Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

Περαστικός

Οι φρονούντες με τα μπρούτζινα αξιώματα
νηστεύουν την παρηγοριά σε πορφυρές νύχτες
και σαν αγρίμια ξεχύνονται
στης ανατολής το χάραμα, στο Χαρπούτ.
Παραφράζουν ατέρμονα τους θρήνους
που επιβάλλει ο όχλος
και πλημμυρίζουν τον θίασο με κενό.
Χαράζουν μυσταγωγικά στα κορμιά τους
τις διαδρομές των συμφιλιωμένων
με την αιώνια απουσία
και καταγγέλλουν τα αδιέξοδά μας.
Ύστερα στο περιθώριο, γέρνουν ευλαβικά
συνθλίβοντας με παράσημα την ψυχή μου.

***

Επισκέπτης

Χλιαρά όνερα, χλιαροί εαυτοί
για μια ζωή προς την ανυπαρξία,
με χορηγούς και καμάρι.
Εικόνες, συλούν παραστάσεις και καμώματα,
ασύγχρονοι κούκοι κηδεμόνες
ποντάρουν κάθε φορά στο ραντεβού με την τύχη τους
και συνεχίζουν στο κρίμα του ενός
να τραγουδάνε ψαλμωδίες.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, Έκδοση Παλινωδίαιαι, Αθήνα 2018.

Ελένη Βακαλό, Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας.

*Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978).

Neringa Abrutyte, Ο ποιητής

εκείνος προώθησε έναν ποιητή
πιο πέρα από εκείνον δεν πήγε ήταν
ποιητής και ήξερε, ότι ήταν ποιητής -τον
ήξεραν οι ποιητές και όλοι οι άλλοι

και δεν μπορούσε να μην είναι ποιητής
από εκείνο τον ποιητή πιο περα δεν πήγε -δεν
υπάρχει πια,
αλλά όλοι τον ξέρουν -να ‘χει άραγε
καιρό που βαρέθηκε;

έγραφε όσο δεν τα ήξερε όλα;
για τους ποιητές, και μετά τα ήξερε
όλα για όλα -και σταμάτησε- τον
ξέχασαν όλοι; όμως τον ήξεραν…

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνης 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Μεγάλες ιδέες

Μιλάς για πόλεμο
με ύφος πολεμιστή
λες για μάχες ένδοξες
για κατακτήσεις
για τις χαμένες πατρίδες
πως πρέπει να ελευθερώσουμε
ήσουν καταδρομέας στο στρατό
εν καιρώ ειρήνης, άκαπνος
δεν ξέρεις τι είναι πόλεμος
αφήνει πίσω του νεκρούς
ανάπηρους, καταστροφές
άστο καλύτερα
δεν είναι για παληκαράκια
σαν κι εσένα
που θέλουν να γεμίσουν
την άδεια ζωή τους
κοίτα γύρω σου
η χώρα μας στενάζει
από ξένους επικυρίαρχους
και ντόπιους πρόθυμους
άσε τις μεγάλες ιδέες
και σύνελθε
όσο είναι ακόμα καιρός.

Χρίστος Κασσιανής, μια στεγνή ημέρα

Στενεύει το χαμόγελο, στενεύει ο δρόμος
ο γλεντοκόπος ασθενεί σήμερα
κατεβαίνει από τα δέντρα ο κοκκινολαίμης

Έβρεξε,
γέμισε η πόλη περιουσίες
ανοίξαν οι ομπρέλες και δεν παραμερίζουν
καθάρισε το μάρμαρο και γλύκυνε η μυρωδιά

Και σαν ανοίξει ο καιρός
χαριτόβρυτες θα τινάξουν με χάρη τα μαλλιά τους
οι ρακοσυλλέκτες θα ξαναβάλουν τα μαντήλια

Κι ένα βλαστάρι λησμονιάς
ίσα που αχνοφαίνεται στο μέτωπό μας απάνω
που στενεύει

Απρίλης 1996

Χίβα Παναχί, Τρία ποιήματα

Αναμνήσεις

Κάθε απόγευμα
Ένα παιδί κάθεται.
Κάθεται
Στις τσιμεντένιες σκάλες
Του σπιτιού
Κοιτάει επίμονα
Στα μάτια των αναστεναγμών μου.

1995, Κουρδιστάν Ιράν

***

Είπε μια Φωνούλα

Ελάτε να ορμήξετε
Πάνω μου σαν πρωτόγονοι
Φοβάστε κύριοι;
Η καρδιά μου
Το σύμπαν της ποίησης
Λέτε να σπάσει;

1997, Κουρδιστάν Ιράν

***

Τα Πέτρινα Όνειρα

Θέλουμε μια πέτρα
Για να σκεπάσουμε τα πάντα
Όλα τα μυστικά
Για να σωπάσει η καρδιά μου
Να γίνουμε η χώρα των λίθων.

11.6.2001, Αθήνα.

*Από τη συλλογή “Τα Μυστικά του Χιονιού”, Εκδόσεις Μαΐστρος, 2008.

Μαρία Πανούτσου, Κοιτώντας Πλάγια

Vivir qiuero conmigo 

Gozar quiero del bien que debo al cielo

A solas sin testigo

Libre de amor, de cello

De odio de esperanzas de recelo

Fray Luis De Leon

Γιορτινός Θάνατος Α΄



μέσα στην χαρά καραδοκείς 

και σφηνώνεις σε κάθε στιγμή
του χρόνου, ανομολόγητε,

το μυαλό μου σε εκλιπαρεί

μα δεν υπάρχει έλεος στην αγάπη σου 

εσύ αποφασίζεις πότε και που 

και όπως ο Ιωάννης του σταυρού 

σε πρόσεξε, 

έτσι και εγώ, αφέντρα του εαυτού μου

γίνομαι μια περαστική 

στην ουρά του βασιλείου σου 



μάζεψε τα πέταλα από αυτό το λουλούδι

και φύλαξε τα πράσινα φύλλα/

ζουμπούλι

και ορχιδέα /σε ένα γυάλινο βαζάκι /με φως 

να διαπερνά το τυχαίο βλέμμα/ υγρασία/


έξω στο χορταριασμένο κήπο/ κρύβομαι

μ’ ένα μικρό φύσημα αέρα παρέα/ μαζί/
πάντα μαζί /με τον κόσμο που αγάπησα

η ομορφιά δεν κρύβεται/
δεν ζητά/ δεν πεθαίνει/

ψάχνω να δω/
πως ζωγραφίζεται η ευτυχία 

γράφοντας ένα ποίημα /
για τον άγνωστο Χ

Γιορτινός Θάνατος Β΄

και σαν άπιστος
Θωμάς/ ψάχνω τα σημάδια
στα χέρια σου/ για να πειστώ
κι όμως /
στα τυφλά σε δέχτηκα και
εγώ

*
Κοιτώντας Πλάγια 2018

Κατερίνα Χανδρινού, Τρία ποιήματα

Πτώση μου η γενική

Όταν πέφτω, πέφτω. καθολικά. Η καρδιά μου, τενεκεδάκι που
κλωτσάνε εναλλάξ τ’ αγόρια μέχρι να φτάσουν, για να μην τους
φανεί η διαδρομή. Κολοσσός με κλειστά τα πόδια, είναι.

***

Από το πίσω κάθισμα πήγα να οδηγήσω.

Σα να ‘σουνα αυτόματο σου συμπεριφερόμουν, ενω έπρεπε το
συμπλέκτη να πατάω βαθιά και ν’ αλλάζω την ταχύτητα. Να
κάνω την κίνηση του μισού μαιάνδρου που αλλάζει την ταχήτητα.
Γκάζωνα στις στροφές αντί για να μειώνω. Έπαιρνα τις ανηφόρες
με νεκρά κι όλους σβάρνα τους κώνους.

Φίδι στα χέρια μου σκληρό και μαύρο το τιμόνι.

***

Συγχώρεσε την αφωνία μου απόψε.

Οι Ισπανοί έχουνε λέξη για να πουν: χθες βράδυ. Anoche αυτοί /
απόψε εμείς. (Φαντάσου λοιπόν, πόσα όνειρα στα ισπανικά θ’
αρχίζουνε με το “ανότσε”. Χθες βράδυ, είδα…). Εμείς, απόψε. Αυτό
μας μαραίνει, φαίνεται, αυτό μας καίει, κι έχουμε λέξη ειδική: το
βράδυ που έρχεται. Όχι το χθεσινό. Συγχώρεσε λοιπόν την αφωνία
μου, αυτό το βράδυ, απόψε.

*Από τη συλλογή “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές¨”, έκδοση s@stina, 2017.

Γιώτα Αργυροπούλου, Τρία ποιήματα

Νεραντζούλα

Τα παιδικά μας χρόνια
κοιμούνται σε άνθη νεραντζιάς
σε τρυφερά σεντόνια
και σε αναπαίσθητο άνεμο
αναδεύονται
ξυπνάνε.

Κι ο ύπνος μας είναι ελαφρύς
κι όσο περνούν τα χρόνια
λιγοστεύει.

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά.

***

Γερακίνα

Μάτι γερακίνας
καθαρό πετράδι
μοίραζε ουρανό.

Παλιά το δίκαιο του ουρανού
το είχαν ορίσει τα πουλιά.

***

Ομόνοια 1980

Κλείνουν στου Μπακάκου
ραντεβού
η Σπάρτη και τα Γιάννενα
ο Βόλος και η Ξάνθη.

Γωνία
κεντρική ιδέα της Ελλάδας.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, Εκδόσεις Πλανόδιον, 2004.

Πόπη Γιόκαλα, Δύο ποιήματα

Αιωνιότητα

Από μακριά ακούγεται το θρόισμα της αιωνιότητας
Χαμένη στο άπειρο
Πιστεύει στο Απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία.
Πιστεύει στο φεγγάρι όταν πέφτει στη θάλασσα
Και τή βροχή που μιλάει για τα θλιμμένα βράδια.

Βόλτα

Το ποίημα είναι νύχτα!
Μία περιπλάνηση σε έρημους δρόμους…
Όπου η ζωή χορεύει το δικό της Ρυθμό.
Σκορπισμένα όνειρα στα πόδια…
Περπατά απαλά…
Γιατί μπορεί να τα πατήσει.
Κοιτάει ψηλά πολλές φορές
Για να μπορέσει να δει τον ουρανό στολισμένο.