Antonio Machado, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ…

Η πλατεία και οι φλογισμένες πορτοκαλιές
με τους στρογγυλούς και χαρωπούς καρπούς τους.
Φασαρία μικρών σχολιαροπαίδιων
που όταν βγαίνουν ακατάστατα απ’ την τάξη
πλημμυρίζουν τον αέρα της σκιερής πλατείας
με την οχλοβοή από τις νέες φωνές τους.
Μια παιδική χαρά στα σταυροδρόμια
των νεκρών πολιτειών!…
Και κάτι απ’ το δικό μας χτες, κάτι που ακόμα
βλέπουμε να πλανιέται στα παλιά δρομάκια!

***

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Πες μου, ευχάριστη αυταπάτη,
πού άφησες τη δίδυμη αδελφή σου
με τα στραφταλιστά της μάτια
θρυμματισμένου ήλιου σε παγωμένη γούρνα;
Ήτανε πιο ξανθή κι απ’ το ξανθό λινάρι,
ήτανε πιο λευκή κι απ’ τα ολόασπρα ρόδα.
Ένα θερμό πρωινό χαμογελούσε στη χιονισμένη σάρκα της
μειλίχια στα απαλά φιλιά.
Πιανίσιμο από μακρινές κιθάρες,
θλιμμένο σαν το στεναγμό του δάσους
όταν στο κρύο απόγεμα περνάει ο άνεμος,
είχε η φωνή της. Και φως ανθού και σκιάς
χρυσής στραφτάλιζε στα ντροπαλά της φρύδια.
Την ερωτεύτηκα σαν όνειρο
κάποιου μακρινού κρίνου·
στ’ αργά τ’ αποσπερνά, όταν σημαίνουν
γλυκύτερα οι καμπάνες,
και λευκά σύννεφα ξαίνουν το μαλλί τους
πάνω στο γαλανό αφρό του βουνού.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado – Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση (Ισπανικά – ελληνικά), μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, Εκδόσεις Εκάτη, 2009.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

τοστ στις 6:45

Και να ‘μαι
εξήμιση το πρωί
αγουροξυπνημένος
κάνοντας αυτές τις ηλίθιες σκέψεις
για τη χειραφετημένη γυναίκα
έχοντας κάψει
τις δύο σπανακόπιτες που μούφερε
η μάνα μου από το χωριό
που μάλλον τις έφτιαξε η θεία μου.

Ξύπνησα καπως άσχημα
ανάμεσα σε καπνούς
έχοντας πάλι δει
το όνειρο με το έντομο
που περπατάει στο ταβάνι
και εγώ
απ΄ ό,τι φαίνεται
έχω όλη την καλή διάθεση
να κρυφτώ σε ένα κομοδίνο

***

Νο 29

μικρά ζώα στα παπούτσια μου
ανακατανέμουν τα χρόνια

αναμένουν μικρές αλλαγές
σε ελάχιστα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα

τις νύχτες
πιάνουν τα δόντια τους και φωνάζουν ουώου

***

το ποτήρι τη νύχτα

Ήρθε ένα κίτρινο πουλί
και με το ράμφος του
μου έκλεψε μια ιδέα

Ε! εσύ, κίτρινο πουλί
είπα εγώ

μαζί θα χτίζουμε ξανά τη Ρώμη

*Από τα “Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου”

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Γιατί το φεγγάρι είναι κόκκινο

Να βλέπεις την αιωνιότητα ανάσκελα
ξαπλωμένος, στην ταράτσα

Γύρω το σκοτάδι
και οι ανάσες των αυτοκινήτων

Αστέρια πέφτουν
σαν αποτυχημένα άλματα

Δαιμονισμένοι άγγελοι χορεύουν γυμνοί
χορούς μακρόσυρτους

Και η Σελήνη κοκκινίζει
απ’ την ντροπή της

***

Τα φεγγάρια

Όπου μαζεύονται πολλά φεγγάρια
αργεί να ξημερώσει

Γέμισε φεγγάρια ο γαλαξίας
Να δεις πώς στριμώχνονται
σαν αυτοκίνητα τις ώρες αιχμής στο ποτάμι

Όταν γράφεις συνεχώς το ίδιο όμορφο ποίημα
θα λαχανιάσει
και αυτό και εσύ
Δες πώς την πάτησε ο Γανυμήδης
Κατάντησε πρώτα γκαρσόνι, μετά φεγγάρι

Όταν μαζεύονται πολλά φεγγάρια
πέφτουν και σε πλακώνουνε

*Από τη συλλογή “Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξιπτωτο στην πόλη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2018.

Στέλλα Δούμου, Δύο ποιήματα

Νύχτα στον Ελαιώνα

Ροζάρια νύχτας.
Αστέρια που κρεμάστηκαν διάπυρα.
Πουκάμισα σιωπής
φορεμένα
στη μικρή αυτή γιονιά του κόσμου
που όλες κι όλες οι αγυρτείες
είναι να στήνεις δόκανα
σε σκιές αλεπούδων
που έρχονται για το έθιμο.
Φεύγουν όπως ήρθαν
ξεκαρδισμένες σε φασματικά γέλια.
Λεχώνες ελιές
φορούν γαλαζωπά τις νύχτες
πίνοντας αψέντι από φεγγάρι.
Το δύστροπο βέλος του εαυτού
ησυχάζει τις νύχτες τούτες
και δεν φορώ
κανένα δαχτυλίδι προδοσίας
στα δάχτυλα
που άρμεξαν
τους μικρούς θεούς
των φυλλωμάτων.
Και
Το ποίημα το ξέρει.
Και γεννιέται ατάραχο.

***

Το λάλημα

Το λάλημα του πετεινού
το σταυρώσαμε εκεί πέρα
στα ομιχλιασμένα χωριά
εκεί που θάψαμε ιστορίες
όσες αλήθειες δεν αντέχαμε.
Εκεί που αφήσαμε μόνο κι έρημο το φεγγάρι,
να ξερογλείφει τα σκελετωμένα σπίτια.
Μόνο αναστάσιμα τα συλλογιόμαστε
εκείνα τα χωριά.
Αναστημένος και ο πετεινός τρις ξανακουδουνίζει.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Χριστόφορος Τριάντης, Εργασία και σίδερα

Vesna Krasnec, The City

Ε, ύμνοι που πέφτουν

για την ανθρώπινη εργασία

(την αξία της βεβαίως).

Ω καλοί μου άνθρωποι

όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον

της προκοπής και της αυτογνωσίας,

“ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω”!

Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,

θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια

της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).

Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες

αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική

(λογαριασμών και πληρωμών).

Ναι, αποκτούν ευεργετήματα

του μόχθου οι στυλοβάτες.

Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)

τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού

σήκωσαν πράγματα σημαντικά:

κάστρα και πυροβόλα,

κοιμητήρια και παλάτια,

βόθρους και κλουβιά
(για ζώα κι ανθρώπους). 

Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)

της ιστορίας

τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.

Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι

(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)

να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία

που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.

Να, για τα σίδερα μιλώ

(αιώνων και αιώνων)

που αλυσοδένουν γενικά

τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια

να μην τα βλέπουνε οι όχλοι

και οπισθοδρομούν,

παρακάμπτοντας των ευνούχων

τις ολοστρόγγυλες διαταγές.

Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά,

μέχρι να λιώσει

και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.

Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν

τις ανάγκες των φτωχών,

μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες,

ηδονικά φτιασιδωμένες,

έτοιμες προς πώληση

κι όχι προς αγορά.

Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια

κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως

και τους τυφλοπόντικες

ομορφότερους να βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.

Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές

και πεσκέσι στον διάβολο τις δίνουν,

έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών

και της φύσης (δευτερευόντως).

Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν

σάρκες και κανόνια μαζί,

μέχρι μπάλες κρεάτινες να γίνουν

και στην ανθρωπότητα να χιμήξουν (με κραυγές),

για να δειπνήσουν οι οπλουργοί

στα πεδία των μαχών (με κόκαλα και αίμα).

Τα σιδερένια κουτιά

που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,

για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι

σε εκκλησίες και  ζυθεστιατόρια

κι ύστερα να σκοτώνουν τους τρελούς

που βρίζουν τους εμπόρους (των ψυχών)

σαν σκυλεύουν τους αθώους.

Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,

τις λέξεις να ξεχνώ

και τα αφεντικά της χυδαιότητας

να ευλογώ,

παρέα με τους δήμιους

με τα σημαδεμένα πρόσωπα.

Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους

(και τους εκτελεσμένους)

κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά

τον θάνατο και την αισχρότητα

να συνηθίσουν.

Δημήτρης Γκιούλος – Κωνσταντίνος Παπαπρίλης-Πανάτσας, από το “Αντάρτικο”

5.
Ελα να μετρήσουμε απώλειες.
Διάλεξε χρώμα στο μάρμαρο
να δούμε πόσα ονόματα θα γράψει ο καθένας
Ελα να στήσουμε τα μνημεία μας,
να σηκώσουμε σημαίες,
να κρατήσουμε άλλες στη μέση τους,
να γεμίσουμε μάτια,
να φτιάξουμε νεκροταφεία έρωτα,
να διαλέξουμε σύνορα νέα.
Έλα να τραβήξουμε γραμμές από σύρμα να πλέξουμε αγκάθι.
Ελα να λιώσουμε το μέταλλο να δεις τι κράμα
θα γεννήσει η φωτιά κι ο καπνός.
Ελα να σε μάθω πως χτίζεις απ’ την αρχή.
Κι ας μυρίζει η στάχτη.

δύο,
τρεις,
τέσσερις.
«Ταφόπλακες είναι,
δε θα πάνε πουθενά,
τις μετράμε κι αργότερα»,
θα σου πω δήθεν κυνικό,
όταν δήθεν λυγίσεις.
Κι άσε κάτω τις γραμμές,
δε σου έχω πει πως τον κοσμο μας
τον ονειρεύομαι χωρίς σημαίες και σύνορα
Στεφάνια να πλέξεις μονάχα.
όσο εγώ, θα βάζω τη φωτιά.
Θα χρειαστεί αναστημένους ο κόσμος,
πρώτα και κύρια εμάς τους δύο,
γιατί δεν ξέρω αν στο είπα μωρό μου,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε.

Δεν είναι κάτι,
μη μου φοβάσαι.
Ο κέρβερος κοιμάται,
τον εκπαιδεύω χρόνια.
Σ’ το υπόσχομαι,
όσο θ ανεβαίνουμε,
δεν θα κοιτάξω πίσω.
Θα δέσω τις κόρες μου,
θα τις βγάλω αν χρειαστεί
αρκεί να ξέρω
πως έμαθες να μένεις.
Κι αν πάλι φύγεις,
την αθανασία σου θα σπαταλήσεις
κι εγώ
τον Κέρβερο θα κάνω οδηγό,
πίσω να με ττάει,
τυφλό ζητιάνο,
σ’ έναν κόσμο
που θυσιάστηκα,
να μην μπορέσω να δω.

Η επανάσταση,
τζόγος στον έρωτα είναι.

Τις μπλόφες σου όλες
τις έμαθα απ’ έξω.
Μα,
η βασίλισσα
για τον βασιλιά φτιάχτηκε
κι αν οι βαλέδες
κάνουν παρέλαση μπροστά απ’ τα πόδια σου
εγώ θ’ ανακαινίζω τ’ ανάκτορα
να μην κρυώνεις τις νύχτες.

Κι όταν τελειώσω,
φωτιά θα βάλω,
φωνάζοντας στους χωρικούς για εξέγερση.
Αυτή που φοβήθηκες να κάνεις.

Όλους θα τους κάψω,
μαζί και σένα
κι ίσως
αν είμαι πολύ τυχερός,
στη λαμπερή σουθ θράκα,
να μπορέσω να δω τα όνειρά σου
να παίρνουν σχήμα.

Κι αν σχήμα δεν παίρνουν τα μπάσταρδα
θα μείνω επάνω τους,
και με τη μασιά
θα φτιάξω όνειρα καινούρια,
θα τα πλάσω,
σε κορμιά που θα θυμίζουν το δικό σου,
να με κυνηγά η εικόνα σου,
με φτιάχνει να σε κάνω στοιχειό,
γουστάρω να παίρνεις θέση
στο ταβάνι μου.

Η μοναδική μου αντίσταση:
Εκείνες οι ώρες
που κοιτάζω το ταβάνι
και δίνω σχήμα στο μέσα μου.
Τι κι αν δεν μπορώ πια όνειρα να βλέπω,
μου φτάνει να τα φτιάχνω.

*Από τη συλλογή “Αντάρτικο”, Εκδόσεις Κουρσάλ, Νοέμβρης 2016.

Κώστας Ρεούσης, Ένας υπερπραγματιστής στο νησί της εταίρας

φυσάει γεράκια στον κόλπο της Αυδήμου εμφανίζοντας νερολέοντες στ’ άσπιλο μάτι ξημερώνει ο φλοίσβος ηχοκράτορας η σελήνη δύεται θαλάσσια έναν κρυφό της έρωτα ένας ψαράς κι οι γλάροι του τοποθετούνται στην όραση η μάνα μ’ όλα της τα μποφόρ χαϊδεύει τα ματοτσίνορα σύνορα τα φρύδια της τεθλασμένες βεβαιότητες καταγράφουν στην κόρη βογκητά χαλαμάντουρων σέρνουν άβγαλτες ψυχές στο τσίρκο του σύμπαντος ό,τι ορίζει ο άνθρωπος τρέφεται τοκογλυφικά από τους πράκτορες του Άδη η οχιράνια επικοινωνία δεν χολοσκάζει με δήθεν χαφιέδες δορυφόρους καγχάζει γλιστρώντας αυστηρά στον ύπνο ποιητών που άνεργοι ζητιάνοι γυρίζουν τις τσαρλατάνικες μαντείες τα βερίκοκα σκαλοπάτια τσιμεντώνουν τον καρπό μιας πυρωμένης κατασκευής ασιατικές προφορές χωνεύουν παράφωνα ακατάληπτες προσευχές κατεβασμένες σιδεριές εγκυμονούν μολύβι μία ξυσμένη στρατιά αφαιρεί το ουρλιαχτό του ωκεανού ταφικά υλικά λαξεύουν την άνοδο της αναπόφευκτης πτώσης αχερούσιες πλεύσεις φανερώνουν απρόσμενα μια μέγκενη κλειτορίδα όπως η συκιά αγκαλιάζει το φοίνικα κι οι γάτες χαριεντίζονται στα γόνατά του η θηλυκή κίνηση των δαχτύλων επιτρέπει στον άνεμο να σαυρώνει την πλάτη αποφεύγοντας καλοτοπιές ή αντωνυμίες

*Από τη συλλογή “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.

Γεωργία Τρούλη, Ένα διάστημα γαλάζιο

Ν΄αφήναμε ένα διάστημα ουρανό
Ανάμεσα στους ανθρώπους,
Ανάμεσα στα λόγια
Και στο ζευγάρι τους,
ανάμεσα στα πόδια
Ανάμεσα στην εικόνα και στον καθρέφτη
Ν΄ανασαίνουν,
Να μπαίνουν εκεί μέσα ακούσια ή άθελα
Να βλέπουν την κλωνοποίηση
Του ίδιου τους του προσώπου,
Να βλέπουν το τρεχιό,
Τις συναντήσεις,
Τις εγκαταταλείψεις,
Την αυταπάτη
Και κάπου να συνέρχονται και να λένε
Πώς μοιάζω σ΄ εκείνον, σ΄ εκείνον
Στον παραδίπλα
Σε αυτόν,σε αυτόν, σε αυτόν
Σ΄εαυτόν
Και πάλι να γλιστρούν, να ξεφεύγουν
Ν΄ αναλαμβάνουν ρόλους
Και να λένε
Δεν χρειάζομαι ούτε αναπνοή,
Ούτε γαλάζιο

*Το έργο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Δήμητρα Γερογιάννη, ποιήματα

την επόμενη φορά που θα βρέχει
θα δοκιμάσω
να παγώσω τη βαρύτητα
να παγώσω τις σταγόνες
και θα ζωγραφίσω μικροσκοπικά
σύμπαντα μέσα τους
ύστερα θα ξαπλώσω στην άσφαλτο
μ’ ένα μεγεθυντικό
φακό για να παρακολουθήσω
εκατομμύρια ιστορίες να πάλλονται
μπροστά στα μάτια μου
θ’ αποκοιμηθώ
και θα ξυπνήσω κάτω από έναν
πορτοκαλί ουρανό
και τότε θα βρέξει
και θα ποτίσουν τα ρούχα και
το δέρμα μου
με τα χρώματα

θα με πιάσεις από το χέρι
σε λίγα μέτρα θα έχεις χαθεί
δεν είναι τόσο άσχημα να πετάς μέσα
σ’ ένα πηγάδι ή
να βυθίζεσαι σε λευκή άμμο
δεν είναι και τόσο μοναχικά μέσα στο
κεφάλι μου
βεγγαλικά
υγροποιημένα αστέρια
και πλανήτες
μετά σιωπή και παγωμένες μπλε
αναπνοές
αμέτρητα θαμπά δευτερόλεπτα
μέχρι την επόμενη
έκρηξη

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, Ιούνιος 2016.

Dylan Thomas, Όταν κάποτε τα λυκόφωτα κλείθρα

Όταν κάποτε τα λυκόφωτα κλείθρα
Δεν σφάλισαν πια στο μακρύ
Του δακτύλου μου σκουλήκι
Μήτε τη θάλασσα που ορμούσε
Γύρω στο γρόνθο μου καταραστήκαν.
Του χρόνου το στόμα ρούφηξε, σαν το σφουγγάρι.
Από την κάθε στρόφιγκα οξύ γαλακτερό
Και στράγγιξε τα ύδατα του στήθους.

Όταν στράγγιξε η γαλακτική
Θάλασσα και ξεσφαλίσαν οι άνυδροι πυθμένες,
Απέστειλα την πλάση μου κατάσκοπο στη σφαίρα,
Κείνη τη σφαίρα κόκκαλο μονάχη και μαλί
Που ταιριασμένη μου από νεύρο και μυαλό
Είχε τανύσει το υλικό φλασκί μου στο πλευρό της.
Οι θρυαλίδες μου ορισμένες ν’ απαιτήσουν
την καρδιά της,
Εκείνη έπνευσε στο φως σαν σκόνη
Και πέρασε ένα Σάββατο με τον ήλιο,
Όταν όμως τ’ αστέρια, σχήμα απαιτώντας.
Έφεραν μπρος στα μάτια της τ’ άχυρα του ύπνου
Βύθισε τις μαγείες του πατέρα της σ’ ένα όνειρο.

Θωρακισμένη η έξοδος του τάφου,
Ο κοκκινομάλης καρκίνος ακόμη ζωντανός,
Των ματιών που φωτογράφησαν τα ρούχα τους
Κάποιοι νεκροί ξεπάτωσαν τα θαμνερά σαγώνια τους,
Κι αίμα σακούλια αμμόλυσαν τα έντομά τους”
Εκείνη έχει στην καρδιά
την Σταυρική Αίρεση του θανάτου.

Ο ύπνος περιπλέει τις παλίρροιες του χρόνου
Το ξερό φύκι του τάφου
Προσφέρει το κεφάλι του
σε τέτοια θάλασσα δουλευταρού
Κι ο ύπνος γυρίζει βουβός τα κρεβάτια
‘Οπου τροφή ψαριών ταΐστηκαν οι σκιές
Που εποπτεύουν τον ουρανό μεσ’ απ’ άνθη.

Όταν κάποτε οι λυκόφωτες βίδες γύριζαν
Και το γάλα της μάνας ήταν σαν άμμος σκληρό,
‘Έστειλα το δικό μου πρεσβευτή στο φως
Από τέχνασμα ή τύχη απεκοιμήθη
Κι έλαβε ψοφιμιού μορφή
Να μου στερήσει τα υγρά μου στην καρδιά του.

Ξύπνα υπνωτή μου, με τον ήλιο,
Εργάτης σε πόλη αυγινή
Κι άσε τις εγκώμιες παπαρούνες όπου αν κείνται
Πέσαν οι φράχτες του φωτός
Σκόρπισαν όλοι εκτός από του στήθους τους ιππείς
Και λέξεις κρέμονται στα δέντρα.

*Από το βιβλίο “Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει ποτέ εξουσία”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, στη σειρά Ξένη Ποίηση Νο 1 (χωρίς χρόονο έκδοσης).