Έφη Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

Δεν θυμάται
γιατί δεν θέλει να θυμάται.
Βαδίζει διαρκώς –
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία,
και συνέχιζε
ανάμεσα στο πλήθος,
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε.

Με προορισμό το δρόμο
αναζητώντας λίγη σκιά
δεν είχε παρά τον ίσκιο του
μονάχα.
*
Βάδιζε
λες κι ένα τζάμι κάτω από τα πόδια του
θύμιζε διαρκώς το βάρος.
Άξαφνα
το δίχτυ της βεβαιότητας υποχώρησε
ο πάγος έσπασε
νερό γέμισε η τρύπα
και πνιγμένους.

***
Κι άνθιζε μέσα του κι αισθάνθηκε
πως κυλούσε ανάμεσα σε πέτρες, ρίζες, φύλλα.
Άνθρωπος από νερό, άνθρωπος από νερό!
φώναζαν τα παιδιά.
Κι αυτός;
Πώς έσβησε τη δίψα του;
Ξεδίψασε άραγε ποτέ;
Το χώμα ξέρει
το χώμα γνωρίζει
τα νερά θυμούνται.

Το νερό ξεπλένει τους λεκέδες.
*
Άρρωστος από μίσος
πιο νεκρός κι από νεκρό
αυτός που στο μάτι του ζώου
θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα.
Σε ξέρα ριγμένος
βυθισμένος στα πνιγμένα του νερά
αυτός που δέρμα αλλάζει κι από φίδι πιο γρήγορα
πουλί να γίνει θέλει με δανεικά φτερά.

*Από τη συλλογή “Έρημος όπως έρωτας” (σε δίγλωσση έκδοση, σε αγγλική μετάφραση Γιάννη Γκούμα, αν και εδώ προτιμήσαμε την ελληνόγλωσση εκδοχή) Έκδοση Ποιείν, Απρίλιος 2015.

Ελευθεριακός, Ομιλίες

Μου μιλούσες
κάτι έλεγες για χθες
είχα το νου μου
στα παρατημένα σύννεφα
που διέσχιζαν τα μάτια σου

Μού μιλούσες
για φιλία κραύγαζες
έβλεπα το μέλλον αποκαμωμένο, κουτσό, μέσα στη χάση του

Μού μιλούσες
τα χάπια κύλησαν στον ουρανό
τα σύννεφα ναρκώθηκαν
η σιγή εκπυρσοκρότησε

Mου μιλούσες
είχα φύγει
το χαμόγελό σου είχε πια φωλιάσει στα δάκρυά μου
η γη στεκόταν αποσαρκωμένη
γυρνούσε γύρω από την λύπη της
ανάδευε τα έγκατά της
με τον καιρό ξιφομαχούσε

Σου μιλούσα
σεισμόί οι λέξεις
μα άψυχη, πώς να ακούσεις;

*Από εδώ: http://skotadikaifws.blogspot.com/2018/06/blog-post_28.html Το τραγούδι που συνοδεύει την ανάρτηση είναι δική μας επιλογή.

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, IV – Μιλιέται

να μπει μια στάλα μέσα
να μπει μια στάλα έξω
μπαίνει
«βγαίνει»
η ευδαιμονία του σάλου της
αφηνιάζει
το πάθος της ανύπαρκτης θύρας
διατρανώνοντας

τους ερωτικούς της —
αχ

ποτέ δεν μπαίνει
ποτέ δεν βγαίνει
ποτέ δεν μιλιέται

«κάποτε»
προϋπάρχει

τα χρονικά
ακούγονται
χοές της
όμως δεν λείπεται
δεν τείνει

στο βράχο βράχος
στην αύρα αύρα
ζώο στο ζώο
στο Ταίναρο Ταίναρο
γραφή στη γραφή
στον Προκρούστη Προκρούστης

δεν σώνεται

αρνητικά δεν κρατιέται
στο όνομα όνομα
ορμή στην ορμή
στο άγγιγμα άγγιγμα

ξημερωμένη στην ξημερωμένη…

…δεν
αντι-λαλεί
καταφατικά δεν κρατιέται
στον Ιωνά Ιωνάς
στο σάλο σάλος
πτώση στην πτώση

κι αντάμωμα στα μετασεισμικά λιμάνια
αντάμωμα
στουε μετασεισμικούς σεισμούς

αυτή η υπερηφένεια
που δε σβήνει
και φυσικα
δεν λέγεται – ομφαλοφόρα στην πλώρη
άγναντη

στην πρόθεσή της
να
Είναι
άκτητη

*Από τη συλλογή “…ύστερα θα καούν τα σάλια”, Εκδόσεις Ηριδανός, Μάης 2010.

Άννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Τις Κυριακές, όταν ο ήλιος περπατάει πάνω τους
γεννιέται ένας χρόνος ουδέτερος

δεν δείχνει την ηλικία του,
δεν βιάζεται, δεν σπρώχνει στις στάσεις των λεωφορείων,
ορκίζεται πως είναι τόσο ασάλευτος
όσο φαίνεται
ορκίζεται πως τίποτα δεν υπονοεί.

Σαν χθες ήταν που τον κατοικούσε μια πρωτόπλαστη λύπη
και τώρα

γυαλίζουν οι σκεπές των σπιτιών
κι αχνίζει μια ομιλητική σιωπή
τέτοια που βγαίνει από σκοτεινές σοφίτες
όπου παλεύουν προαιώνια διλήμματα
εκεί που στα κρυφά μεγαλώνει ο έρωτας.

Και γίνεται αγάπη.

***

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΛΕΙΔΩΝΕΙ Η ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου,
μετράς το μπόι σου με τους πεθαμένους
να δεις ποιος είναι πιο ψηλός στη μνήμη των ανθρώπων.
’Ολη τη μέρα χιόνιζε πάνω στη σιωπή,
μετά ήρθε ο ήλιος, έλιωσε τα χιόνια,
μα η σιωπή ήταν εκεί, άντεχε ακόμα.

Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
Αμμόλοφοι σκέψεων φυσώντας θα διαλυθούν
κι ο ξυλοκόπος των ονείρων θα διασκεδάσει την πλήξη του
πληρώνοντας σε τοπικό νόμισμα.

Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει.

*Από τη συλλογή “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Νικος Σφαμένος, Καθώς νυχτώνει…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο
το βροχερό απόγευμα
ένας άνδρας απέναντι καίγεται
οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά
ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω
τα σκονισμένα βιβλία
-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-
κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά
καθώς ακούμε τη βροχή
τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας
τίποτα δεν θα συμβεί
μια γαλήνη περιφέρεται

όμως να
κάποτε ξεκίνησες αλλιώς
και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα
μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα
και μας βρήκε απροετοίμαστους

και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ
εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας
που καίγεται
λίγο πριν η βροχή δυναμώσει

ναι
κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα, Εκδόσεις «Οδός Πανός»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάνια αναφερόμαστε σ’ ένα βιβλίο, που έχει κυκλοφορήσει παλιότερα και για να ασχοληθούμε μ’ αυτό, θα πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη αρχή μέχρι το τέλος του.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα», που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την απλότητά της.

«Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι μια ποιητική συλλογή εξ’ ολοκλήρου γραμμένη σαν τηλεγράφημα. Οι στίχοι χωρίζονται με παύλες και σύμφωνα με τον υπότιτλο είναι «πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα». Όμως, με τον τρόπο, που είναι γραμμένα τα ποιήματα, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ποίηση καθώς υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και χαλαρή ως ανεπαίσθητη ομοιοκαταληξία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τίτλος της συλλογής είναι λίγο παραπλανητικός. Η ποίηση της Τσαλαχούρη δεν είναι απλά επαναστατική. Είναι αναρχική, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τον αναλύσαμε πιο πάνω, όσο και για το περιεχόμενο των στίχων της.

Τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια είναι κυρίως κοινωνικά. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με το «κουτσό σκυλί από πριόνι», που όλοι το διώχνουν και «πιάνει η χολή αέρα». Στα επόμενα ποιήματα συναντάμε μια λεπτή ειρωνεία: «Από ‘δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου», αλλά και την ελπίδα, που παραμένει ακέραια στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία: «Η βαρβαρότητα κατατροπώνεται από τη θέληση για ελευθερία» και αλλού: «Εκτροχιασμένα βλέμματα – Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα». Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες αναφέρονται σε αρκετά ποιήματα από τα οποία ξεχωρίσαμε τα: «Πατημένα γατιά», «Το δωμάτιο του Άδη» και το συγκλονιστικό «Το αγόρι με την μάινα στον ώμο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο, από εκείνα, που λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και γι’ αυτό καταφέρνουν να μας εντυπωσιάσουν ευχάριστα.

*Στους συνδέσμους αυτούς θα διαβάσετε αποσπάσματα της συλλογής που δημοσιεύτηκαν στο Κόσκινο:

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αποσπάσματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Βασίλης Βασιλειάδης, από το “συνέβη στην επαρχία”

4

ήδιστα παραδομένοι στή ζεστασιά τής άρχέγονης τελετουργίας του πάθους για τή ζωή’
έπιτέλους τώρα
είμαστε μ’ αύτούς
πού ξέρουν τήν τέχνη ν ακοΰν τους παλφασμούς τού πέλαγους
μέσα άπο το σιωπηλό κογχύλι
αφήνοντας σέ άλλους διάστροφους,
τούς επίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγών,
νά τον καταστρέφουν
εξηγώντας τον σέ άφόρητα πληκτικές αράδες
-για τον έρωτα μιλάω,
το ρίγος τής ποίησης
κι όχι για τήν κακομοιριά των συστημάτων της ερωτικής λογικής —
Στο σύθαμπο τής άνοιξιάτικης αύγής
μοιάζεις με τοπίο πού άχνίζει τή δροσιά τής αύθεντικότητας
ξέγνοιαστη άπό τις φροντίδες τής φιλαυτίας σου
έγκατοπτρίζεσαι στήν αμοιβαιότητα
προέκυψες μια νέα σύνθεση μέσα άπο αύτόν τον έρωτα
περήφανη κι όμορφη Γυναίκα
ξεφλουδισμένη άπο το πεπρωμένο σου
-ακόμη σέ θυμάμαι Κικο-
Ανιχνευτές τής ελπίδας
μέσα στο πουθενά των ψηφιακών χρόνων
άναζητούσαμε τήν πρώτη γραφή τής ζωής σ αύτό το ταξίδι
εσύ
άμάχητη κι αναντίρρητη
ζούσες τή στιγμή ελεύθερη
ξεχνώντας γιά λίγο
ότι κατάγεσαι άπό γένος ένδοξων απολογητών τής λογικής των έσχατων
μέ βουλιμία τά χείλη σου γεύονταν τήν πικροδάφνη
στυφές φιλοδοξίες
νά νιώσεις ΤRIUMPHALIS μέ παράτα θριάμβου σέ στράτα άνθρωπο-έρημη’
κι όμως
δέν ξεγέλασε τήν άλλοτρίωση ή άπροσδόκητη εύτυχία τής ήδονής.

*“Συνέβη στην επαρχία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.

Στρατής Πασχάλης, Τραγούδι για τρία ρομάντσα

Τρίζουνε τά πατώματα,
βαμμένα και μεγάλα.
Οι αίθουσες φοβίζουν.
Τα έπιπλα μόλις χωράνε
αλλού κι αλλού απομόναχα
κι αντίκρυ λες κι αναζητάν
τον άνθρωπο που χάθηκε
στο γύρισμα της σκάλας.
Κλειδί που λείπει.
Στο κομοδίνο μένουνε κλειστές
«η Ραϊσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

Μες στο υπόγειο νεκροί
και ζωντανοί κοιμούνται
αντάμα δούλοι και άρχοντες
μοιράζονται τη φτώχεια.
Τ’ άλλα δωμάτια βαρέθηκαν
όλες τις εποχές να μένουνε
τα πράγματα σαβανωμένα.
Έξω η φύση σκηνικό.
Κηδεία μες στο σπίτι.
Μα στα συρτάρια με τις σελίδες τους υγρές
«η Ραϊσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

Πέθαναν όλοι χάθηκαν
τα έπιπλα πουλιούνται.
Κανείς στα πρόθυρα
στην πίσω αυλή και στο λουτρο
κανείς. Γκρεμίζεται το σπίτι.
Μόνο που μένει ζωντανό
ακέραιο ξαναγυρνάει στο νου
στο στόμα σου όταν πλήττει
είναι οι τρεις μισοσχισμένες χάρτινες θεές
«η Ραΐσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984.

Γιώργος Γκανέλης, Βρέχει πάλι

Κόσμος πάει κι έρχεται, χρόνια άπορα
μια μοίρα καρφωμένη σε παράλυτους αιώνες
στάχτες ποιητών περιπλανιούνται στους αιθέρες
σήμερα που η βροχή υποδύεται τη Μητέρα
όλων των μικρών ονείρων
μια λάσπη σκαρφάλωσε στα καμπαναριά
μια λιτανεία χωρίς να είναι γιορτή
αποκεφαλισμένα αγάλματα γέμισαν τα μουσεία
και πίσω απ’ το χαμόγελο ενεδρεύει η φθορά.
Αποτσίγαρα σε τασάκια χάρτινα, σκληρή η πίκρα
αυτών των στίχων που δύσκολα ξεδιπλώνεται
υπόγεια χωρίς πόρτα εξόδου.

Κίτρινη η πόλη σήμερα, σημάδι του πυρετού
γνώριμα χέρια στο κέντρο του τυφώνα
αμείβουν τους καιροσκόπους επιβήτορες
χαλάσματα γηροκομείων – η αφανής απώλεια.
Βρέχει πάλι, ο κήπος ακούμπησε στον τοίχο
επινοήσεις και τεχνάσματα στη σκιά της σελήνης
οι τύχες μας στις βουλές άλλων θεών.

*Από τη συλλογή “Ο Σκοπευτής της Μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2013.

Κωνσταντίνος Μούσσας, Ποιήματα

Λ.Ζ΄

Σήμερα ο ήλιος καίει.
Κι ας μην τον άφησε η βροχή να κλείσει μάτι όλη την νύχτα.

Πώς να δικαιολογηθούμε που πάλι σκεφτήκαμε
το κάτασπρο καλοκαίρι στις αυλές και στις πλατείες;
Το κρυφτό στις αγκαλιές και στις αλάνες
το χνούδι του χειλιού και του ροδάκινου;

Πώς να δικαιολογηθούμε που φταίξαμε;

Λ.Η΄

Εξάγγελος και μύστης
στον θόλο της μεγάλης στοάς μπρος το θυσιαστήριο
των ψυχών κήρυκας κι απόστολος
είδα την αλήθεια.
Και πριν προλάβω να φωνάξω
έκρυψα τη φλόγα στην παλάμη μου
σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά
ώσπου μ’ ένα ρίγος σαν ανατριχίλα θανάτου
λιγόστεψε και χάθηκε.

Έτσι λοιπόν σβήνουν τα όνειρα!

Λ.Θ΄

Κάποτε θα γυρίσω απ’ το σκοτάδι
πατώντας με τ’ ακράνυχα στα όρια της νύχτας.
Θα’ χω το βλέμμα στυλωμένο στον λαιμό και στη ράχη σου
βλέφαρα μολυβοκάρφια βουτηγμένα στο πρώτο δάκρυ.

Θα τιναχτώ με ορμή και την σκιά λυμένη
βραχνάς και πνιγμονή
μέσα από τοίχους, ξύλα, σίδερα και μνήμες
σαβανωμένος κέρινος και σιωπηλός
σαν τελευταίος πόνος που δεν βρίσκει πια
τίποτα για να πονέσει.
Ψυχοπομπός του κόσμου και λυτρωτής.

Αν ήταν όλα μάταια, θα ήταν τουλάχιστον κάτι.

*Από την ενότητα “Λόγος Τέταρτος” του βιβλίου ‘Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”.