Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΣΥΜΒΙΩΣΗ

Καθε πρωί φοράω τα τακούνια μου
Μπαίνω στο αμάξι μου και τρέχω,
πριν με ρουφήξει το δεκάωρο,
να ταΐσω τις γάτες.

Η γειτόνισσα τινάζει την αγάπη.
Ο κύριος αντιγράφει τις κινήσεις μου.
Αποκλείεται να βρέξει, μου γνέφει συνθηματικά
και χάνεται βιαστικά πίσω από τις κουρτίνες.

Η κυρία φοβάται τους λεκέδες.
Εκείνος τη γυναίκα του.
Πατάω γκάζι και χάνομαι.
Οι γάτες χαμογελούν.

Ο ήλιος μας τυφλώνει.

***

ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ

Το μικρότερο βάρος
το κρατούσαν τα χέρια της
γι’ αυτό και τ’ άφηνε να φροντίζουν αδιάκοπα,
ενώ τ’ άλλα, τα ισχυρότερα,
τα φορούσε στην πλάτη
αλλά μη φανταστείς τίποτα περισσεύματα
ή κουρέλια
ήταν ανεξίτηλα τα σημάδια
και πριν ακόμα φυσήξει αέρας παγωμένος,
ξεκινούσε βουβό κλάμα
γιατί ένιωθε
νωρίτερα από το χαμό
τη συντριβή,
την παραλυσία,
το μούδιασμα
που θα προκαλούσε το αναπάντεχο.

*Από τη συλλογή “calcarea carbonica (μεταξύ βούλησης και επιθυμίας), Εκδόσεις Κύμα, Οκτώβρης 2017.

Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

Θεσπέσιος

Μια τρύπα στο καϊμάκι του εσπρέσο μου
Σε μένα έτυχε, που επαίρομαι για τη τέχνη μου;
Θαορείς και ξύπνησε πριν από μένα.
να κρυφοκοιτάξει τον ουρανό, να δει
τις μυρωδιές να αχνίζουν, να δει
κορνίζα τα μούτρα μου να παίζουν
στης γεύσης του το πέταγμα.
Μια τρύπα αντίκρυ στο χείλος της σύγκρουσης.
Μια τέχνη αφομοίωσης η συνήθεια.
Μια πέρλα ενσωμάτωσης η γεύση.
Στα χείλια, καφέ χρόνια από στιγμές μου
Καφέ παρακαλώ!

***

Η συναυλία

Κυλιέμαι στους κάτω λόφους μέτρο το μέτρο
μόνο και χάριν στη μουσική που σαλπίζει εκείνος.
Οι αγαπημένοι, φίλοι μαζεμένοι
κι ανάμεσά μας μαύρες τελείες.
Άνθρωποι, στριμωγμένοι κάτω από το φως της νύχτας η σκηνή
και η μουσική παράξενα κινητική,
σαλεύει ολάκερη καλντέρα χορευτών.
Παίζει το αγαπημένο όλων μας
και χανόμαστε, στραγγίζουμε.
Από τα θέλω και τα είμαι φτάνω
στο λιώνω κάτω από σκιές ιδρώτα
και οι μυρωδιές μου απλώνονται
στο πλήθος των συνεπαρμένων.
Μια συναυλία ακόμη θλίψης
του να περνάμε υπέροχα κι αξέχαστα.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Emília Cerqueira, At distance of a sigh / Στην απόσταση ενός στεναγμού

At distance of a sigh,
Flying between mountains,
Crossing all the seas,
Overcoming the loneliness, without walls
where all the tenderness is called.

And if there was doubt,
all the tears analysed,
there would be another genome,
unmistakable mark of the wanderers,
eternal lovers of the impossible

And if living is an illusion,
when lighting is the light,
flying between seas,
crossing all the mountains,
overcoming the fear, without bars,
where all (the possible) love is.

Στην απόσταση ενός στεναγμού,
που πετούν ανάμεσα στα βουνά,
διασχίζοντας όλες τις θάλασσες,
να ξεπεράσει την μοναξιά, χωρίς φυλακές,
όπου ονομάζεται όλη η θρυφερότητα.

Και αν υπήρχαν αμφιβολίες,
αν τα δάκρυα αναλυθούν
θα υπήρχε ένα άλλο γονιδίωμα,
αδιαμφισβήτητο σήμα των περιπλανώμενων,
αιώνιοι λάτρεις του αδύνατου.

Και αν η ζωή είναι ψευδαίσθηση,
αφήστε το φως να είναι ελαφρύ
που πετούν μεταξύ των θαλασσών,
διασχίζοντας όλα τα βουνά,
ξεπεραστεί ο φόβος, χωρίς τοίχους,,
όπου όλα (πιθανή) αγάπη είναι.

Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος

στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω

ούτε στεριά
ούτε θάλασσα

τα βράδυα μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου

μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω

οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο

τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου

ένα βαλσάκι του ’30

εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ‘χω κι εγώ
κάπου να κλάψω

στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά

*Από τη συλλογή ¨Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Τέσσερα ποιήματα του Αρθούρου Ρεμπώ

Κατά πρότυπο του ΤΙΣΙΑΝΟΥ (π. 1488-1576), Κοιμωμένη Αφροδίτη, Λάδι σε μουσαμά © The Pittas Collection: Mythology

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος**

Ο κοιμώμενος στην κοιλάδα

Υπάρχει μια τρύπα στην πρασινάδα απ’ όπου τραγουδά ένας ποταμός∙
στην χλόη υπερβολικά πιασμένα ασημένια κουρέλια·
εκεί που ο ήλιος, στα περήφανα βουνά,
λαμπυρίζει: είναι μια μικρή κοιλάδα που ακτινοβολεί.

Ένας νεαρός στρατιώτης, μ’ ανοιχτό στόμα, το κεφάλι του γυμνό,
κι τον αυχένα βρεγμένο απ’ την δροσιά του μπλε νεροκάρδαμου,
κοιμάται· ξαπλωμένος στο χορτάρι, κάτω απ’ τον ουρανό,
χλωμός στο πράσινο κρεβάτι του λουσμένος από το φως.

Τα πόδια έχει επάνω στις γλαδιόλες, κοιμάται. Χαμογελώντας όπως
χαμογελά ένα άρρωστο παιδί, παίρνει έναν υπνάκο:
Φύση, λίκνισέ τον ζεστά: κρυώνει.

Οι ευωδιές δεν κάνουν πια τα ρουθούνια του να συσπώνται·
κοιμάται στο φως του ήλιου, με το’ να του χέρι ήσυχο
στο στήθος. Στην δεξιά πλευρά έχει δυο κόκκινες τρύπες.

Η μποέμικη ζωή μου (Φαντασία)

Το’ σκασα με τα χέρια μου στις τρύπιες τσέπες·
το παλτό στην ίδια ιδανική κατάσταση·
προχωρούσα κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, Μούσα! Κι ήμουν σκλάβος σου·
Ω! πω πω! Τι μεγαλειώδεις έρωτες ονειρευόμουν!

Το μοναδικό μου παντελόνι είχε μια μεγάλη τρύπα.
Νάνε ονειροπόλε, έπλεξα στιχάκια στα σοκάκια
το χάνι μου ήταν κάτω απ’ την Μεγάλη Άρκτο
τ’ άστρα μου στον ουρανό θρόιζαν γλυκά

και τ’ άκουγα, ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου,
εκείνα τα όμορφα δειλινά του Σεπτέμβρη, κι ένιωθα τις στάλες
της δροσιάς στο μέτωπό μου σαν δυνατό κρασί·

κι ενώ, ανάμεσα στις σκιές των οραμάτων μου, στοιχοπλοκούσα
αίφνης τράβηξα, σαν τις χορδές της λύρας, τα κορδόνια
από τις κουρελιασμένες μου μπότες, ένα βήμα κοντά στην καρδιά μου!

Αναδυόμενη Αφροδίτη

Λες και μέσα από πράσινο τσίγκινο φέρετρο, ένα γυναικείο
κεφάλι με καστανά μαλλιά υπερβολικά μυραλοιμένα
προβάλλει αργά και χαζά από μια παλιά μπανιέρα,
με γυμνά μπαλώματα λιγάκι κακοκρυμμένα·

πρώτα, ο χοντρός γκρίζος λαιμός, η φαρδιά ωμοπλάτη
που προεξέχει· κοντά στην πλάτη της όλων των ειδών τα εξογκώματα·
έπειτα, τα φαρδιά στρογγυλά της οπίσθιά που μοιάζουν δίχως τέλος·
το λίπος που κινείται κάτω από το δέρμα της·

η σπονδυλική της στήλη είναι λιγάκι κοκκινισμένη, και βρωμάει
ολόκληρη· μα πάνω απ’ όλα, μπορείς να παρατηρήσεις κάτω απ’ τον φακό κάποιες ιδιαιτερότητες…

δύο λέξεις είναι χαραγμένες κατά μήκος των μηρών της: Κλάρα Αφροδίτη·
– κι όλο της το σώμα μετατοπίζεται και τεντώνει τα πλουμιστά της τα καπούλια
για να φαίνεται καλύτερα το έλκος στον πρωκτό της.

Η πανούργα

Στην σκούρα τραπεζαρία, που μυρίζει
Βερνίκι και φρούτα, στην βολή μου μέσα
Άρπαξα ένα πιάτο με ποιος ξέρει τι είδους βελγικό
Φαΐ, και θαμπώθηκα στην τεράστια καρέκλα μου.

Τρώγοντας, άκουγα το ρολόι,- ευχάριστο κι ήσυχο.
Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε με μια ριπή αέρα,
-κι η σερβιτόρα βγήκε, ποιος ξέρει γιατί,
Με μαεστρία φορεμένο στα μαλλιά, ένα μισοσκισμένο μαντίλι

Κι ενώ περπατούσε άγγιξε το τρεμάμενο μικρό της δάχτυλο
Στο μάγουλό της, ένας βελούδινος γιαρμάς ροζ και μαύρος,
Στραβομουτσουνιάζοντας τα παιδικά της χείλη,

Τακτοποίησε τα πιάτα, κοντά μου, για να με βοηθήσει∙
Έπειτα, όπως ακριβώς – για να πάρει ένα φιλί, στα σίγουρα,-
Ψιθύρισε: «νιώσε, έχει παγώσει το μάγουλό μου…»

*O Αρθούρος Ρεμπώ ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του
συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε
οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών.

**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη
δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima,2017) είναι η
πρώτη του ποιητική συλλογή.

Γρηγόρης Σακαλής, Παγίδα

Ένα μοιρολόϊ τις νύχτες
βγαίνει απ΄τα χείλη μου
είναι ο θρήνος για το παρελθόν
που δεν έζησα
για τις μέρες που φύγαν άδειες
για τα συναισθήματα που έπνιξα
και γίναν απολιθώματα
θρηνώ το χθες
μα έτσι ακυρώνω επίσης το σήμερα
είναι η παγίδα του μυαλού
η πανουργία του χρόνου
να την καταλάβεις αν δεν μπορείς
χάνεις και το παρόν
χάνεις και το αύριο.

Γιώργος Αναγνώστου, Διγλωσσία αλά ελληνοαμερικανικά

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Να δημοσιεύσω είπα κι εγώ
δυο δίγλωσσα στιχάκια
πόρτες χτυπώ εκδόσεων Aρgo
κουφότητα πικρά σφηνάκια.

Πού ‘ναι οι δίγλωσσοι θεσμοί,
η δίγλωσση κοινότης;
Πού των ντ και d οι καλπασμοί,
της ποικιλίας ο πότης;

Μονόκλ αγγλικής αγαπητοί
διπλή ’ναι μυωπία
ξένοι εξόριστοι Ε.Τ.
ελλείψει ήτα κοινωνία.

Όταν λοιπόν κληρονομιές
διθύραμβοι υμνούνε
ομόφωνες τσιριμονιές
κιτάπια γλώσσας πού ‘ναι;

Στο LΑ μόδα έριξα τα παρδαλά στανζάκια
στης Ορλεάνης τα βαθιά το δίστιχον μπλοκάκι
στο Φρίσκο κι αν σπινάρισα οργανικά τιτλάκια
στημένο ραντεβού παντού το δύστυχον ποιητάκι.

Λέω λοιπόν ένα τουίστ του ράιντ
προς βόρεια του East astride
στης λεγομένης διασποράς
οικόπεδα
μην και προφτάσω
τις κόπιες να περάσω
στη λεγάμενη Andromeda
μιας κοπιάζουσας αγοράς.

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2012.

Δημήτρης Δούκαρης, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΥΣ ΛΟΦΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Δεν ήθελα νά κοιτάξω τα μάτια σου
αν δε σε συναντούσα εκεί,
που θα μπορούσα να σε ανακαλύψω
άφησα να κυλήσει το βλέμμα μου αάνέπαφο,
στους πολύπτυχους λόφους των χρυσωρυχείων,
που έλεγες: συγκοινωνούν με τους ουρανοξύστες
της ακατάσχετης πολιτείας,
στο μονότονο πλήθος που ηχούσε αδιάφορα:
—Coca-Cola ή Pepsi, Please,
—τέσσερις πέννες, αν πιείτε εδώ, Thank you,
—δεν είναι της φυλής Ζούλου,
—όχι, δεν είναι,
-—Thank you,
τώρα πια έμαθα να διακρίνω
στις ομοιόμορφες στέγες των χαμηλών σπιτιών,
εδώ Γερμανοί,
εκεί Μιγάδες,
πιο κάτω οι απόγονοι των Μπόερς,
στους τετραγωνισμένους αμείλιχτους δρόμους—
πόση σιωπή αλύγιστη, μέσα στον άδειο θόρυβο,
σωριασμένη σ’ όλους τούς δρόμους—
έμαθα να διακρίνω στη σύντομη διάλεκτο,
την πυκνή απουσία σου,
την ακατάσχετη,
στο μικρό διάστημα των ματιών σου
που σβήνει με τον ορίζοντα
στους Λόφους του Νότου
πού θα μπορούσα να σε ανακαλύψω.

***

Ο ΝΟΜΟΣ

Ακόμη και τώρα που σε συλλογίζομαι
μελαψή πόρνη του Joubert Park,
χωρίς να οχυρώνομαι
πάνω στα ταραχώδη στήθια σου
και η φωνή του κορμιού σου,
το ανυπόμονο αιδοίο σου,
άπλαστος περίβολος του κόσμου μου
μέσα στον οργασμό της νύχτας—
θάθελα να ήξερα ποια ήταν η βαθύτερη ηδονή
άραγε το κορμί σου, τα μάτια σου
κι εκείνο τό σπαραχτικό:
από σήμερα θ’ αγαπώ τους Έλληνες, σερ,
ή μήπως περισσότερο απ’ όλα
μ’ έκανε ακατάσχετο η οργιαστική ελπίδα
πως ίσως, τουλάχιστον απόψε,
ή μις Baxter, ή θυρωρός, δε θάναι μεθυσμένη
και θα σε δει και θα χτυπήσει την πόρτα,
τακ! τακ! ο αμείλιχτος Νόμος—
ύστερα, όταν θα με δείχνουν με το δάχτυλο
οι ευκατάστατοι ομογενείς:
αυτός είναι, που κοιμήθηκε με τη μαύρη,
εγώ θα πορεύομαι υπερήφανος
με το μέτωπο ψηλά, ακέριος κι αλώβητος,
με την άφθαρτη χαρά να σκεπάζει το κορμί μου:
απόψε καταπάτησα έναν ακόμη Νόμο.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πυγολαμπίδες

Α΄
Της φωτιάς

Ι

Μπροστά η φωτιά
και πίσω η θάλασσα.
Καμιά ελπίδα.

ΙΙ

Φρικτό το τέλος.
Σε αγκαλιά καμένη
παιδί και μάνα.

ΙΙΙ

Σώζει τη γάτα
μέσα από τις φλόγες.
Καίγεται αυτός.

IV

Μαύρα τα δέντρα.
Σφυρίζει ο αγέρας.
Τοπίο νεκρό.

V

Μίσος κηρύττουν
στα πτώματα ασελγούν
οι δεσποτάδες.

Ιώ Αρματά, Δύο ποιήματα

1.
Τα ιδρωμένα χέρια μην τα γελάς
αναζητούσαν πάντοτε
το δρόμο να βρουν
τον εαυτόν τους

Τσαπί, μυστρί, pc
λαβές λεωφορείων
στις πλατείες ψίχουλα
πώς να στο πω επίγεια
μας ‘χέσαν τ’ ουρανού τα ποντίκια
Μη μου προσφέρεις ομπρέλα
προτιμώ να βραχώ
Θα κυνηγήσω την ουρά
μιας τράπεζας

2.
Κοπάναγε. τα πλήκτρα πάνω του
με τη φυσούνα άνοιγε και έκλεινε δρόμο
στο κορίτσι με το κύπελλο – πού και πού
του ‘ριχνε και καμία κλωτσιά – Σιγά μπαμπά
θα μου φας την κοτσίδα τσίριξε, και τότε
σύσσωμο το βαγόνι σήκωσε και από παλάμη
σε παλάμη γύριζε το κορίτσι με την αλογοουρά ή ποτέ
τίποτε από όλα αυτά δε συνέβη και κανένα κέρμα σε κανένα
κύπελλο δεν έπεσε και κανένα σχολείο κανένα
χαμόγελο κοριτσιού δεν είδε εκείνη τη μέρα μόνο εκείνος που
συνέχιζε να κοπανά τα πλήκτρα και τα βαγόνια
στο συρμό πηγαινοέρχονταν και ο συριγμός
πλεκότανε μες στα μαλλιά της ασθμαίνοντας
τ’ ακορντεόν προσπάθησε, να κρύψει κάπως
τα πληγωμένα του πλήκτρα

*Από τη θεματική ποιημάτων junk stories [ανθυγιεινές ιστορίες πόλης] Εμείς τα πήραμε από το περιοδικό “τσακμάκι” τεύχος άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.