Δήμητρα Κατιώνη, Ποιήματα

αυτός ο κόλπος έχει κάτι το γνώριμο
η θάλασσα είναι κοριτσάκι
ευπειθής κι αναποφάστστη
υγραίνεσαι χωρίς επίπτωση
ξέρεις όμως πως θα έρθει δειλά
κι έρχεται δειλινό
ο κόλπος γίνεται κλοιός
αγνώριστος εσύ
γρυλίζεις χωρίς επίπτωση
κι η θάλασσα πηχτό φαρμάκι
και μαύρη γριά μάγισσα
έχει γεράσει εν ριπή το κοριτσάκι
έχει κρατήσει το άρωμά σου
φτιάχνει πάνω του αντίδοτό σου
μέχρι το πρωί
θα σωθείς
θα έχεις γίνει ομίχλη

θα με βρει το ήδη
γλυκιάς πηχτής σιωπής
εκείνο το βράδυ
θα παρηγορώ
και το χρόνο

στάξε μέσα μου
ξημέρωμα
το γαμψό σου βλέμμα
το μικρό νησί
για πάντα θα γεννώ
δεκαπενταύγουύστο

το βουνό
ή όπως κι αν τη λέμε
τη μεγάλη αυτή πέτρα που ανεβαίνουμε
να σημανθεί να ειπωθεί
τα λόγια να μη λένε
γλυκά καταποντίζοντας κάθε σημασία
να βουλιάξει σε λιμνούλα το βουνό
να γίνει βότσαλο το βουνό
να το βάλεις στο στόμα σου
να μεγαλώσεις να το πεις
να το καταπιείς
το βότσαλο
να το πάρεις στην παλάμη σου
το βότσαλό σου
και να φύγεις

μπαίνω στο φως με χρέος
είμαι η δάδα που κοιτώ
μιλώ

να γεννιέσαι γυμνός
είναι το δώρο των γεννητόρων σου
στην απόφαση

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Federico Garcia Lorca, Το τραγούδι του καβαλάρη

Κόρδοβα
Μακρινή και μόνη.

Άλογο μαύρο,μεγάλο φεγγάρι
κι ελιές μες στο δισάκι μου
Μ’ όλο που ξέρω τους δρόμους
ποτέ δεν θα φτάσω στην Κόρδοβα.

Μες στον κάμπο, μες στον άνεμο,
άλογο μαύρο, κόκκινο φεγγάρι.
Ο θάνατος με κοιτάζει
πάνω απ’ τους πύργους της Κόρδοβα

Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος!
Αχ, το καλό μου αλογάκι!
Κι ο θάνατος, αχ, που με προσμένει,
προτού να φτάσω στην Κόρδοβα!

Κόρδοβα,
μακρινή και μόνη.

# Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης.

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2018/07/06/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B7/

Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα

Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
μα η Ζωή στην τελευταία

***

Ήθελε ένα χαμόγελο
μα το ‘φτιαξε μ’ ένα μολύβι
Σκάλισε στην πέτρα το λουλούδι, για να το δει
Δεν το πρόσφερε

Κουράστηκα κουκίδες να ενώνω, αδελφέ μου
να φτιάχνω το περίγραμμά σου

***

Η Στιγμή

Τα νιάτα φέρνουν βόλτες
Αβάσταχτα τα δικά της

Χαράζει τη στιγμή
Μ’ ένα χαμόγελο στο τζάμι το θαμπό, η μέλισσα το μέλι
της αφήνει
Μ’ ένα λουλούδι, μοσχοβολιά με τις ματιές περαστικών
Κι η θάλασα γεμίζει πέταλα, φρέσκα για τον γάμο της

Η εικόνα δεν είχε επανάληψη

***

Μόνο η μάνα του

Με τα μακριά της δάχτυλα
Στην κουπαστή της υπομονής
Αθόρυβη, σκυφτή
Μήπως και πιάσει χώρο, που θα στερούσε απ’ τους άλλους

Έφυγε
να μεγαλώσει το χώρο της

***

Στον Έρωτα

Η Ιουλία, η Αυγή, η Ευανθία
Κύκλος χορού στη μέση της αυλής
Τα νιάτα αναδύονται, δροσίζουν την κληματαριά
και οι χυμοί των σταφυλιών τα στήθη τους μελώνουν
Έτσι καλούν τον Έρωτα

***

Αντίο

Τη μέρα περπατά την όψη της
τη νύχτα μαγικές ελευθερίες
Χάρισε ζωγραφιστά αντίο
τα σκέπασαν τα χρώματα
Το βλέμμα της παρέσυρε το ρέμα

Δοκιμασμένη η ακτή και μες στα όνειρα
δεν γίνεται φωτιές να βάλει στον ορίζοντα

Κι ο έρωτάς του όρος το Παγγαίον

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Όταν δύο υβριδικές ενυδρίδες παραγωγής 2018, από το εργοστάσιο ΜΠΥΕ Θ & Υιός ΙΚΕ*, κάνουν έρωτα

*Μονάδα Παραγωγής Υβριδικών Ενυδρίδων
Θ & Υιός Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία

Έλα να αγαπηθούμε όπως μόνον οι ενυδρίδες ξέρουν.
Να σκοτωθούμε πριν μας προλάβει ο θάνατος.
Να γευτούμε τις σάρκες μας τώρα που είναι ακόμα φρέσκες και ζεστές.

Πριν μας τοποθετήσουν στο μακρόστενο ψυγείο
στο κουτί και
στο χώμα.

Και ποιος ξέρει
μπορεί να επιζήσουμε
για έναν ακόμα γύρο.

Κανείς να μην σκουπίσει τα αίματα.

Να παραδοθούμε άνευ όρων
στον ταυτόχρονο οργασμό.
Η κάθε μας κορύφωση θα είναι
ένας μικρός χαρούμενος θάνατος.

Και έτσι, απόλυτα ευχαριστημένοι
απόλυτα εξαγνισμένοι.

θα επιτεθούμε στο εργοστάσιο.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ
ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΣΑΣ

Στα βάθη του ύπνου σας
ενώ αμέριμνα κοιμάστε
γλιστρώντας η μικρή Λυδία
ώς κάτω καταδύεται.

Ξεφορτώνοντας θρήνους
πόθους μετέωρους
φέτες ερωτηματικά
ρημαγμένους μετρώντας
όσους θερίζει η πείνα κι η μηχανή
όσους σβήνει η μαύρη βροχή και η τρέλα

επίμονα
επίμονα
εξαντλητικά
μ’ ένα τραγούδι χαιρετάει
σ’ ένα τραγούδι πνίγεται
χωρισμένη στα δυο
στα τρία
στα τέσσερα
στα χίλια τέσσερα

μέσα σε πορφυρά βεγγαλικά
πανσέληνα μπαλόνια παιχνίδια
και θαύματα.

***

ΟΜΩΣ ΑΚΟΜΗ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

Όμως ακόμη επιμένουν οι στιγμές
γυρίζουν τρίζοντας αλλά γυρίζουν
λάμπουν θολά αλλά λάμπουν
συρρικνώνονται αλλά και μεγαλώνουν.
Κρατούν τη μνήμη της ντροπής
τους σπασμούς για τα χαμένα σημάδια
αλλού πιστεύουν
δικές τους έχουν λογικές και ψευδαισθήσεις.
Υπέροχες στον πυρετό της μοίρας τους
σκάβουν βαθιά την αντοχή τους
ανασύροντας αντιθέσεις
αφορισμούς
εκκρεμότητες.
Σινιάλα κάνουν στους ελάχιστους που πέρασαν απέναντι
στα ερείπια των ονείρων κρεμούν
τις ξεσκισμένες τους σημαίες.
Μικρές
ατελείωτες μικρές φωτιές ανάβοντας
με πένθη προσανάμματα
ουρλιάζουν
χλευάζουν
βγάζουν διαρκώς τη γλώσσα τους
στο συμπαγές των πεποιθήσεων
στα δεδομένα.
Αντίστροφα μετρώντας
αδιαφορώντας παντελώς για κανόνες και νόμους
ακόμη επιμένουν
ανυπότακτες
γοητευτικές
και άκρως επικίνδυνες για τους «ήσυχους».

*Από τη συλλογή “Τα μπλουζ είναι κόκκινα”, Εκδόσεις Επύλλιον – Πνιές Λόγου και Τέχνης, 2015.

Χριστόφορος Τριάντης, Η μικρή οικουμένη

Ω, μικρή οικουμένη
πόσο μικρή φαντάζεις
σαν οι σκιές ανοίγουν –ξεδιάντροπα- τα στόματά τους,
ζητώντας παρατάσεις ζωής.
Και οι φτωχοί τα δόντια τους
διαφημίζουν, μήπως και ξεγελάσουν
τ’ αναπόφευκτο κι αλλάξει προορισμό.
Μα, και οι περισπούδαστοι
τους λογαριασμούς αυξάνουν
δίχως σταματημό.
Αισθάνονται τυχεροί,
μόλις οβολούς γεμίζουν την κοιλιά τους.
Ω, μικρή οικουμένη
ξεμένεις από λουλούδια
και θύμησες.
Τριχωτά πρόσωπα προετοιμάζεις
για λιτανείες άνευ δεσμεύσεων και οδύνης.
Και οι νέοι σου,
απλώνονται ολόχαροι
στις μηχανές πολλαπλασιασμού
να διαιωνίσουν το τυχαίο.
Ω, μικρή οικουμένη
απ’ τα δίκτυά σου
(σχεδόν) όλοι περνούν,
δίχως αγωνίες και τραγούδια.
Τους μεσίτες εκλιπαρούν
μήπως και πουλήσουν λίγη ηδονή
και αργοπορήσει η θλίψη.
Ω, οικουμένη
μες στο άπειρο
είσαι – πραγματικά – μικρή
κι άλλοι χαρακτήρες δεν χωρούν
πια στις σκαλωσιές σου.
Ομοθυμαδόν
ανεβοκατεβαίνουν
μαζί με αυταπάτες και αφέντες,
βγάζοντας συριγμούς,
όταν βλέπουν
τις πυρακτωμένες καταιγίδες
να τυλίγουν
πόλεις και σοφούς.

Νέα κυκλοφορία – Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Δεύτερη φύση»

Mόλις κυκλοφόρησε από τις ΑΩ Εκδόσεις το δέκατο προσωπικό βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη που φέρει τον τίτλο «Δεύτερη φύση».
Με εργαλείο την συντομότερη ποιητική φόρμα, με εξηνταπέντε χ α ϊ κού χωρίς τίτλο, η ποιήτρια δίνει το δικό της στίγμα αναφορικά με τον τρόπο που φιλτράρει τη ζωή και καταθέτει τις σκέψεις πάνω στις εμπειρίες της.
Ο έρωτας,ο θάνατος, το θέατρο, η τέχνη γενικά, οι αντιφάσεις της ζωής παρελαύνουν ως θέματα και κινητοποιηούν τη νόηση και το συναίσθημα χωρίς να σταματούν να μας υπενθυμίζουν πως η ζωή είναι ένα ατέρμονο παίγνιο.

Ασημίνα Ξηρογιάννη
Δεύτερη φύση
Εξηνταπέντε χαϊκού

ΑΩ Εκδόσεις, 2018
80 σελ.
ISBN 978-618-5363-04-8

Δείγμα γραφης

Ό,τι δυνατό,
μέσα στη φαντασία
πάντα υπάρχει.

Τον εαυτό σου
αν αποδομείς, σοφός
μπορεί να γίνεις.

Γιάννης Χ. Χαιρέτης, Σαν ερωτικό Α’

“Φτύνω την ομορφιά κι εκείνους
που παράλογα τη θαυμάζουν,
αν αυτή δε φέρνει καμιά ευχαρίστηση”.

Γνωμικό των Επικούρειων

Το μάγουλά σου, με τ’ αριστερό μου πόδι
θ’ αγγίξω.
Με το δεξί μου πόδι κομμένο
και τα πλοκάμια της σαγήνης σου
απλωμένα, πάνω απ’ τα πεδία της αυτόβουλης
δράσης μου
θα πορευτώ μαζί σου
εκεί, στα ομιχλώδη τοπία των αχαλίνωτων
απολαύσεων.

Έλεγα: “Το κορμί μου ανάπηρο, όμως
να υπηρετεί τις ορέξεις σου, ποτέ
δε θα πάψει.
Μέχρι να σαβανώσω τη μελαγχολία σου
κι οι ρημαγμένοι κήποι των ονείρων σου
ξανανθίσουν
η αφοσίωσή μου θα είναι πλήρης…”
Υποτακτικός των ορισμών σου κατάντησα
κι η λογική μου —άβουλη— αποδέχτηκε
της ακόρεστης φιληδονιας σου τη στυγνή
τυραννία.

-Τώρα, αυτάρεσκη εμπρός στης ομορφιάς σου
τα τρόπαια
μου ζητάς τις γερασμένες μου ελπίδες
ν’ αποκηρύξω. –

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το παρόν μου, ταριχευμένο κείτεται στη σκιά
των αποφάσεών σου.
Μαραμένο κρίνο -ήταν- ο έρωτάς σου
κι η μόνη ανταμοιβή μου;
το υπόγειο ρεύμα των λαθρόβιων λόγων σου.
Τι κατάλαβα, τόσα χρόνια φονιάς
των παρορμήσεών μου;
Τι κέρδισα, ταξιδεύοντας
—χωρίς ταυτότητα κι αποσκευές—
στις άγονες γραμμές των χεριών σου;
Χίμαιρα ήσουνα;
λήθαργος;
ή ξέσπασμα ανικανοποίητου πάθους;
Ίσως…
Όμως τώρα, στα βαθιά νερά της αμφίβολης
αγάπης σου
εχει βουλιάξει της ξεγνοιασιάς μου
η βάρκα.

*Από τη συλλογή “Ο κύκλος των διπλων μαχαιριών”, Εκδόσεις Άρδην, Απρίλης 1999.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

MONΑΧΙΚΟΣ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ

Ένας αητός ο χρόνος
τα αιμοβόρα νύχια
στο συκώτι μου κάρφωσε.

Τα μάτια του στάζουν φωτιά.
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
φυλλομετρούν
τις μέρες.

Μα ’γω
δεν είμαι Προμηθέας
να βαστάξω
αγέρωχα τα μάτια να στυλώσω
στον Δία
μ’ απειλές.

Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια μου
ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.

***

ΕΑΡΙΝΟ

Στη μητέρα μου

Ήρθε δακρύζοντας από τα μάτια μια στέρεη θύμηση.
Τα χέρια της γυμνά κλαδάκια σκεπασμένα χιόνι
και η φωνή της ράγιζε από το βάρος της λύπης.

Κάθισε αντίκρυ μου
κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλο
έτσι όπως τις στιγμές της ξέγνοιαστης νιότης.

«Υπήρξες ποτέ νέα, μητέρα;»
Ήθελα να της πω.
Μα η φωνή δεν έβγαινε.

Κι αυτό το «μητέρα» μου φάνηκε ξένο.

Το ’ξερα πως ζητούσε την άδεια
τώρα που έσερνε την αρρώστια μέσα στα δυο πελώρια μάτια
να γίνει ξανά το κοριτσάκι με τη μακριά πλεξούδα
να ’ρθει στα χέρια της μάνας του
να κλάψει.

*Από τη συλλογή “Τα γυάλινα μάτια των ψαριών”, Εκδόσεις Βακχικόν, Φεβρουάριος 2016.