όλα κι από όλους βρίσκεται ή διατήρηση τού status quo, είπε ό διαχειρηστής χαμογελώντας
έτσι κι αλλοιώς είναι τρέλα νά τό εμπιστευθείς τέτοιο πού είναι τό ανθρώπινο είδος,πολύ επικίνδυνο,μουρμούρισε φεύγοντας από τή σύσκεψη.

Σιχαίνομαι νά είμαι ό κριτής
ό δήθεν αδιακόρευτος από ανομίες
πού επωάζει απόκρυφα στό μυαλό του επιβολές καθαρμών
επάνω στόν καθένα
στό οτιδήποτε
κι αν τό έχω κάνει
ζητώ συγνώμη αληθινή
αλλά προσπαθώ
καί θά προσπαθώ πάντα
ή στάση μου νά είναι κριτική
απέναντι στόν καθένα
πρός τό οτιδήποτε
χωρίς ό ναρκισσισμός λιγωμένος νά δασκαλεύει
γιά τό πώς θά πρέπει νά είναι τά πράγματα
δέν πιστεύω στό καλό
ούτε στό κακό
ή κάθε φορά πραγματικότητα
τών ανθρώπων
τής ζωής
τού έρωτα
είναι τέλεια όπως είναι
μέ όλες της τίς αντιθέσεις
γιά τούς ανθρώπους
τή ζωή
τόν έρωτα
τό μόνο πού μπορώ νά φιλοδοξώ
μέ πολλές τίς πιθανότητες νά κάνω λάθος
είναι νά σχηματίζω κάθε φορά
μία προσωπική άποψη
γιά τούς ανθρώπους
τή ζωή τους
τούς έρωτες τους
βασισμένη στή δική μου εμπειρία
νά υπερασπίζομαι τή μόνη μου ιδιοκτησία
αυτή τή μικρή μου ελευθερία
όση μού απέμεινε στή χούφτα μου
από αυτή τήν μεγάλη πού ονειρεύτηκα καί πάλεψα
κρατώντας στά χέρια μου πέτρες καί ρόπαλα
τίς αξίες τής νιότης μου
καί στήνοντας οδοφράγματα μέ τά νοήματα τής ιδεολογίας μου
τόν καιρό πρίν ωριμάσω
καί καταντήσω έμπειρος
βιασμένος από τήν λογική
τότε πού ήμουνα
λιγότερο φιλόδοξος
ακόμη λιγότερο εγωκεντρικός
πολύ αυθόρμητα ελεύθερος
καί πολύ περισσότερο αθώος
ναί
πάλεψα πολύ γι αυτή τήν μεγάλη ελευθερία
πού χωρίς νά τό καταλάβω
-όπως γίνεται μέ κάθε τι μεγάλο άλλωστε-
μού γλύστρισε ανάμεσα από τά δάχτυλα
τώρα
σωπαίνω περισσότερο από πρίν
αλλά ή σιωπή μου αυτή
μοιάζει μέ τή σιωπή τού έρωτα
είναι γεμάτη από λέξεις
τήν φροντίζω τή σιωπή μου
τήν θρέφω πάντα μέ περιεχόμενο
προκειμένου νά ακυρώσω τήν πιθανότητα
νά τήν θρέψουν άλλοι αντί γιά μένα
μέ τό δικό τους
τώρα
φοβάμαι τό άγνωστο
καί τί πιό άγνωστο
από τήν αιτία γιά τήν οποία υπάρχω
αυτό τό αίνιγμα προσπαθώ νά λύσω
λίγες φορές
τανύζοντας τά συναισθήματα να αγαπήσουν κι άλλους
αναγκάζοντας το μυαλό νά είναι τουλάχιστον περίεργο γιά τούς άλλους
καί τίς περισσότερες φορές
αγκυλωμένος ευχάριστα στούς φόβους μου
απρρίπτωντας κάθε τι πού είναι άγνωστο σ’αυτούς
αυτούς τούς γαμημένους φόβους
πού ευθύνονται
γιά τήν βία
τήν ομοφοβία
τόν ρατσισμό
τόν σεξισμό
τόν πόλεμο
τού πλανήτη τήν καταστροφή
είναι οί φόβοι
πού δέν μέ αφήνουν νά αποδεχτώ
πώς τό αγαπημένο μου Εγώ
είναι μόνο
ένα όνειρο συνειδητό
πού μαζί μέ τόν θάνατο μου θά εξαφανιστεί στό λεπτό
τώρα
τό έμαθα καλά
στόν καπιταλισμό δύο πράγματα απαγορεύονται αυστηρά
κανένας δεν μπορεί νά προσφέρει κάτι χωρίς λεφτά
καί διώκεται ή βαρεμάρα” γιά τά καλά ”
τό εμπέδωσα επιτέλους αναλυτικά
πώς
τό κάθε τι
είναι
Just Business
και Fun
επάνω σ’αυτά οί άνθρωποι πρέπει νά συγκεντρώνονται αποκλειστικά
μόνο έτσι δέν ζούν γιά τό σύστημα ενοχλητικά
ναί
τήν νέα παρώτρυνση τήν έμαθα καλά
άν δέν σού αρέσει αυτό πού βλέπεις
άνοιξε τό κινητό σου
καί αγόρασε μερικά καινούργια likes
τόσο εύκολα κι απλά
τώρα πιά
τήν υποψιάζομαι τήν εξέλιξη τής ζωής μου
αυτή ακριβώς τή στιγμή πού σού τά λέω όλα αυτά
ένα μεγάλο παγόβουνο γίνεται νερό
ένα μεγαλοστέλεχος στή Σαγκάη τρώει αληθινή χελιδονοφωλιά μαγειρεμένη μέ τρόπο εκλεκτό
ένας δυστυχισμένος ανώνυμος δέν μπορεί νά επιστρέψει στό σπίτι του τό βράδυ αυτό
μόλις βγήκε στήν αγορά ένα καινούργιο κινητό
ένας νεαρός νευριασμένος γιατί κάποιος τόν έκανε tagged στό fb σέ μιά μαλακισμένη φωτογραφία
βρίζει συνεχώς
τώρα
υποψιάζομαι τήν πιθανότητα
πώς ή ανθρωπότητα κινδυνεύει νά χαθεί
καί τό σύμπαν γιά τό χαμό της καθόλου δέν θά λυπηθεί
γι αυτό βιάστηκα νά σέ βρώ
νά αποσυνδεθούμε μαζί όπως -όπως από τό Εγώ
νά κλείσουμε τό κινητό
ναί
νά ξεκινήσουμε νά είμαστε ευτυχισμένοι κοιτώντας τά αστέρια στόν ουρανό
νά χορέψουμε στούς δρόμους τού Bronx τσάρλεστον καί ταγκό
σταματώντας έτσι νά φοβόμαστε γιά τού θάνατου τόν ερχομό
ποιός ξέρει
ερωτευμένοι οί δυό μαζί
ίσως είμαστε ή αρχή
γιά νά κάνουμε ξανά μιά όμορφη ιστορία
ανθρώπινη
τή ζωή.

*”Ριπές Γραφής”, μια ποιητική ενότητα σέ δημιουργία.