Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Έξι ποιήματα

ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΖΕΙ

Σαν ένα χτύπημα δυνατό
στο δοκάρι.

Έτσι αρχίζει η μέρα μου.

*

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Τι Κυριακές

χαράζει η μπάλα
της ψυχής μου το χορτάρι

χοροπηδά ωσάν αερικό
τρελό χορό χορεύει

ασκεί ασφυκτική υπεροχή
και με στριμώχνει.

Χτυπώντας με δύναμη
στ’ αριθμημένα του μυαλού μου

με στροβιλίζει

και με πάει
με πάει
με πάει.

*

ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Τίγκα το γήπεδο

χρώματα
ιαχές
ο ήλιος πάνω ολοπόρφυρη μπάλα.

Όλα δικά μας σήμερα.

*

ΕΥΤΥΧΩΣ

Δυνατό ματς.

Ευτυχώς είπε
τρίβοντας τα χέρια του
να πάλι λίγη ποίηση
στα γήπεδα.

*

ΣΤΟ ΓΑΜΑ

κατεβαίνει από δεξιά
γοργόφτερος
αφήνοντας πίσω του μύθους και σκόνη

σουτάρει
η μπάλα στο γάμα

πέφτουν τα σύννεφα
ασπρίζει το στάδιο

βουτούν μέσα τους οι θεατές
χορεύουν
ζωγραφίζουν
γράφουν ποιήματα.

*

ΚΑΘΩΣ ΣΟΥΤΑΡΕΙ

Τρίζουν τα οστά του.

Το νιώθεις στο παίξιμο του ματιού
την ανάσα
την κάμψη της γροθιάς του
καθώς σουτάρει.

οσφραίνοντας της γης την ορμή
ανεβαίνοντας η ψυχή του απ’ τα κάτω.

*Από τη συλλογή “Δοκάρι και μέσα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2018.

Κατερίνα Γιαννούλη, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ

Αποφασίσαμε ένα βραδυ ή ένα πρωί
Δεν ακούσαμε κουβέντα

τι δύναμη να έχουν τα λόγια

άλλωστε
σε τέτοιες στιγμές

*

ΜΙΑ ΚΟΥΤΑΛΙΑ ΝΕΡΟ

Πλυντήρια
Νεροχύτες
και σκονισμένα πατώματα
μας αγκαλιάζουν
και εμείς βιαζόμαστε να αλλάξουμε
σιφόνια και μάταια παντελόνια
σε κυλιστά σεντόνια
στριμωχνόμαστε

*

ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ

Για να μπουν σε έναν τόπο
βαμβακερής τρυφερότητας
θέλει λίγη προσπάθεια από αυτούς
ότι με τα χρόνια δεν χωνεύτηκε ποτέ
να το ξεράσουν

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στην Ανθολογία της ομάδας “Ο Κύκλος Των με τίτλο “Γεια, σ’ αγαπώ, αντίο”, εκδ. Άπαρσις, Φεβρουάριος 2018.

Νάζη Χατζημωυσιάδου, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ερχόμαστε στο χρόνο
ζώντας ένα νεκρό πριν από μας
και ανθισμένοι βαδίζουμε στο θάνατο
υπομένοντας νεκρότητα

***

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

α

Σαν κομμάτι λάβας πέφτει η ζωή
στο ραγισμένο δέντρο και το απολιθώνει.
Ένα πλήθος αίμα αθώων είναι ο θάνατος.
Ποιος θα παρέβλεπε τη φρίκη;

*

Δ’

και ήρθε η μέρα
που έγινες κουρασμένη.
Επειδή στη μιζέρια
ήταν πρόκληση η μοναξιά σου
τα μάγουλά τους φουσκώσαν τα ερπετά
και στην αγνότητα της καρδιάς σου ξεράσαν.

*Από τη συλλογή “Εγγύς από το μέλλον, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Οκτώβρης 2013.

Νίκος Βέλμος, Έρωτας ή τίποτα

ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ
(προοίμιο)

Αρχή Σοφίας!
Δημιουργίας!
μα και Θυσίας!
O Έρωτας!

Αυτόν ψεφτίζει
κι άλλον στολίζει
με την αλήθεια!
Τούτον σκοτώνει
και κείνον σώνει
με παραμύθια!

Αρχή αργίας
και δυστυχίας
μα κι ευτυχίας
ο Έρωτας!

Αυτόν παιδεύει
κι άλλον χορεύει
σαν το παιχνίδι.
Τούτον προσέχει
και σ’ άλλον μπλέκει
γύρω, ένα φίδι.

Αρχή οδύνης
παραφροσύνης
και σωφροσύνης.
ο Έρωτας!

Κενοδοξίας,
φιλοδοξίας,
μα κι αναρχίας
ο Έρωτας.

Φτωχό πλουταίνει.
Πλούσιο φτωχαίνει
με δίχως πόνο•
δειλό θεριεύει
κι άντρα μαζεύει
σε μια άκρη μόνο.

Πόρνες αγιάζει!
Κακούργο αλλάζει
ο Έρωτας!
Πως συνετίζει,
όποιον τον βρίζει,
ο Έρωτας!

Όλα τα κάνει
κι όλα τα φτάνει
ο Έρωτας!

Τη δόξα πιάνει,
τη δόξα χάνει
ο Έρωτας!

Απελπισία
στην τρικυμία
δεν έχει
ο Έρωτας!
Ελπίδες δίνει
όσο δε σβήνει,
ο Έρωτας!

Μ’ όχι φουντώνεις,
με ναι γλυτώνεις
τον Έρωτα!

Η Τέχνη πρώτη
απ’ τη λεπτότη
βγήκε του Έρωτα!

Θυσία ξέρει,
που τον συμφέρει
ο Έρωτας!

Και να τον βρίσεις
κι ό,τι ν’ αγγίξεις
είσαι στον Έρωτα!

Σ’ ότι να μείνεις
κι ό,τι να γίνεις
είσ’ ένας Έρωτας
Έρωτας είσαι!
για τούτο ζήσε,
σαν Έρωτας!

*Το ποίημα αυτό του Νίκου Βέλμου (1890-1930) γράφτηκε ως προοίμιο στο βιβλίο του “Δυο αγάπες”.
**Το χαρακτικό στην εικόνα, που είναι όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Φραγγέλιο” (1928), είναι του σπουδαίου χαράκτη Άγγελου Θεοδωρόπουλου.
***Η ανάρτηση αυή ειναι αναδημοσίευση από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα.

Μαριαλένα Δισακιά, Δύο ποιήματα

Ρίζες

Σε βάρκα δεδομένων
χωρίς κουπί
δίχως πανί
και ο χρόνος
φευγάτος
Σκοτεινιά του μυαλού
βαραίνουν
τα άστρα
άφωνο δάκρυ
κυλά
Σε σπασμένες
χορδές
οι ρίζες των ματιών
ξεσκίζουν
τον πόθο.

***

Φωτογραφία

Νόμιζες πως θα παγίδευες
τον χρόνο
Έτσι πως απλά
θα πάγωνες την στιγμή
Πίστεψες πως θα χαμογέλαγες
σαν τότε
μα εσύ κρατάς
ένα χρωματιστό χαρτί
στα χέρια σήμερα
για να σου θυμίσει πως
υπήρξε και
το χτες!

*Από τη συλλογή “Στροβιλισμοί της Αστάρτης”, Αθήνα 2018.

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Νίσυρος

Ανατολές σε δεύτερη σελήνη.
Το έδαφος αναφύει φωτιά
ο ήλιος την καθρεπτίζει πίσω.
Βελανιδιές -καρφωμένοι δορυφόροι
κόντρα στον ήλιο
σε συγκλίνουσα ακολουθία.
Σπίτι μου το δάσος.
Τα ερίφια θρέφονται από την ύλη
εγώ απ’ τη μαγεία του.
Πρωινά στραφύλια
βραδινά βιολιά.
Φεγγάρια πλήρη
λουστράρουν τους αμμόλοφους.
Χοροί σε κύκλο ατέρμονα.
Κυκλικό μονοπάτι
ως τη γη
που δε βιάζεται να σβουρίζεται.
Από κείνες τις γαίες.
Συγκρατούν την ελευθερία
σ’ ένα τόπο
σε στιγμές χρόνιας γαλήνης.
Οι μέρες μου στη Νίσυρο.
Πλήρεις.

***

Το λουτρό

Απειροσύνη επιλογών.
Μάζες άγνωρες
ελεύθερες περιγραμμάτων
βιάζονται να τις χωρέσουν.

Θυμήσου,
Στο θερμό λουτρό που τότε απολάμβανες
αγκαθωτά μπικουτί τρυπούσαν το μικρό σου
κεφάλι.
κατόπιν μαλλιά σπείρες περιστρέφονταν ως
τη ρηχή σου κλείδα.
Κι εσύ τα τράβαγες για να μακρύνουν.
Τα περισσότερα κορίτσα τα είχαν μακριά.
Λουτρό λάτρας;
Λουτρό ιδιόμορφης λατρείας;
Απειροσύνη επιλογών.

Υστερόγραφο.
να θυμάσαι
μικρά σετ τσαγιού
σερβίρουν επιτηδευμένα κόκκινα στόματα.
Μικρές σιδερώστρες
αποστειρώνουν μακριά γάντια
φορεμένα για σαγήνη.
Μικρά ρούχα
ντύνουν μεγάλα στερεότυπα.

*Από τη συλλογή “Έβδομη μεγάλη”, εκδ. lulu, 2018.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ένεκα Ιούνη

Ι.
έχω πολλούς φόβους
κάποτε τους αναγνωρίζω
το ερώτημα είναι αν
θες να με βοηθήσεις
να περάσω
τον δρόμο που φοβάμαι

για χάρη σου θα τον περνούσα
κάθε μέρα
κι ας νομίζω
πώς όταν λέω κάθε
ίσως
σημαίνει τελευταία

ο κωλόδρομος

ΙΙ.
μερικές φορές
είμαστε τέτοια όντα
που βάζουμε
στο αυτόματο την ανασφάλεια
κι όποιον πάρει ο χάρος

πρόβα τζενεράλε

ΙΙΙ.
σε αγάπησα όλο
και περισσότερο
αυτή την εβδομάδα
και κάθε εβδομάδα
προηγούμενη από αυτή
αυτό ένιωθα από την αρχή
σε αγάπησα όλο
και περισσότερο

βδομάδα τη βδομάδα
άρχισε να μοιάζει όλο
και πιο καινούργιο

κι εσύ έχεις τον τρόπο σου
να το χαλάς στο άκυρο
δευτερόλεπτο
δεν αλλάζει ότι
σε αγάπησα όμως

όλο και περισσότερο

ΙV.
όσο άνθισα μαζί σου
τόσο θέλω να σαπίσω

φυσική ροή

V.
κόπιασε πλάι μου
να κάψουμε
τις καρδιές μας
με ό,τι βρούμε
αυτό μας έχουν
εκπαιδεύσει
να κάνουμε

σωστή εκπαίδευση

VI.
την επόμενη φορά
που θα βρεθούμε
αν μου πεις απόρριψη
θα σου πω άρνηση
και θα σε φιλήσω
μέχρι να πεθάνεις

τέτοιο το πάθος

VII.
δεν είδα ποτέ
Ιντιάνα Τζόουνς
ίσως για αυτό
δεν αναγνωρίζω
τη γενναιότητα
που χρειάζεται
για να είμαι
μαζί μου
με σένα

πάει λέγοντας

VIII.
κάποια πράγματα
περνάνε σαν κακό μοντάζ
και κάποια άλλα δεν περνάνε
με τίποτα

θέμα αισθητικής

IX.
τα λόγια λένε
με αγαπάς να προσέχω
τίποτα δεν κατάλαβες
εσύ μου το είπες κι έφυγες

ασυνεννοησία

Θεσσαλονίκη 2018

Στρατής Πασχάλης, Δύο ποιήματα

τη νύχτα εκείνη διασθάνθηκα τα γεγονότα
να πλησιάζουν
αφού ο καιρός είχε αλλάξει δραματικά
η βροχή πύκνωνε τα φώτα λιγόστευαν οι μέρες
ήταν πένθιμες και αργές
και τα όνειρα μου μιλούσαν όλο και πιο ανάγλυφα

***

ρήμα που ανοίγεται η ζωή και πώς τα έργα υπάρχουν
όπως οι οπτασίες – όλα συμβαίνουν
σε μια διαρκή αναχώρηση
όταν λυνόμαστε απ΄ τα δυό μάτια
κι απ’ την κρυφή της σκέψης πολιορκία.

*Από τη συλλογή ¨Κωμωδία”, εκδόσεις Το ΡοΔΑΚΙΟ, Δεκέμβρης 1998.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα



ΧΩΡΙΣ ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ

Καταμεσής του Θεού
(υπάρχω, δεν υπάρχω)
περιμένει κι ο μπόγιας
να μαζέψει τα πτώματα
τα υπόλοιπα στο εφετείο

Αν δικαιωθώ έχει καλώς
αν όχι, σας υπόσχομαι
να μην ξαναενοχλήσω
το αξιότιμο ακροατήριο

Επί τη ευκαιρία να συστηθώ:
δε γνωρίζω τ’ όνομά μου
έχω δυο παιδιά στην κοιλιά
και μια γάτα στο κρεβάτι
κατά τα λοιπά βρέχει πολύ
κι έγινε μούσκεμα το ποίημα

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ

Το έμαθες το τροπάριο
να κόβεις φέτες τη μέρα
γιατί το παν δεν είναι
η κολλητή σου μπλούζα
ή το ξυρισμένο κεφάλι
μα η άδεια σου κοιλιά
η πείνα δε σβήνεται
με τα οκτάωρα ύπνου
δε μασιέται ο ουρανός

Και επιπλέον οι κάδοι
μούσκεμα απ’ τη βροχή
άλλη μια νύχτα ασιτία
δόντια που ακονίζονται
στο σφύριγμα τ’ ανέμου

Λοιπόν τέρμα τα αστεία
δε βγαίνεις απ’ το ποίημα
αν δε σου κάνω το τραπέζι

ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΓΡΑΦΩ

Έστω κι έτσι ακόμη ζω
και μετά η κατεδάφιση
σ’ έναν κόσμο αδέσποτο
γυρνώντας σαν τα σκυλιά

Προφανώς και ηττήθηκα
χωρίς κανένα προσχέδιο
ή έστω μιαν ανεμόσκαλα

Δεν παραδίνομαι εύκολα
νομίζω πως το κατάλαβες
έτσι πεισμωμένος βγαίνω
κατά τις δώδεκα στην πόλη
ξεκολλάω τα ενοικιαστήρια
από την οδό Αναπαύσεως
κι αργεί πολύ να ξημερώσει

Τι διάολο Ποίηση γράφω
κι ούτε ένας αναγνώστης
να μου θυμίσει ότι δε ζω;

Georges Bataille, Εγκληματικό άπειρο

Εγκληματικό άπειρο
του απείρου ραϊσμένο βάζο
ερειπιώνα ασύνορε.

άπειρο που με θλίβεις τρυφερά
ξύπνιος είμαι χωρίς φτερά
κι αν είν’ ένοχη η φύση

η τρέλα φτερώνει την παραζάλη μου
που διασχίζει το άπειρο
και είναι το άπειρο που μ’ ερημώνει

είμαι μονάχος
τυφλοί θα διαβάζουν ετούτες τις γραμμές
σ’ ατέρμονα τούνελ

βουλιάζω στο αχανές
που κι εκείνο βουλιάζει στον εαυτό του
είναι πιο καταθλιπτικό αυτό κι από τον ίδιο τον θάνατο

ο ήλιος είναι σκοτεινός
κάποιας ύπαρξης η ομορφιά βαθύ μυστήριο
της στερνής νύχτας στεναγμός

αυτό που στο φως αγαπώ
το ρίγος που απ’ αυτό μαρμαίρει
είναι ο πόθος για σκοτάδι

*

Ψεύδομαι
και ο κόσμος όλος καθηλώνεται
στα αντιφατικά ψέματά μου

το σύμπαν
κι εγώ
βγάζουμε στη φόρα τα ψέματα ο ένας του άλλου

η αλήθεια πεθαίνει
και το φωνάζω
πως η αλήθεια ψεύδεται

το απρόσωπο κεφάλι μου
που το λυώνει ο πυρετός
είναι η αυτοκτονία της αλήθειας.

*

Για τους άλλους τα πάντα είναι γαληνεμένα
στην αδιατάραχτη μονοτονία τους
οι κόσμοι περιστρέφονται μεγαλόπρεποι

με μένα το σύμπαν ταυτίζεται όπως και με τον ίδιο του τον εαυτό

δεν μας χωρίζει πλέον τίποτα
μέσα μου μαζί του αντιδικώ

στην άπειρη γαλήνη
αλυσσοδεμένο από τους Νόμους
το σύμπαν γλυστράει αναπότρεπτα προς τον αφανισμό.

*

Τρόμος
από έναν κόσμο που όλο περιστρέφεται
αυτό που εγώ ονειροπολώ βρίσκεται πολύ πιο μακριά

η δόξα στον άντρα μετράει
όσο μεγάλη κι αν είν’ αυτή
σαν φλέγεται για μιαν άλλη

υπάρχω
κι ο κόσμος προχωρεί μαζί μου
πέρα από το εφικτό

δεν είναι παρά το γέλιο
και η νύχτα η παιδική
όπου γέρνει να ξανασάνει η οικουμένη.

*Από το βιβλίο Georges Bataille, Ποίηση, στη Σειρά “Το Μικρό Δένδρο”. Μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος.