Ιουλία Τολιά, Από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”

Το κορίτσι κάθεται στο παγκάκι.
Δίπλα στον τυφλό.
Τον ρώτησε κάτι.
Δεν θυμάται τι.
Περισσότερο θυμάται το χρώμα της φωνής της.
Σαν να μην τον απασχολούν πια τα νοήματα,
οι συγκεκριμένες διατυπώσεις.
Αυτός
ζει σε έναν κόσμο ασαφών αισθημάτων
με την ανάμνηση μόνο των σχημάτων.
Το κορίτσι
φάνηκε να θέλει να εμπλακεί σε μια συνομιλία μαζί του.
Εκείνος
το μόνο που ήθελε
ήταν να ψηλαφήσει το πρόσωπό της.
Ο τυφλός
έχει εμμονή με τα σχήματα.
Όμως
το μόνο που μπορεί
είναι να τα υποθέτει.
Πώς να ήταν άραγε το πρόσωπό της;

Προχωρά τώρα στη μεγάλη αλέα της γειτονιάς του.
Έμαθε να προσανατολίζεται.
Ίσως πιο καλά κι από πριν.
Τότε συνήθως ήταν αφηρημένος
Σαν να ήταν η αφηρημάδα η αιτία της τύφλωσής του.
περπατά στην αλέα
ακούγοντας τον μονότονο ήχο της βακτηρίας του.
Ο πλέον οικείος ήχος.
Σαν προέκταση της φωνής του.

*“Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΚΙ ΗΡΘΕΣ

Κι ήρθες
Κι ήρθες όπως το παιδί που χαμογελάει
όταν κάνει σκανταλιά
Κι ήρθες
Κι ήρθες όπως η λέξη στο ποίημα
πληγωμένη από το ξημέρωμα
Κι ήρθες
Κι ήρθες με μια αγκαλιά σαν άνθρωπος
Κι ήρθες
Κι ήρθες από ένα ταξίδι μακρινό
Κι ήρθες
Κι ήρθες κι ήρθες αργά
Κι ήρθες
Ήρθες τώρα που οι λέξεις σε είχαν ξεχάσει
Τι κρίμα

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Παραφυλάω να δε δω να φεύγεις
Και τότε μπαίνω κρυφά στο σπίτι σου
Και με τα δάκρα μου ποτίζω τα λουλούδια σου
Γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλ΄πεις θλιμμένα

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Αυτή η πεταλούδα στο δωμάτιό μου
που ανασαίνει τρομαγμένη μοναξιά
θα τη βαλσαμώσω και θα στη στείλω
με το ταχυδρομείο

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, Εκδόσεις Κουκίδα, 2018.

Χρήστος Μαρτίνης, από το “ξένο φως”

3.
/ να γράψουμε / πριν μας τελειώσει η εποχή / όσο οι πόρτες στο
μετρό ανοιγοκλείνουν / όσο τσακώνονται για τα σκουπίδια οι
γείτονες / θα πουν ότι δεν είχαμε ιδέα / ότι δε βλέπαμε / όμως
/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου / πώς να δεθεί ο
χείμαρρος με το σχοινί / το φως πώς να κλειδώσεις / ξυπνήσαμε
/ στο τέλος του καλοκαιριού / και ζούμε απ’ τα σπαράγματα /
του ρόδου / να γράψουμε / ακόμη τα φανάρια λειτουργούν /
και έχουν τα περίπτερα ορθάνοιχτα ρολά / τώρα να γράψουμε /
τώρα που η πανσέληνος βουλιάζει στο κρασί μας / που ο χώρος
για τις πινακίδες δεν μας φτάνει / και η τηλεόραση μπορεί να
μένει ανοιχτή / όμως / μάθαμε / ο χρόνος δεν έχει άλλη αξία /
παρά τη δύση του / θέλαμε / όμως / πώς κρατάς τα σύννεφα /
πώς φυλακίζεις τον καπνό / όλοι το βλέπαμε / και γράφαμε / με
τη μανία του σεισμού / ορδές γραμμάτων στίχων εννοιών / με
τον ρυθμό της αποκάλυψης / για όσα χάνονταν / να κρατηθούν
οι κλειδαριές / στη θέση τους / κι αυτή μας την ψευδαίσθηση /
κρατήστε / για το μέλλον /

*“το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ

Απεκδύεσαι εαυτούς,
όπως τα ρούχα κάθε βράδυ

κι ό,τι απομένει εσύ
σαν την εκπνοή

Σκέψη και αέρας και γράμματα
μίλια μακριά σε ένα
συρτάρι

Όλα τα μικροατυχήματα οδήγησαν εδώ
εφτά το πρωί να ακούς τις καμπάνες του Σαν Λαζάρ

Πρωινά λυτρωτικά
γεμάτα σχέδια, προγράμματα
και οδηγίες χρήσεως

Καπέλα που αγόρασες
και ποτέ δε φόρεσες
οι μέρες που θα ζούσες αν

***

ΕΞΟΔΟΣ

Άσε με να σε φιλήσω μου είπες
να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
να βυθιστώ στα μάτια και στο σώμα σου
άσε με, μου είπες, να σε αγαπήσω όσο
το έχω ανάγκη – είσαι η γέφυρα προς τον εαυτό μου
Μόνο μέσα από το σώμα σου μπορώ να με αγαπήσω
έλεγες και ξανάλεγες, μέσα σε αναφιλητά, κλάματα
βρισιές και παρακάλια
Άσε με να σε φιλήσω φώναζες
κάτω από τη βροχή, κάτω από τον ήλιο
άσε με ούρλιαζες και με κοίταζες με αυτή
τη μισοάγρια μισοήμερη ματιά

Κι εγώ στεκόμουν με το βλέμμα αυτού
που έχει ήδη φύγει
αυτού που έχει ένα μόνο εισιτήριο
στην τσέπη
και κανέναν πια εαυτό για να χαρίσει.

*Από τη συλλογή “Ιχθυόφωνο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Βύρων Λεοντάρης, Είμαι φτωχός

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες
Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη
Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

*Από το βιβλίο “Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976”, Εκδόσεις Ύψιλον.

Ευτυχία Παναγιώτου, Δύο ποιήματα

η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός.

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δυο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.

***

η συγγνώμη

κι όμως. ακόμα εδώ. οι φλέβες του.
γλιστράνε στο σάλιο της.
τον καταπίνει αφρισμένη ή πασχίζει
(να κατανοήσει καλύτερα).
πως ήταν η ζωή – τραγούδια – νόμιζε, όμως μπότα.
η μπότα του χρόνου στο στόμα.

αν ήσουν κάτι σαν αίσθηση, τ’ αδειασμένο ήταν
μπουκάλι.
κλοτσούσε το ερωτευμένο της τύμπανο.
ανασαίνω-ανασαίνω με τρομώδεις διακοπές.

η αναπνοή στενό κουφάρι· κακό σκυλί
που έσκυψε σε πόδια ανθρώπινα.
δώσε υπομονή, υπομονή στο αβοήθητο
και πλένει, όλο πλένει τα ποτήρια σπασμένη.
τα μάτια της γυάλινο κουβάρι, δάκρυα πυκνά.
φταίει το ποτισμένο το σάλιο
τη γλώσσα του γλείφει.
φταίει η ντροπή
τα χείλη του σκουπίζει.
αμήχανη φαντάζεται ένα εξάρτημα κοπής
του συκωτιού. θα το λαδώσει.
ήταν πάντα ο φόβος
μια αναβολή ή μια απόφαση.

τα μάτια μου, τα μάτια της,
σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο.
σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ ανθρώπινα σε κυνηγάν
εδώ

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

*Από τη συλλογή “Μαύρη Μωραλίνα”, Εκδόσεις Κέδρος.

Jorge Palma, Return / Επιστροφή

It will suffice to put on the drawing
From a house, the key to my door
That I’m hanging around my age?

Every day.
Every night…

Will I grow old when I arrive?
Some people say I’ll be back.

But it’s now
When I want to play your cry.
But it’s now
When I want to open your heart
That beats with crutches
Now
That I still have strong legs
And the noble arms
And my soul, still intact,
And my voice, as they always met:

Straight.
Sure.
Strong as thunder.

Θα αρκέσει να τοποθετήσεις σαν μια ιχνογραφία
Ενός σπιτιού, το κλειδί στην πόρτα μου
Που κρεμάω γύρω από την ηλικία μου;

Κάθε μέρα.
Κάθε βράδυ…

Θα γεράσω όταν φτάσω;
Μερικοί άνθρωποι λένε ότι θα επιστρέψω.

Αλλά είναι τώρα
Που θέλω να παίξω με την κραυγή σου.
Αλλά είναι τώρα
Που θέλω να ανοίξω την καρδιά σου
Που κτυπά με δεκανίκια
Τώρα
Που έχω ακόμα δυνατά πόδια
Και ευγενικές αγκάλες
Και την ψυχή μου, ακόμα άθικτη,
Και τη φωνή μου, όπως πάντα την ξέρουν:

Ευθεία.
Σίγουρη.
Δυνατή σαν βροντή.

*Απόδοση: ΔημήτρηςΤρωαδίτης

Κωστής Ανθάς, Ποιήματα

ΣΤΟ μυχό του δειλινού ένα λευκάντινο όραμα,
άνορκο και μικρό,
κράζει τα ξωτικά του.
Μην είναι τ’ απάνεμο δίφραχτο,
που καίγεται στης υποταγής τα βάθη,
μάραμα χλωρό,
ανήκουστο βοτάνι του έρωτα;
Μην είναι δώρο γλυκοτήρητης πολεμίστρας,
λησμονημένο πλοκάμινο άνθισμα,
αδιάσελο όνειρο,
της αθανασίας κομμάτι;
Πάρε τ’ όνομά σου και πολέμα,
έναν άξεστο δαυλό καί χάραζε
ολάκερο το τίμημα της δόξας
στα αμπόρετα ενδόμυχα της ηδονής.
Είσαι συ τ’ απλό και το ωραίο,
το πακτωμένο άζιο προστατευτήρι
της αλυκής και της σοδειάς.

***

ΜΟΥ ‘μαθαν όλα της άρνησης τα καμώματα να μισώ,
όταν στιβάζουν της χιονοθύελλας οι άκροτες νιφάδες
στα ενάερα βήματά μου,
ν’ αγαπώ τη δούλα νιότη όταν χτυπιέται,
σαν πρωτόβγαλτη νεράιδα, σε αιματοκύλιστα λιβάδια,
και να ξελογιάζω την ειρήνη μ’ ένα-δυο πορτοκαλόφελια
μ’ ένα κουδούνισμα να λέω πως είμ’ αυτός,
ο άγουρος πόλεμός της,
να ξεθαρρεύει στο στενό καρτέρημα με τ’ άπλεχτα καλάμια,
και να μου στήνει τον αγκώνα
στα μοσχονεράντζια στήθια της,
να μη τηράω τα παιδεμένα κότσαλα του γεωργού,
τα ψίχουλα του μερμηγιού.
Τους ολολυγμούς να παίρν’ η ολκή απ’ τις κόκκινες αντάρες,
να τις πηγαίνει σ’ αλειτούργητες σπηλιές,
να ορκίζονται σε μένα και στο γαίμα.
Να γίνεται τ’ άγγιγμά τους σταλαγματιά ιαχής,
συνδαύλισμα λυγμού και λησμοσύνης,
σποδιά αυτοί, ενάλιος άνεμος εγώ.
Μού ‘μαθαν να είμαι εγώ παντού
πορφύρα στη γη, φως στον πόθο
δριμιός στην πέτρα, καταβολάδα στην ευφορία,
αξιάγαστος φωτοστέφανος της κυριαρχίας,
ελλόγιμος χαράκτης στα μισολεύτερα συλλογίσματα.
Ολα εγώ, η αφλόγιστη άρνηση των δεκοχτώ χρόνων.

*Από τη συλλογή “Επί γη Ειρήνη”, Έκδοση Δίπτυχο, Αθήνα 1983.

Άκανθος, Δύο ποιήματα

Ο κύκλος του Κεραμεικού

Πράξεις ηρωικές
τόσο που σκιάζουν
τα κοντινά πλάνα της απόγνωσης
απάθεια των θεών
ένα μολύβι μισή λέξη ένα χαρτί
άθλοι του ανθρώπου
η Χάοσα παίρνει το δρόμο πάλι για ταξίδι
η Νάρκισσα η ξοδεμένη
στις φιλίες
τις γεμάτες οινόπνευμα
τα μεγάλα κουτιά γεμάτα άχρηστο εμπόρευμα
σημανμένα με με σήματα πίστης και όρκους
μέσα στον χαλασμό
ωραία τα πρόσωπα αποσυνθεμένα
μελαγχολημένα
με την χαμένη απορία στα χέρια
σαν βάρος
άχρηστες ομπρέλες στη βροχή
κι εδώ κλειδώνει ο κύκλος του Κεραμεικού
η Medea γυρίζει πάλι στους κραγμούς
των ταλαντούχων
σταγόνες από φτηνό κρασί στους τάφους
για λίγο για πολύ κανείς δεν ξέρει
ώσπου κάποιος να το ξαναδεί
δια γυμνού οφθαλμού

***

Η ασυμμετρία του ωραίου

στην μνήμη της Ιωάννας Χατζηνικολή


 
Τι κούραση
να μυρίζεις τα τριαντάφυλλα

να βάζεις χάος στην τάξη

ή νερό σ’ ένα ποτήρι κρασί

οι φίλοι μου καθηγητές φωνητικής στα πουλιά

σχεδιαστές ανοξείδωτων κλουβιών

πωλητές στην οδό Αθηνάς

ρόδια από πορσελάνη στους πάγκους

πέντε φορές τα κοίταξα και χάθηκαν
και οι πέντε

κι έμεινε μόνο η αρχοντιά του κοιταχτή

κι αυτή σακατεμένη

μες στη βρωμιά και στα νερά τα κρύα

εδώ στο ίδιο μέρος

στο πριν και στο μετά

λίγο μισό και λίγο παραπάνω

λίγο απ’ αυτό και λίγο απ’ τ’ άλλο

όσο να μάθω

να μετρώ και να ξεχνάω

μη τύχει και πιστέψω στον καιρό
 
*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, Εκδόσεις Provocateur, 2018.