Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

Poor Man’s Blues (IV)

Δε με βαστάει ο τόπος
Είπε η καρδιά του καθώς μεγάλωνε
Για να χωρέσει τόσες θλίψεις
Όσες και τ’ άστρα τ’ ουρανού •
Γιατί γενεές έρχονται και παρέρχονται
Σαν τα φύλλα των δέντρων
Και η σκόνη των άστρων γίνεται γύρη
Και μόνο η καρδιά δε λησμονά
Λόγια σα βέλη που τη γύρευαν
Δυο νύχτες να τη θανατώσουν.

Poor Man’s Blues (X)

Δεν ξέρω
Αν θα τελειώσει κάποτε ο χαμός μου
Ή άλλα μαρτύρια θ’ αρχίσουν να με τριβελίζουν
Και μήπως εμένα τάχα με ξεχάσουν
Για να σωθώ οι Μοίρες
Που κόβουν τις χαρές και ράβουν τις λύπες
Στο ριζικό των ανθρώπων
Γιατί εδώ δεν έχει κοιμητήρι η γαλήνη
Σ’ αυτόν τον ύπνο όπου βαθιά κοιμάμαι
Αγαπημένη θύμηση που έμαθες
Μέχρι και στα όνειρά μου
Καρφί το καρφί
Και αγκάθι το αγκάθι
Να με θανατώσεις.

“Οι εντυπώσεις ενός πνιγμένου” (Β’)

Ακόμη και μέσα στο όνειρο
Η καρδιά μου βαριά
Και το σώμα ασήκωτο
Κανείς δε θα βαστάξει πια
Αυτές τις σκέψεις
Κανένα κλαδί δε θα κρατήσει
Αυτό το βάρος
Αν το κρεμάσω τώρα στα δέντρα
Όπου συνηθίζουν να εκκρεμούν
Πετράδια σα χαμόγελα
Τα κορίτσια τραγουδώντας γλυκά
Τον ίμερο ή την αγάπη •
Είπε μέσα στον ύπνο του
Κι έπεσε πάλι να πνιγεί
Στον ίδιο παλιό καημό.

ΠΑΡΑΜΥΘIΑ (ΙΘ’)

Αυτό ας ήταν το στερνό μου τραγούδι
Αρκεί να με άκουγες μια φορά
Δίχως φωνή να τραγουδώ σα να διαβάζω
Τα τελευταία μου λόγια
Πριν το τσάκισμα τού αιώνα
Γιατί για σένα τραγουδώ
Και ας μην το νιώθεις
Εδώ στο δάσος
Όπου τις νύχτες αηδονίζουν
Πουλιά ή νεράιδες
Μέσα στα χρώματα που άνθισαν
Στη σκέψη τής Άνοιξης που δεν ήρθε ακόμη
Και ακόμη να βρεθώ
Στη λογική τού πλήθους που κυνηγά τον άνεμο
Μήπως με σύρει έτσι το ποτάμι
Στην πιο όμορφη θάλασσα τού κόσμου•
Και τί στ’ αλήθεια γυρεύω
Μετά από τόσο διάστημα και χρόνο
Να θυμηθώ ή να ξεχάσω
Ψάλλοντας κάτω από τις φυλλωσιές
Τη μια χορδή χτυπώντας
Στην ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα
Στο αφτί των χαμένων αισθήσεων
Όπου εσύ δεν ακούς, τυφλή μου καρδιά
Κι εγώ σε λίγο
Ίσως σταματήσω να μιλώ.

Λίνα Βαταντζή, Τρία ποιήματα


Στομφώδες διάγγελμα

Τον θάνατο των αισθημάτων
δημοσιοποίησες

σμιλεμένο ποίημα-φραγγέλιο ήχων.
Αντιληπτός έγινες.

Υποχωρώ.

***

Σθένος

Βάλλομαι πανταχόθεν
Ατελέσφορες οι προσπάθειές σας

Το ρολόι μου
Ακινητοποίησα

Σημαίνει δώδεκα ακριβώς.

***

Φρούδες δράσεις

Φωνήεν σύμφωνο

γέφυρα συμβόλων


Πέταλα φύλλα
κήπος αειθαλής

Λατύπη δίοδος
δρόμος ευθύς


Όχθη ορίζοντα
ακατάληπτο κενό

Μουδιασμένο το αηδόνι
αποχαιρετισμός

Μαρία Αθ. Ροδοπούλου, Δύο ποιήματα

Το βράδυ έρχεται, σκέφτεται
με τα δάχτυλα απασχολημένα στην νεκρή σάρκα,
και πρέπει να ετοιμάσει το δείπνο
μην τυχόν και βρει το δρόμο
το ξεριζωμένο της πλευρό

Είναι η αγαπημένη
της αφορισμένης ψευδαίσθησης

***

Όταν ήταν νέος στάθηκε ακίνητος
ίσαμε να λιώσει μια μικρή νιφάδα
Όσο αυτή καιγόταν εκείνος πάγωνε
Την άφηνε να φύγει
με ένα καρφί στο στήθος
για ν’ αναχαιτίζει την φλόγα
Δεν ήταν τίποτα άλλο
από ένα υποψήφιο όνειρο
που έμεινε μεταξεταστέο στον καρπό του

*Από τη συλλογή “Μοναχικοί Πρωτόπλαστοι”, Εκδόσεις Εδέμ Μηδέν, Αθήνα 2014.

Σαμσών Ρακάς, Από το «Ούτις»

«[…]

κι ένιωσα να μπαίνω πού;
στο Τεκτονείον μέσα
και να κοιτώ από μια γωνιά
τους εβδομήντα δύο μάστορες
να κουβεντιάζουν όρθιοι
σε τράπεζα μακρόστενη
που πάνω της είχαν απλώσει τι;
τη μακέτα της γης

–διαφωνούσαν για το χρώμα του χώματος που θα επέλεγαν–

και τότε κάποιος ξεκλείδωσε το συρταράκι από κάτω
τρίζοντας βγήκε προς τα έξω
κι είδα μέσα με τα μάτια μου τη Σολομωνική
να ξαπλώνει με σαγήνη πάνω στην Παλαιά Διαθήκη

είχανε συμπεθεριάσει για τα καλά
ή μήπως ζευγαρώσει;
πάντως τρόμαξα
ένα επιφώνημα το ‘σκασε απ’ τα σπλάχνα μου
όλοι οι μάστορες γύρισαν προς εμένα
κι είδα τα μάτια τους πέτρινα μέσα
λίθινα τα βλέφαρά τους

ρίξαν ένα σάβανο να κρύψουν τη μακέτα
άρον άρον με διώξανε από κει

[…]»

σελ. 79

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ

«θα σε πάρω τηλέφωνο αύριο», είπες
και απομακρύνθηκες αργά
λες και τραβούσε από απέναντι ο Κιούμπρικ

σε πίστεψα
ανέβαλα τη μέρα μου να κάνω πρόβα
σαν ξεπεσμένος ήρωας του Τζάρμους
αυτό το «σε περίμενα»
όταν θα σήκωνα το ακουστικό

ποτέ μου δεν το σήκωσα
περίμενα για ώρες αμοντάριστος
βάφτισα το οσονούπω ρήμα
μέχρι που απελπίστηκα
κάπου προς το χάραμα εκεί
πάνω στην αλλαγή του ταρκοφσκικού πλάνου
αισθάνθηκα μια προδοσία μικρή
ήταν που σ’ είχα πιστέψει
δε φταις εσύ
δικό μου εντελώς το φταίξιμο
πώς να στο εξηγήσω;
μια προδοσία μικρή
σα να μαθαίνεις ξαφνικά
πως μια αγαπημένη σου ταινία
πηγαίνει
για
όσκαρ

σελ. 100

*https://www.mixcloud.com/%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%83%CF%8E%CE%BD-%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%82/%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83-the-performance/?utm_campaign=notification_new_upload&utm_medium=email&utm_source=notification&utm_content=html

**Περισσότερα στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Υποκείμενο: http://ypokeimeno.com/parastasi/

Ιωάννης Ζουμπιάδης, Πρόσωπο της έλλειψης

Θα τυλίγομαι

σαν αλυσίδα χοντρή

γύρω θα δένομαι σφιχτά

από ανθρώπους

διότι της έλλειψης είμαι πρόσωπο.

Θα στέκομαι στην κρύα άκρη

για μία ματιά να εκλιπαρώ

σαν παιδί μικρό να αναμένω την αγκαλιά

η αποδοχή επάνω μου ευχάριστα να βρέχει.

Το αντίο θα δυσκολεύομαι

να εκφέρω
ο νους θα το απωθεί

μα πώς να προφέρω το αντίο

πώς στα χείλη τη λήξη να σταλάξω

πώς το τέλος να πιω;

Μα θα το πίνω άθελα ή μη

σαν το κώνειο θα εισέρχεται

θα νεκρώνουν τα αισθητήρια όργανα

οι μυϊκές δυνάμεις θα υπολείπονται

σπασμοί θα με κατακλύζουν, μετά ο ύπνος
και ως κατακλείδα ο θάνατος.

Σαν πρόσωπο

το οποίο δεν κατάφερε ουδέποτε

την έλλειψη να τιθασεύσει

και να εξουσιάσει την επάρκεια.

Σαν πρόσωπο που χωλαίνει

που δεν αποδίδει καλά τη ζωή

και με μόνιμη ψυχής αναπηρία πορεύεται.

* Ο ποιητής διατηρεί την ακόλουθη ιστοσελίδα: http://johnjohn22.wixsite.com/zoumpiadis-ioannis

Αλέξης Γεωργαντάς, Γράφοντας στης Πολυδούρη τα Χαμένα

πρώτη γραφή/
Ευρέθη στα χαμένα/οι μοίρες δεν ενοχλούν πια/μακρεμένο χελιδόνι/ξέρεις,δεν ξέρεις/αν ήρθε,αν φεύγει/ευρέθη στα χαμένα/ένα Φθινόπωρο που άλλαξε/και αντι για το Φθι συνέχισε το καλο το καίρι

η ελπίδα ανταμώνει/ζυγώνει /θα σε ανταμώνει στου χρόνου την σωτηρία/στο ηλιοβασίλεμα της ίασης/στο φως-μεδούλι που ξεπλένει τα πρόσωπα το πρωί/ταξιδεύω στην αχρονη στάση του καιρού /εκεί που ΄ναι αποθηκευμένα όλα τα ξεχασμένα/ζωντανα τα βρήκα και μου ΄πανε πολλά/ένα γράμμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ πρωινό Σαββάτου/θα ψάχνω στην σωτηρία να βρω αν άφησες/ίχνη σου κάποια

δεύτερη γραφή/
μακρεμένο χελιδόνι//ξέρεις,δεν ξέρεις/αν ήρθε,αν φεύγει/με ποιές μοίρες ανταμώνει /δεν σ΄ενοχλεί πια/το Φθινόπωρο που σε αλλάζει/αντάμα/στου χρόνου /στην σωτηρία/στο φως-μεδούλι που ξεπλένει πρόσωπα το πρωί/άχρονη στάση του καιρού/αποθήκη ξεχασμένων/στην σωτηρία ψάχνω να βρω αν άφησες/ίχνη σου κάποια/γράμμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ πρωινό Σαββάτου

νεύμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ μεσημέρι Σαββάτου/
μακρεμένο χελιδόνι/στα άχρονα τοπία/στις αποθήκες ξεχασμένων/ σε ποιά σωτηρία υπάρχεις να βρω/ποιός ο αριθμός του δωματίου/ή άδειος από καιρό/κατσουφιάζει το περπάτημα μέχρι να βρει αυτό που θέλει/να βάφεις το δωμάτιο είδα σε ανοιχτό τόνο αφημάτων

βιβλίο Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ/ποιήματα εκδόσεις Γ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, σελίδα 33
Χαμένα

Προσμένω,ειν΄ή ψυχή μου ελπίδα,/στην νύχτα την τρισκοτεινή/τον ήλιο τέτοιον που προτοείδα/εκεί αντικρύ μου να φανή///////Προσμένω που σημαίνουν τώρα/στριγγές φωνές το χαλασμό,/προσμένω την γαλήνιαν ώρα,/το βραδυνό χαιρετισμό.////////Στην ξερασιά τώρα το χιόνι/ πώχει σα σάβανο απλωθή,/το μακρεμένο χελιδόνι/προσμένω πως θα ξανάρθη.///////Ολα προσμένω τα χαμένα/κ΄ η ελπίδα μάγισσα μια γριά/μου λέει πως έρχονται ολοένα/οι σκιές που χάνονται μακριά.

*Από εδώ: https://republicasentimiento.blogspot.com/2018/09/33.html

Neringa Abrutyte, Τρελά σοβαρή

ρωτάω αν ο πιωμένος
λέει μόνο αλήθεια
αλλά ο ξεμέθυστος σπάνια λέει αλήθεια
όταν ξυπνάει μετά την αλήθεια
ρώτησα ευθέως
ήτανλήθεια
απάντηση: πολύ αυθόρμητα το ειπες
ευθείς παντήσεις απαιτούν αλήθεια
και η αλήθεια είναι ετσι
δεν σημαίνει τιποτα να πεις ότι αγαπάς
γιατί η αγάπη είναι κάθε ειδου αλήθεια
άμεση και έμμεση
αγάπη για το να αγαπάς
λόγια και θέληση
να αγαπάς
προσπάθεια αν νιώθεις
και νιώθει
γιατί χρησιμοποιείς κάθε ευκαιρία
σκέψου λογικά
για την αλήθεια (αρέσεις: δε σου φτάνει αυτή η αλήθεια;)
όταν αρέσεις
ήμαρτο: τι αλήθεια!

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνης 2015.

Γιάννης Τσούτσιας, Σελήνης θρόισμα

Απόφαση ονείρου ανύποπτης ώρας,
τοπίου στιγμών έκρηξη δίνης,
συνόδου παλμών απάντηση αφής.

Σκόνη βροχής άυλου κήπου,
μισάνοιχτο φάσμα γύρης χρωμάτων,
δένδρου αλήθειας σταγόνες φιλιών.

Μετάλλαξης βήμα ήχων Σαββάτου,
ανάγλυφη σπίθα ρομφαίας συνόρων,
ορίζοντα νεύμα διαλόγων ακτής.

Την δύση αγγίζοντας,
μέρας σκιρτήματα κομματιών νύχτας,
τελευταίος καθρέφτης… τα μάτια σου.

*Από τη συλλογή “Λέξεις ομόκεντρες”, Εκδόσεις “Ποιήματα των Φίλων”, 2015.

Κατερίνα Κούσουλα, Τρία ποιήματα

ήσυχη

τελείωσαν όλα.
και τα τσιγάρα άκαφτα
και τα χαρτιά αδιάβαστα
άγραφα
οι αναμνήσεις άφαντες

απόηχων βόμβο η φωνή
ανθίζει ακροκέραμα

*

καταφύγιος κόσμος

στα χαρακώματα ξεχνά
ο κόσμος μου τον άλλο κόσμο
μέσα στη σκόνη που σκοτώνει
γλυφό κάτω νερό

δίπλα οι νεκροί κοιτούν συχνά
ή κι οι φωτογραφίες τους

*

πουλί του πρωινού

πουλί πρωί που κομματιάζεις ήχους
πάνω σε δέντρο σκαλωμένο σε κλαδί
ως αναστρέφεις το λαιμό κι αρχίζεις νέα λέξη
διάφανο πάντα αστράφτει το εννέα και μισή!

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκίδα, 2018.

Νίκος Ζωιόπουλος, Δύο ποιήματα

το τραγούδι των βράχων

Έχεις ακούσει
Το Τραγούδι των Βράχων;
Το γοερό τους κλάμα τό ‘χεις ακούσει;
Τον αναστεναγμό της ακινησίας τους;
Τον άνεμο που αλύπητα τους χτυπά
τον έχεις ακούσει;
Το τρίξιμο λίγο πριν σπάσουν
Το μουρμουρητό τους με το κύμα
Τα χαλίκια που σπαρταράνε δίπλα τους
τα έχεις ακουσει;
Είναι δύσκολο να είσαι Βράχος

***

νεκρός

Νεκρός στους δρόμους
Με μια σφαίρα στο μυαλό
Λουφάζοντας στους υπονόμους
Λίγο κάτω απ’ την κοιλιά της μάνας μου.
Πικρή ανάσα, κόμπιασμα, θάνατος
Αέρας λίγος, φίμωμα, σιωπή
Αναπνοή κοφτή
Νεκρός, στιβαγμένος στα αποκαΐδια της χτεσινής μέρας.
Άνεμε, στα πνευμόνια γιατί δε φτάνεις;

*Από τη συλλογή “αέρας μεταλλικός”, Εκδόσεις t-short, Αθήνα, 2013.