Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Τρία ποιήματα

Στεφάνι

Πήρα τα φύκια κι έφτιαξα ένα στεφάνι
Σε στόλισα σαν βασίλισσα

Πήρα τα φύκια από το βυθό μου

Έχω ένα βυθό μέσα μου

***

Θάνατος και ζωή

Χαμογελούν των πανσέδων
οι νεκροκεφαλές

Οι μέλισσες
λούζονται στη γύρη

***

Χελιδόνι

Είναι ένα αφηρημένο χελιδόνι
που δεν φεύγει με τα άλλα πουλιά
Κουρνιάζει μέσα στη χούφτα μου
όλο το χειμώνα

Είμαι η φωλιά του

*Από τη συλλογή “Μυστικός Άτλας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Δεκέμβριος 2017. Έργο εξωφύλλου: Haley Cavotta.

Ιβάν Γκολ, Από τα “Μαλαισιακά τραγούδια”

6

Από τότε που γεννήθηκα
είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου

Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν
κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω

Οι χώρες στένεψαν
τα βουνά χαμηλώνουν
τα ποτάμια λίγνεψαν

Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε
απλώνεται απ’ την αυγή ως το λυκόφως
σκεπάζει όλη τη γη
Όποιο δρόμο κι αν πάρεις
θα περπατήσεις επάνω μου

8

Δεν ήθελα να είμαι
παρά ο κέδρος μπροστά στο σπίτι σου
ένα κλαδί του κέδρου
ένα φύλλο του κλαδιού
μια σκιά του φύλλου
η δροσιά της σκιάς
που χαϊδεύει τον κρόταφό σου
για ένα δευτερόλεπτο

27

Σκεπάστηκα μ’ εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
να μ’ αφανίσεις
εφτά φορές

*Από τη συλλογή «Μαλαισιακά τραγούδια» (1934), που περιλαμβάνεται στον τόμο «Ιβάν Γκολ – Ποιήματα (1920 – 1950)», σε επιλογή και μετάφραση Ε. Χ. Γονατάς, Εκδόσεις Στιγμή, 2003.

Χαρά Παπαδοπούλου, Απροσδόκητη συνάντηση

Μια μέρα συνάντησα την αλήθεια μου.
Πήγαινα να ψωνίσω στο σούπερ μάρκετ.

Τη ρώτησα αν ήταν καλά στην υγεία της.
Κι εκείνη μου απάντησε:
“Καλά, εσείς;”
Κι εγώ της λέω:
“Τι περιττός πληθυντικός!”.

“Γιατί; Δεν είναι ταιριαστός με την ηλικία σου;
Ή μήπως δεν έχεις το κύρος της τιμής του;”

“Μπα! Τι ξαφνική οικειότητα είναι αυτή;
Εσύ τόσα χρόνια παρίστανες την άγνωστη.
Μου μίλαγες σαν να ‘μουν καμιά ξένη.
Κι ούτε με άφηνες καν να σε συναντήσω.
Κι ούτε έπαιρνες από παρακάλια και λυγμούς.
Και τώρα σου θυμήθηκε να μ΄ εμψυχώσεις;
Καθάρισες, νομίζεις με το νεόκοπο ενικό σου;
Τι να την κάνω την ψεύτικη εκτίμησή σου;
Εγώ ήθελα την αλήθεια μου στο πλάι μου”.

“Τότε να μου είχες καταργήσει το πληθυντικό νωρίτερα.
Λες και δεν ξέρεις πόσο απεχθής μου είναι
η σεμνοτυφία”.

Με πήρε αγκαζέ και πήγαμε μια μικρή βόλτα στο πάρκο.
Μετά είχα να γυρίσω για ψώνια.

“Από το βιβλίο ‘“Ενα γυμνό κρεμμύδι”, Εκδόσεις των άλλων, 2016.

Kobayashi Issa, Δεκαεπτά χαϊκού

1
Άνθη κερασιάς
και λάμπουν: από κάτω
ποιος είναι ξένος;

2
Έτσι θ’ ανθίζουν
κι οι κερασιές στην άλλη
όχθη της ζωής.

3
Σαλιγκάρι μου:
αργά αργά ν΄ ανέβεις
το όρος Φούτζι

4
Από το θάμνο
λαμπροστόλιστη, νά την:
η πεταλούδα.

5
Μικρό σπουργίτι
κάνε πέρα, έρχεται
ο κύριος Ίππος

6
Ξαφνική βροχή:
το γυμνό μου άλογο
γυμνός ιππεύω.

7
Ίσια στο χιόνι
της πόρτας κατουρώντας,
ανοίγω τρύπα.

8
Στέκει τρέμοντας
η καλύβα της πόρνης
στην καταιγιδα.

9
Σκυμμένη μετρά
τα σημάδια των ψύλλων
καθώς θηλάζει.

10
Μια θύρα καλή
στο απαλό σεληνόφως
γύρεψα, βρήκα.

11
Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν.

12
Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο.

13
Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε.

14
Σαν αποπιούμε
θα κάτσουμε να δούμε
την πανσέληνο.

15
Έτσι ειν’ ο κόσμος:
τ’ ολόγιομο φεγγάρι
κι αυτό εκλείπει.

16
Χωρίς τον Βούδα
θα έλαμπε η πάχνη
πάνω στη χλόη

17
Ο κόσμος της πάχνης
κόσμος της πάχνης είναι,
κι ωστόσο, κι ωστόσο.

*Από το βιβλίο “Ο κόσμος της πάχνης – Σαραντατρία χαϊκού του Ματσούο Μπάσο και του Κομπαγιάσι Ίσσα, σε απόδοση Διονύση Καψάλη, Εκδόσεις Άγρα 2008.

Γρηγόρης Σακαλής, Ερημιά

Pet Cemetery

Είχες φυτέψει τριανταφυλλιές
στην αυλή μου, μάνα
τις πότιζες, τις κλάδευες
τις καμάρωνες
μαζί σου κι εγώ
μύριζαν τόσο ωραία
τα τριαντάφυλλά τους
κανένα σαν κι εσένα
έφυγες εσύ νωρίς
έμειναν οι τριανταφυλλιές
πίσω
να μου θυμίζουν το χθες
σταμάτησα κι εγώ
να τις κλαδεύω, να τις ποτίζω
ερήμωσε η αυλή
ερήμωσε η ψυχή
απ΄ το γλυκό το λόγο
απ΄ τη ζωή και την αγάπη.

Ρογήρος Ντέξτερ, Ελεγείο Ή Μια μέρα γιορτής (II)

στη Μ.

Α’

Άκου τα λόγια μου
Μέλισσα που φέρνεις γλυκά το νέκταρ
Μέσα στα όνειρα
Στα παραμύθια
Πάνω στο ασήμι τού νερού
Ενώ σουρουπώνει
Ίδια νεράιδα στο χείλος τού ύπνου
Κοντά στις όχθες
Όπου αράζουν οι φελούκες
Με χαμόγελα
Φορτωμένες το μόχθο μιας μέρας
Γάργαρη σαν τη σκέψη στη ρεματιά
Όπου σ’ αντίκρυσα ένα μεσημέρι *
Πάνε χρόνια πολλά που με ονείρεψαν
Πως είναι κοντά και τάχα πλησιάζει το τέλος μου
Γιατί μόνο η καρδιά δε γερνά,να το ξέρεις
Μέσα στους κάλυκες τού ανθισμένου λιβαδιού
Μόνο η καρδιά,καλό μου
Που δεν τη θανατώνουν οι πέτρες
Στα χέρια των εχθρών και των φίλων.

Β’

Για σένα λοιπόν κι αυτό το τραγούδι
Στόμα που μέλι έσταξες πάνω στην πίκρα
Μέχρι να ξεχαστούμε για πάντα
Και να μας ξεχάσουν κι εμάς
Τα μέρη όπου στάθηκαν τα βήματά μας
Οι φυλλωσιές που θρόιζαν
Για να τρυπώσουν στη μνήμη
Στην άκρη τής όχθης τού ύπνου
Όπου σ’ αγκάλιασα λίγες στιγμές τού γαλαξία
Όπως η μέλισσα
Την καρδιά τού ανθισμένου λιβαδιού
Όπως το γέλιο σου που αγάπησα
Στα χείλη των φιλιών σου *
Όλα θα ξεχαστούν
Ακόμη κι εκείνη η λαλιά σου η παράδοξη
Ζεστή φωλιά από τζιτζίκια στις αισθήσεις
Μέχρι να με χωνέψει αργά
Η ερημιά τού δάσους μου
Και το θάνατο ν’ ανταμώσω σα γαλήνη.

27/5/2018

Νικόλαος Κάλας, Δεύτερο Βιβλίο

Αντανακλάται κι η μνήμη. Μετριέται
το ταξίδι μου στη Σύρο απ’ το Μανχάτταν
η νέα Ερμούπολη

Μ’ αντάμωσε το ταχύπλοο μ’ επαναλήψεις.
Γιομάτο το κατάστρωμα από σάρκες μ’ επαλήψεις.
Κάποιος αφοντούριστος Ερμής σαγήνεψε τις προάλλες
φορτίο υπερβορείων: «Οκταήμερη διαμονή
από Τετάρτη σε Τετάρτη σε αφροδυσία μυκονιάτικη».
Πασίδηλα χωρίς Απόλλωνα ακτινοβολάει
ο ήλιος τα κορμιά ειδωλολατρών.

Ο κύριος Προϊστάμενος της Πρώτης πάει για την Τήνο
τό ‘ταξε τάμα. Ωχρός νέος μια και θεραπεύτηκε
απ’ τα αφροδισιακά, οικογενειακό την Παναγία
θα προσκυνήσει: «Αυτήνε λατρεύω – παπάδες να μη δω».
Η έγκυος σύζυγός του κι άλλες κυρίες
περιφρονούνε τα γυμνά μα όχι και τους λουκουμάδες.

Δεν είναι για μένα η μετάληψη, πρόληψή μου
κύπελλο κυκλαδικού πολιτισμού: το ερμηνεύω
Διπρόσωπος ο Ερμής: «Δεύτερος λογαριασμός»
Χρημάτων και λόγου. «Commerce des idees»
όπως λένε οι Φράγκοι. Η συναλλαγή ιδεών με θέλγει.

Επέστρεψα απ’ τήν Έρμούπολη αυθημερόν
Ο κύριος Προϊστάμενος δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό μου.
Στον πηγαιμό του είχα πει πώς ήμουν άθεος.

Με μαντολίνα καλοπλόκαμος τροβαδούρος
απόγονος Σαξόνων μας συναρπάζει
με το βαρύ παράπονο άνεργων κι αλητών.
Είναι με άδεια Τμηματάρχης στην ΕΞΟΝ
στη Σαουδική Αραβία. Πέντε ώρες πτήσης
από τη Μύκονο. Τον περιμένει στο Φρίσκο
Βιετναμέζα σύζυγος.
Συνταξιδεύει ο άδελφός του, λιγότερο ωραίος
Ταγματάρχης αμερικανικής μονάδας στο Έσσεν
Αφήκε τη γυναίκα του στο Κάσσελ. Τρεις ώρες απ’ τη Γλυφάδα.
Εξόν από κοινό επίθετο και σειρηνικών διαθέσεων
δέν μοιάζανε καθόλου στην όψη και στο φέρσιμο.
Άμα προ του τέλους του έτους επιστρέφουν
μου υποσχεθήκανε να επισκεφθούνε την Ερμούπολη.

Πλούσιο νησί η Σύρος, με ναυπηγεία
και παγκοσμίους συνδιαλέξεις.
Των παππούδων τα στάρια της Ρουμανίας
και τα μπαμπάκια της Αλεξάντρειας
αντικατασταθήκανε απ’ τα πετρέλαια.
Στά δεύτερα βιβλία προστεθήκανε
σημαίες ευκαιρίας.
Επί Τουρκοκρατίας η Καθολική Εκκλησία
δεν ήταν κι αυτή σημαία ευκαιρίας;
Των χιωτοσυριανών καλαμαράδων το μελάνι μου
δεν στέγνωσε. Οστρακίζομαι. Συντάσσω
συμβόλαια με δαίμονες.
Στων Ηνωμένων Εθνών την ολυγυάλινη πλάτη
αντανακλάται Ερμούπολη μοναδική
πανιά, φορτηγά, τουριστικά κυλάνε
στην αντίπερα όχθη σχέδια και πράματα.
Στο Αιγαίο αυτή την ώρα απλώνεται σκοτάδι.
Εδώ τις προάλλες ηλεκτροπληξία ξέσπασε.
Έγινε η νύχτα νύχτα. Νύχτα αμηχανίας
άλογος. Αποκαλυπτική.

Ιούνιος – Ιούλιος 1977

Μαργαρίτα Μηλιώνη, σαν βγαίνουμε έξω μας σκοτώνουν

σαν βγαίνουμε έξω μας σκοτώνουν.
δεν το βλέπεις;
εχθές προχθές με πήρανε τα σκάγια
του αγανακτισμένου ημεδαπού
κι ήμουν μόνο δεκατριών ετών
και με έλεγαν γιαννούλα
καταλαβαίνεις;
πέθανα έτσι
χωρίς κανένα λόγο
δεκατριών χρονών κορίτσι
από αδέσποτη
καταλαβαίνεις μικρή μου
είμαι τσιγγάνα και
δεν έχω έλεος για την πραγματικότητα, σου λέω.
μη μυρικάζεις τον θυμό σου.
ψάξε καλά, βρές τους στόχους
και χτύπα χτύπα δυνατά
πριν μας σκοτώσουν
δίχως να προλάβουμε να μεγαλώσουμε, μικρή μου
χτύπα με ό,τι μπορείς
με σφεντόνες με λέξεις με βέλη με πέτρες
σπάσε τους το κεφάλι
χτύπα τον φασισμό όπου τον βρίσκεις
είτε να φωλιάζει ύπουλα και πονηρά
κάτω απο λευκά σεντόνια
ή να επιτίθεται θρασύδειλα σε ποδηλάτες την αυγή
που πάνε στη δουλειά τους.
όχι! μη μυρικάζεις το θυμό σου

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

Σχέδιο: Θάνος Ανεστόπουλος (περιλαμβάνεται στην έκδοση)

εξόριστες μέλισσες

Εξόριστες μέλισσες
τα λόγια μου.

Τα ’διώξε κάποτε η κερήθρα
γιατί δεν είχανε
κεντρί.

Τώρα εδώ,
δεν φτιάχνουν μέλι
δεν κάνουν θόρυβο
δε ζευγαρώνουν.

Ψάχνουν μονάχα
αυτή τη λόγχη
που παίζοντας κάποτε κρυφτό
χάθηκε
μες στα ποιήματα.

***

γυναίκα μονόκλινη

Γυναίκα μονόκλινη
δεν έχει χώρο
για έμβρυα.
Εδρεύει εντός της,
η πράσινη λύπη.

Κάποιον σεπτέμβρη
θα φέρει στον κόσμο
μιαν ύστερη φράση.

Το ξέρει ήδη
και εκπαιδεύεται

κλειδούχος του στόματος.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Μελάνι, 2012.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Ήταν ρομά

Ήταν ρομά
στα δεκατρία της.
Σκοτώθηκε κατά λάθος.
Μα ποιος νοιάζεται;
Ήταν ρομά
κι άρα δεν έχει σημασία.
Αν ζούσε, θα μεγάλωνε
και θα γινότανε
ζητιάνα, κλέφτρα ή πόρνη.
Μόνο που κάθε νύχτα
τα όνειρά σου θα στοιχειώνει
ένα κορίτσι δεκατριών χρονών.