Πατέρα πλοίο
που σ’ έχω υμνήσει τόσες
φορές μη με ξεχάσεις
όταν έρθει η ώρα
χωρίς συνοδεία άλλων ωρών
όταν έρθει το πονοθραυστικό
άσε με να σου χτυπήσω
λίγο το έρμα είμαι ο μικρός
σου ταπεινός ύφαλος
ή το κήτος που ξέχασες ότι
υπάρχει την ώρα των κοσμικών
βραβεύσεων θα είμαι αποσυρμένος
απλώς σε ρωτώ σε ποια ηλικία
πάντα σκοτώνει ο υιός
τον πατέρα;
Κάποιοι μπορεί να τρομάξουν
και να πουν μα τι λέει ο
μικρός το δέμας
απονενοημένο θα πουν ήταν
το ποίημα το κύμα το σήμα
που πάνω του επιτύμβια στήλη
θα έχει στηθεί με μια μορφή
προεξέχουσα κατά τα τρία
τέταρτα
το ένα τέταρτο το βλέπει
μόνο όποιος μπορεί
να φανταστεί
πως ζει σε άλλη γη και πως
έχει έναν άλλο πατέρα
κάποιοι μπορεί να πουν
τίποτα δεν μπορούν να πουν
γιατί θα μασάνε πέτρες και
θα κάνουν πετρόφουσκες
μικρά κρύσταλλα Σβαρόφσκι
θα τους έχουν μπει στα
μάτια
και θα τα τρίβουν ενώ στοργικά
κάποιος θα τους λέει
σταματήστε να τρίβετε τα
μάτια σας με την οδοντόβουρτσα
σταματήστε να καθαρίζετε τ’
αυτιά σας με τα οδοντικά
νήματα
μη γαργαρίζετε άλλο τη μύτη σας
με διάλυμα
σεβαστείτε με μόνο
όπως ο Λάζαρος έμεινα τέσσερις
μέρες εκείθεν και τώρα
όδε και ώσπερ
Έχει και έναν πατέρα είπε ο
πατέρας την ώρα που ο
Λάζαρος συναντούσε πάλι
σαβανωμένος τον Χριστό
*Από τη συλλογή “Το μάθημα της περίληψης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011.
Στέκομαι σ‘ ένα λιβάδι.
Τα κίτρινα στάχυα, παίζουν με τον αέρα
ο ήλιος, μοιάζει με φίλος, μα δεν είναι:
Κλείνει στην αγκαλιά του
τα μυστικά ενός αργού θανάτου.
Ένα παιδί γράφει μ‘ ένα ξύλο στο χώμα.
Δεν μπορώ να δω καθαρά τι γράφει,
μπορώ όμως να φανταστώ.
Κοιτάζω πιο πέρα!… Μια κηδεία!…
Ναι, είναι μια κηδεία…
Τρέχω να δω από κοντά…
Στο φέρετρο τρέχω να δω τον νεκρό…
Απίστευτο!
Ο νεκρός, είναι ίδιος εγώ.
Απίστευτο!
Ο νεκρός, είμαι εγώ…
Στέκομαι σ‘ ένα,λιβάδι,
αλλά, δεν είμαι εκεί.
Είμαι μέσα στο φέρετρο και στην κηδεία μου πάω.
Ας συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
Αυτό είναι το τέλος.
Στέκομαι σ‘ ένα λιβάδι, αλλά δεν είμαι εκεί.
Τα μπλουζ της εργατικής ελίτ
και τα ζεϊμπέκικα στη φέξη,
ο κούκος στα σαλόνια
και τα reggae πάρτυ,
οι κόλακες στη Σταδίου
και τα χασίσια στο λαό,
οι λούστροι με τις βούρτσες τους
και τα κακέκτυπα βραβεία στα σχολεία της αποχής,
οι δούρειοι ίπποι,
τα τιμαλφή και μια σκελίδα σκόρδο για ένα δηνάριο,
και έχεις ό,τι θες.
***
Συναρμολόγηση
Υπομένεις την ύπαρξή σου διαλεκτικά.
Ταραντέλες και λικέρ βερίκοκο,
ιαχή στο σούρουπο ως ψεύτικο σινιάλο.
Γράφεις συνθήματα και αποδομείς
γνώμες, καταθέσεις πάνω σε λαδόκολλα.
Λογοτεχνικό σφαγείο στην ερημιά
τα δάκρυα των τυφλών που φωτίζουν τους φταίχτες,
τα θέλω του τρελού της γειτονιάς,
του ελάχιστου εαυτού.
Γολγοθάς χιλίων χριστιανών
τα αρώματα της πλάνης,
τα δηλητηριασμένα σουαρέ
Γράσα κάτω από τα νύχια και ιδιοκατασκευή.
Ντουέτα και ασημένιες κασετίνες.
Βερνίκι και άσπρο νήμα να πνίγει τις αλήθειες,
σε λιμάνι δεμένο με καραβόπανα το σκυλί,
λάμπες πολύχρωμες παρουσιάζουν τους κυματοθραύστες,
το ξερό κεφάλι του Μιχάλη
και οι φούντες που εκλάπησαν,
φουσκωμένα μπαλόνια
και άδεια κρασοπότηρα.
Ύστερα η περιπλάνηση.
Ο κουτσός των υπογείων να δημιουργεί σύμπαντα και εντυπώσεις,
για το τέλος ένα σεντούκι γεμάτο ευχές γα τους πολεμιστές
και ένα σκασμό τσιφτετέλια.
*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.
Θα πρέπει το χάος να φέρουμε εντός
για να γεννήσουμε το άστρο που χορεύει
Friedrich Nietzsche
Με τον φόβο στα σωθικά
και το κεφάλι ψηλά
ορθώνεται στο στρατόπεδο της Γιαρμούκ
στοχάζεται τη ρημαγμένη Δαμασκό
πέτρες που αιμορραγούν
και το σκυρόδεμα να καταρρέει
και τη βαρύτητα προκαλεί
και τις βόμβες
και τους ελεύθερους σκοπευτές
πρηνηδόν στο σκοτάδι
αγνοεί
Η Χομς αγωνιά
και το Χαλέπι μήνες
τη μανία των τρελών του Θεού υπομένει
τη λύσσα των μισθοφόρων και των αεροπλάνων
του Αλ Ασάντ
Στην Παλμύρα ο χορευτής στα χαλάσματα
τις πέτρες ξυπνά
ζωντανεύει
τον Τιβέριο
να δούμε
αφήνει το όνειρο του Αδριανού
ριγούν της Ζηνοβίας τα κοσμήματα
της αστραποβόλας σφετερίστριας
των αιώνων είναι η δόξα
το θάρρος των κατασκευαστών
ανορθώνει τους ναούς
σε τέσσερα βήματα
και το κορμί του το μέλλον σχεδιάζει
με τέσσερις πήδους
στον χώρο του θανάτου
οι μυώνες του είναι οι στήλες
κι οι ώμοι του κιονόκρανα
Απλώνεται, κι άλλο ορθώνεται
μ’ ένα πήδο τις προκλήσεις της Ιστορίας αποκαλύπτει
Ελπίδα στα όρια της χαράς
γυρίζει την πλάτη στην κοιλάδα
των τάφων είναι η χάρις και η ζωή
τα παιδιάτικά μας χρόνια
στη γη που ο θάνατος βίασε
Η Συρία στην καρδιά του χορευτή στα χαλάσματα
χορογραφία της ειρήνης
πορεύεται στο φως
ανοίγοντας πλήρως και ανεπαίσθητα τα βήματά του
Κάθε μετέωρη ανάσα
τον χαμένο κόσμο ξαναφτιάχνει
άδει ξανά το χάος που καπνίζει
στα χαλάσματα
Ο χορευτής στα χαλάσματα
αέρινος ισορροπιστής
στου χρόνου το σχοινί
ατελεύτητη γραμμή διανομής
του αίματος και της στάχτης…
***
Φαντάσματα του Τζιακομέτι
Η διάβρωση του αιώνα
σκάλισε το πρόσωπό του
με τα μπουρίνια
της βαρβαρότητας
Ο άνθρωπος που βαδίζει
δεν υποχώρησε
στους παράφρονες νεκροθάφτες του φωτός
αλλά η μορφή του
άπλωσε
με όλη τη σφοδρότητα
σαν το κόκκαλο
κάτω από το δέρας
της θλίψης
απ’ την πείνα
σπαραγμένο
Τον σκελετό ο Τζιακομέτι
στον άνθρωπο
ψάχνει
βλέπει εντός
αντικρίζει τον εαυτό του
στη δοκιμασία της ύπαρξης
αντίσταση των μυώνων
σε τροχιά γύρω από το μάτι
Όλο αυτό που το ψαλίδι
του καλλιτέχνη αποσπά
από την ύλη
είναι τα κύτταρα
οι νευρώνες
που στον χρόνο
το κορμί αλαφρύνει
Η ηλικία προσμετράιαι
μ’ ό,τι λείπει
μόνον η εμπειρία
παραμένει
θυσία
στις σάρκες
Ο άνθρωπος που βαδίζει
βήμα το βήμα σκάβει
τον μέσα του τάφο
με τη μανία
που τα ρίγη
κάτω απ’ το
δέρμα χαράζουν
II
Ένα σκυλί του τέλους του κόσμου
ένα σκυλί της αποκάλυψης
ένα σκυλί που βαδίζει ίσα μπροστά
μετά την εκατόμβη
ένα σκελετωμένο σκυλί
άδειο απ’ τη λύσσα του
μια σκυλίσια δυστυχία
χαμένη στο μηδέν
των ίσκιων
που άλλοτε
αποκαλούσαμε
οι άνθρωποι…
Τo σχέδιο πόλεως της Μιλήτου, που έμοιαζε με σχάρα.
έγινε το βασικό σχέδιο για τις Ρωμαϊκές πόλεις.
Στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Καισαρα και τον Πομπήιο.
ο Κικέρωνας πήγε με το μέρος του Πομπήιου.
Όμως ο Καίσαρας αφού νίκησε, του έδωσε αμνηστία.
(Κικέρωνος 1ος και 2ος κατά Κατιλίνα λόγοι.
μετάφραση: Ευστράτιος Τσουρέας)
Η Μίλητος που πλούτισε
εις βάρος της Λυδίας,
στην Κόρινθο που χτίσανε
τα τείχη
τ’ α π ρ ο σ π έ λ α σ τ α
κι οι μισακάρηδες
ελεύθεροι do joure
μα και de facto δούλοι.
Ο δεξιός τοίχος δεν τελείωνε,
κι ο αριστερός δεν έμοιαζε
με π α ρ α σ τ ά δ α.
Και το καθήκον να σφυρηλατείς
δύο σελίδες σαχλαμάρες
την ημέρα…
και να ’χεις τον Σκαύρο πρόθυμο
στα λόγια των Ισαύρων.
την ομοσκηνία στη Fidena για μήνες,
τα φίδια ίσα με τις λόγχες,
και το διάταγμα —ανήμερα Λουπερκαλίων—
ben veggio
or si come al popol tutto?
Κι αυτός ο Καίσαρας!
δεν του καίγεται καρφί
για των Γετών τις πανουργίες
και τα καμώματα των ισοπολιτών
δεν τον απασχολούν διόλου.
«Με βία και βρισιές
δε γίνεται επανάσταση…»
«…τους κυβευτές!
τους κυβευτές
να πάρετε από μπροστά μου»
διέταξε.
«Εκείνος ο Ελβίδιος κι η ευμένεια του υπάρχου»,
είπα με τρεμμάμενη φωνή.
«Καταραμένε Σύρα! Εσύ,
και το κρασί που μου ‘φερες».
«Οι οινοχόοι αφέντη μου
χειροκροτούσαν με τις γλώσσες».
Τι κι αν ο Πούλχερ
τα ’ψελνε στους ύπατους;
τι κι αν δεν εφαρμόζονταν
οι νόμοι του Πορκίου;
Η σύγκλητος χωλαίνει
και οι dcsignato
είναι προ των π υ λ ώ ν.
Στα ποτάμια του Ήλιου
έλιωσε
ένας έρωτας που γεννήθηκε
στο φως του φεγγαριού
μεσάνυχτα δόθηκε
το πρώτο φιλί
η νύχτα ήταν ατέλειωτη
γεμάτη αριθμούς της αγάπης
και τα σώματα ξεψύχησαν
στον τιτάνιο αγώνα
να κατακτήσει ο ένας τον άλλο
έρωτα πανίσχυρε, εξολοθρευτή
πως χάθηκες στο φως της μέρας
κι έλιωσες στα ποτάμια του Ήλιου
εσύ που φάνταζες αιώνιος
μέσα στα σκοτάδια της νύχτας.
Ένα δύο, τρία
μετρώ τα βήματα που τρέχω
ένα, δύο, τρία
στο μέτρημα κλέβω σπαθί
γελώ
με βλέπω παιδί σωβρακάκι
φτου!
και με ξελεφτερώνω
***
Το μυστικό
Έχω ένα μυστικό,
θαμμένο βαθιά, φυλαγμένο χρυσάφι.
Έχω ένα μυστικό, το δικαιούμαι
κρυμμένο απ’ το Θεό και τους ανθρώπους.
Έχω ένα μυστικό,
μη μ’ αγαπήσεις
αυτό έχω να σου πω.
***
Υπάρχεις
Κι εσύ πάντα εμφανίζεσαι
ακανόνιστα εξωπραγματικά σαν σήμα ομίχλης
αν και τα χρόνια που μας μένουν δεν είναι πολλά
αναπνέεις μαζί μου και ‘γω σε έχω ανάγκη. Δυο μάτια!
***
Κόρη του χαμού
Μου χαμογελάς
νιώθω τη μανία του κορμιού σου
να με πνίγει
ότι μου πετάς,
ένα γδαρμένο φιλί
μια ψυχή,
γδαρμένη.
Ξέρω ποιον αγαπάς
εμένα με μισείς
μισείς και τα παιδιά μας
κόρη του χαμού,
της κακιάς γιορτής
ξέρω για πού το ‘βαλες
για πού θέλεις να πας
όπου σε κλαίνε τα σκυλιά
και δε πατούν οι ξένοι.
*Από τη συλλογή “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”.
**Το τραγούδι των “Χωρίς Περιδέραιο” μπαίνει στη μνήμη της ψυχής του συγκροτήματος Νίκου Αγγελή, που μας άφησε.