αυτός ο κόλπος έχει κάτι το γνώριμο
η θάλασσα είναι κοριτσάκι
ευπειθής κι αναποφάστστη
υγραίνεσαι χωρίς επίπτωση
ξέρεις όμως πως θα έρθει δειλά
κι έρχεται δειλινό
ο κόλπος γίνεται κλοιός
αγνώριστος εσύ
γρυλίζεις χωρίς επίπτωση
κι η θάλασσα πηχτό φαρμάκι
και μαύρη γριά μάγισσα
έχει γεράσει εν ριπή το κοριτσάκι
έχει κρατήσει το άρωμά σου
φτιάχνει πάνω του αντίδοτό σου
μέχρι το πρωί
θα σωθείς
θα έχεις γίνει ομίχλη
θα με βρει το ήδη
γλυκιάς πηχτής σιωπής
εκείνο το βράδυ
θα παρηγορώ
και το χρόνο
στάξε μέσα μου
ξημέρωμα
το γαμψό σου βλέμμα
το μικρό νησί
για πάντα θα γεννώ
δεκαπενταύγουύστο
το βουνό
ή όπως κι αν τη λέμε
τη μεγάλη αυτή πέτρα που ανεβαίνουμε
να σημανθεί να ειπωθεί
τα λόγια να μη λένε
γλυκά καταποντίζοντας κάθε σημασία
να βουλιάξει σε λιμνούλα το βουνό
να γίνει βότσαλο το βουνό
να το βάλεις στο στόμα σου
να μεγαλώσεις να το πεις
να το καταπιείς
το βότσαλο
να το πάρεις στην παλάμη σου
το βότσαλό σου
και να φύγεις
μπαίνω στο φως με χρέος
είμαι η δάδα που κοιτώ
μιλώ
να γεννιέσαι γυμνός
είναι το δώρο των γεννητόρων σου
στην απόφαση
*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

