Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

Σχεδία στις όχθες τού Hudson
Ή Κανένα μπλουζ για το Νιούαρκ

Δε σταματάς να πίνεις και
Δε σταματάς να μιλάς
Θυμίζεις χείμαρρο ορμητικό από λέξεις
Που μοιάζουν
Σα να θέλουν να με παρασύρουν
Στον αφρισμένο θυμό τους
Να με ξεβράσουν σε πιο ξένα νερά
Καθώς ξετυλίγεις τής ζωής σου το συναξάρι
Εκεί κάτω
Στα μέρη όπου οι άνθρωποι
Ζουν στη γαλήνη μιας επαγγελίας
Χορεύοντας και τραγουδώντας•
Και ύστερα για τη μάνα σου
Που στα δεκάξι σε βαρέθηκε
Και τον πατέρα σου που πέθανε
Μεθυσμένος σε ένα υπόγειο
Ώσπου να σμίξουν λες οι τύψεις τους
Κάποιο βράδυ Σαββάτου
Ή πρωινό βροχερής Κυριακής•
Δε σταματάς να μου μιλάς
Κι εγώ να σκέφτομαι
Μια νύχτα σε αυτό το άθλιο στέκι
Όπου μεθοκοπούν όλοι μαζί άγγελοι και δαίμονες
Πώς ξέπεσες σε τούτη την κοσμόπολη
Μικρή νεράιδα στο φως τού μισού φεγγαριού
Κι εκείνα τα πρώτα λόγια σου
Που τα θυμάμαι να κυλούν
Και τ’ αποστήθισα νεράκι
Την ώρα που χάιδευες
Πάνω στο στήθος τα μαλλιά σου
Και συ να ρωτιέσαι φωναχτά
Καθρέφτη – καθρεφτάκι σου
Αν όλα αυτά που συγκρατώ και γράφω
Δεν είναι άλλο
Από σημειώσεις για ένα παραμύθι
Λόγια από το τραγούδι που έταξα να σου πω
Όταν δε θά ‘μαι εδώ
Αλλά θα σ’ αφουγκράζομαι ακόμη
Νέκταρ θεών και βάλσαμο που στάζεις
Πλάι σε βλοσυρούς θαμώνες που φωνάζουν
Λίγο πριν γίνουν σκνίπα
Κι ανεβούν τρικλίζοντας
Πάνω στα βρώμικα κίτρινα πορθμεία
Τού μεγάλου ποταμού
Πριν περάσουν απέναντι
Για να μη γυρίσουν ποτέ
Στο παρελθόν και στο μέλλον
Μ’ ένα νόμισμα να λάμπει ανάμεσα στα δόντια τους
Σα σμάρι από θυμωμένα μελίσσια
Όμοια νεκροί στις όχθες τής Αχερουσίας.

***

Όνειρο στο Everglades

Πάνε πολλά χρόνια
Όταν εκείνη η ξωθιά από το Μπαλισάνον
Παίρνοντας ύφος πυθίας
Καπνίζοντας το ένα τσιγάρο
Πίσω από το άλλο
Διάβαζε τις λοξές γραμμές στο χέρι μου•
Κάτι θυμάμαι από τα λόγια της
Που θύμιζαν γλώσσα των ξωτικών στα άλση
Ή ψίθυρο στις φυλλωσιές
Ίσως “Αθαΐρ Αρ Νεάμχ” με μισόλογα•
Μιλούσε για ξενύχτια και ποτά
Γυναίκες πάνω στο μεθύσι και λυκόφιλους
Προπόσεις και γελαστικά συμπόσια
Σε στέκια σκοτεινά
Αλλά είχα σε άλλο τόπο το μυαλό μου ο νήπιος
Στον τρόπο που δίπλωνε
Και ξεδίπλωνε τα πόδια της μπροστά μου
Ή άγγιζε τάχα το στήθος της η Τύχη
Θεά κι αυτή θεότρελη που φέρνει
Τη λίγη ευδαιμονία στους πιστούς της•
Είπε πολλά παράδοξα η καλή νεράιδα
Που έλαβαν σάρκα πριν χαθούν
Στο πέρασμα τού χρόνου•Ωστόσο
Μοιάζει να λάθεψε η ματιά της
Γιατί πέρασε μισή η ζωή μου
Και βρίσκω συχνά το μίσος στο κατώφλι να σκυλιάζει
Και τη γαλήνη πουθενά•
Μάλλον γι’αυτό από τότε δεν την ξαναείδα
Παρά μόνο στα όνειρά μου την ακούω
Να τραγουδά γλυκά στην άκρη τού νερού
Αγάπες που είδε και με ονείρεψε
Για να με κάνει επιτέλους να χαμογελάσω.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com

Αλέξης Γεωργαντάς, e n v o y e r  t r è s  h a u t

ενοποιημένα πεδία

ανοίγουν

τα έλατα των στίχων τους

στο σεντόνι της

φαντασίας

στο άπλωμα

τ’ ουρανού

συνέχεια να

βρέχεις

συνέχεια να με θέλεις
ουρανός

δεν χρησιμοποιούν τα μάτια
στο τίναγμα των φτερών                    
έχουν αλλάξει την όψη τους                                                                                                                       
οι βουνοκορφές αποκαλύπτουν                                                                                                               
το κρυμμένο σύμπαν

όταν                                                                                                                       
φτάνω στα πέλματα των ήχων σου                                                                                                       
ακούω την ύψιστη αγάπη                                                                                                                                                             Ανοίγω και                                                                                                                                    ηλιόφωτα κάστρα ξεπροβάλλουν

εσύ με κάνεις/                                                                                                                                                                                                                                                                ουρανός                                                                                         

3.11.2018     

*Ο Αλέξης Γεωργαντάς έχει κάνει σπουδές  στην εικονογράφηση, σκιτσογραφία και γραφιστική. Παρακολούθησε σεμινάρια κίνησης, λόγου και έκφρασης στο θέατρο των αλλαγών. Είναι κάτοχος 2ου βαθμού ρέικι. Γνωρίζει την τέχνη του Thai μασάζ. Αγαπά την απλότητα και πιστεύει σε αυτό που δεν μπορούν να δουν τα μάτια.  Γράφει και ζωγραφίζει.   Ποίηση, παραμύθια και αφηγήσεις  του, υπάρχουν  σε  διαδικτυακά περιοδικά στην ελληνική και Ισπανική γλώσσα.  Ετοιμάζει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Κατάγεται από την Αργεντινή. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Δήμος Χλωπτσιούδης, Η υπερρεαλιστική εικονοπλασία της Στέλλας Δούμου

Σύμφωνα με τον Μπρετόν 1 ο σουρεαλισμός δεν είναι μορφή της ποίησης. Είναι μια κραυγή του πνεύματος που ξαναγυρίζει στον εαυτό του με την απεγνωσμένη απόφαση να σπάσει τις αλυσίδες του. Και στην ανάγκη με υλικά σφυριά. Κι όπως είδαμε παλαιότερα 2 στη μεταμοντέρνα ποίηση, και δη στην «ποίηση της αγανάκτησης» 3, ο σουρεαλιστικός στίχος μετατρέπεται σε ένα όπλο αντιτασσόμενο στη δεσποτεία του ορθού λόγου και την -προπαγανδιστική- εργαλειοποίησή του στη σύγχρονη κοινωνία, ενάντια στην αριθμοποίηση και τη συνθηματολογία.

Σήμερα πια λειτουργεί ως αντίδοτο στην απολυτότητα του σκληρού ρεαλισμού, αντιδρά στην κυριαρχία του ρασιοναλισμού μέσα από την συναισθηματική αποδόμηση της λογικής. Με την εικονοπλαστική και δημιουργική του γλώσσα ταξιδεύει τον αναγνώστη με οδηγό το συναίσθημα∙ εκθέτει τη λογική σε νέες προκλήσεις αξιοποιώντας τη συνειρμική διάσταση της γλώσσας χωρίς να περιφρονεί τα μέσα που της προσφέρει ο σουρεαλισμός με στόχο να εκφράσει την ενδόμυχη αλήθεια του ποιητή. 4 Μέσα από τον “παραλογισμό” και την “εξωτερίκευση του μέσα” του αναδεικνύει την ουσία των συναισθημάτων και του ψυχισμού.

Στον δρόμο αυτόν κινείται και η τρίτη ποιητική συλλογή της Στέλλας Δούμου «χρονορυχείο» (Θράκα, 2017). Η στιχουργική της διακρίνεται από έντονο υπερρεαλιστικό στοιχείο∙ η συνειρμική κίνηση και ο πληθωρικός χαρακτήρας της εικαστικής της έχουν ρίζες στον σουρεαλισμό. Πλήθος μεταφορών με συνυποδηλωτικές εικόνες ξεπηδούν από τον στίχο της με χειμαρρώδη ορμή.
Με επίκεντρο την πρωτοενική εστίαση, η δημιουργός σκάβει στο ορυχείο του χρόνου και μιλάει για τον έρωτα, τη φθορά και τον θάνατο. Η δυνατή εικονοποιία της, όπως ξεδιπλώνεται μέσα από την ανοικείωση που γεννούν ονοματικά ή ρηματικά σύνολα, ξαφνιάζουν το κοινό. Διατηρούν όμως λειτουργικό ρόλο, καθώς ενισχύουν αισθητικά και συναισθηματικά το ποιητικό κάδρο, δημιουργώντας πρισματικές συνθέσεις. Με ύφος αφηγηματικό συμπλέκει το βίωμα με τη μυθοπλασία μέσα σε ένα πολύ πολυκεντρικό περιεχόμενο, αξιοποιώντας την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα και δημιουργώντας όμορφες εικόνες.

Στην πυκνή γραφή της φανερή είναι η επιδίωξη μιας στοχαστικής κλιμάκωσης, που ενίοτε έρχεται σε βάρος της συναισθηματικής κλιμάκωσης ελλείψει κάποιας δραματικής κορύφωσης. Τούτο, ωστόσο, καλύπτεται από τους χαμηλούς τόνους που ισορροπούν άρτια με το σουρεαλιστικό ύφος.

Σημειώσεις:
1. Αντρέ Μπρετόν, Το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, 1924.
2. βλ. και Δήμος Χλωπτσιούδης, Οι υπερρεαλιστικές επιρροές στην ποίηση της αγανάκτησης, vakxikon, τεύχ. 33.
3. βλ. Δήμος Χλωπτσιούδη, Η ποίηση της αγανάκτησης, τοβιβλίο (03/01/2015).
4. Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί σουρεαλισμού 1935, εισαγ.-επιμ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγρα, Αθήνα 2009.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.thraca.gr/2018/08/blog-post_16.html?m=1

Έρμα Βασιλείου, Ανενδοίαστα

Χάθηκαν οι ρυτίδες από τ’ αφάγωτα φρούτα
τίποτε δεν τελειώνει
μόνιμη η αριθμητική της μέρας
περνάει η νιότη πάλι,
την κυνηγώ μ’ ένα ματσούκι,
τη διώχνω, την καλωσορίζω
και η προπαίδεια νεράκι…
σήμερα μείναν μ’ έν’ αγκίστρι να μικραίνει
ένα γκάστρι να μεγαλώνει
οι ώρες, ο ήλιος, ο τροπικός
την άλλη στιγμή θα φέρω άλλοθι
να μαζέψω τους συνηγόρους της ζωής
με τα μεθυσμένα καπέλα
στον ιερό κύκλο της σελήνης
και σε παρακαλώ, αϊτέ των ουρανών, μην προσθέσεις καρικατούρες άλλες
άδε* την πανσέληνο! χυμάει από την ανοικτή αρσέρα**
το βράδυ που γεννιέται η θύελλα των οραμάτων
είναι όμορφα εδώ
έχει φωτιά που αντανακλά ένα ‘τώρα’ θαμπερό
πύργο, μεθύσια, φωτεινά την αυταπάτη
φυλάει φουρτούνες να κοιμούνται με παλίρροιες
μπορώ έτσι να πεθάνω από λόγια, κουκιά μετρημένα
να ξαπλωθώ με φαγωμένες λέξεις
να μην περιμένω του ήλεκτρου ψηφία,
ούτε τον γραμματοκομιστή να διανέμει όπως πάντα την πίστη
σε φύλλα εκ χάρτου ανίας

* κοίτα, Κυπρ. διάλεκτος
**φωταγωγός, Κυπρ. διάλεκτος

#Από το βιβλίο ”Μουσώνες” Τόμος Β’ – σειρά ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ, aphrodite 2016.

Tara Mokhtari, Τρία ποιήματα

Μεγάλη γάτα

Είμαι μια μεγάλη γάτα
Στους αγκώνες και τα γόνατά μου
Γράφοντας γυμνή ποίηση
Σε σελίδες χωρίς γραμμές
Μπορώ να καμπουριάσω τη ράχη μου
Να ξεκουράσω το κεφάλι μου
Στο στρώμα χωρίς σεντόνια
Μπορώ να γεμίσω το γυμνό δωμάτιο
Με μουσική
Και το αδιάκριτο φως του κεριού να βλέπει
Μπορώ να κυλιστώ στους τοίχους
Μια τεμπέλικη μαύρη καμπουριαστή σιλουέτα
να αναπνεύσω όλο τον αέρα
να γράψω όλη την ποίηση
τα γόνατά μου και η ράχη μου θα με υποστηρίξουν

***

Χωρίς αμφιβολία

Μερικές φορές
Κοιτάζω τα πόδια
Ενός θαυμάσιου άντρα
Και ξέρω
Χωρίς αμφιβολία
Ότι αυτά
Δεν είναι τα δάχτυλα
Του μελλοντικού μου συζύγου

***

Λυπημένο χαϊκού

Ποταμός λευκών προβολέων
Λαμπυρίζει σε σταγόνες βροχής, πιτσιλισμένο τζάμι
Πόλη απορροφημένη στο σούρουπο m2

*Από τη συλλογή “Anxiety Soup”, Finlay Lloyd Publishers, NSW, 2013. Η Tara Mokhtari είναι ποιήτρια Περσικής καταγωγής που ζει στη Μελβούρνη.

Κατερίνα Ζησάκη, ιστορία κομμένη στη μέση

ύστερα ήταν κι εκείνος ο άνθρωπος
το κόκκινο κασκέτο του
η θαμπή κώμη
μια γραβάτα εξείχε απ’ την τσέπη
ένα ριγέ μαντήλι
τόσες ζωές περάσαμε μαζί
δεν τον συνάντησα ποτέ
φορούσε μαύρα και γύριζε τον κόσμο
κάθε βράδυ μού έτεινε το χέρι
δεν τον κοίταξα ποτέ
τα μάτια του
τα φοβόμουν τα μάτια του
άκουγα δίνες μέσα τους
φοβόμουν μη με ρουφήξουν
μακριά απ’ τις γνώριμες βρισιές
και το ξερό ψωμί μου

τώρα ξέρω
δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ’ το να περπατάς
κάθε μέρα δυο φορές
τον ίδιο δρόμο

απόψε ο άνθρωπος με το κασκέτο
τα πίνει μόνος του
σ’ ένα παγκάκι στον κόσμο

τώρα το μόνο που φοβάμαι
είναι μη δεν ξανάρθει

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Ταραχή

Να υπερασπιστεί τον εαυτό του’
πάση θυσία
πάνω από όλα
πέρα από όλα.
Ο εαυτός του.
Να γίνει κάποιος.
Ο εαυτός του.
Τον τιμωρεί.
Ασθμαίνοντας με χέρια που τρέμουν.
Εσείς με κατηγορείτε.
Εγώ με κατηγορώ.
Σήμερα, παιδιά, θα μάθουμε τα πρόσωπα.
Η ταραχή στα πρόσωπα,
στα γένη, στους αριθμούς.
Ο εαυτός του.

***

Μεταφυσική ειρωνεία

Κλείνεις τα μάτια και χάνεσαι.
Ποτάμια χωνεύουν την ύπαρξή σου.
Η ομορφιά σε προσπερνάει.

Απλώνεις τα χέρια ν’ ακουμπήσεις
τις φτέρνες τ’ ουρανού.
Η «μεταφυσική» μάς κοροϊδεύει,
παρανοϊκοί εραστές του χρέους στη λογική.

Αυτός ο κόσμος δεν είναι για σένα.
Και αν τον αγάπησες και αν τον πόθησες,
μπορεί απλά να σ’ εξοντώσει.

*Απο το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, Εκδοσεις_των_άλλων, Αθήνα 2016.

Σπύρος Μεϊμάρης, Έφυγα

Είναι αλήθεια πως έφυγα μακριά.
Ηλιόλουστο πρωινά.
Ήρθαν όλες οι οπτασίες, όλες οι μουσικές.
Ησύχασε επιτέλους το στομάχι και το κεφάλι.

Τα τραγούδια με ενέπνευσαν.
Βρισκόμουν κοντά στους λευκούς φράχτες.
Μπήκα στα σε σπίτια και τα θαύμασα.
Στην αρχή ζούσα σε ξενοδοχεία.
Σηκωνόμουν τα πρωινά και περιδιάβαζα
Τους δρόμους.

Ανέσυρα κάθε στιγμή
Καινούργιους θησαυρούς.
Είχα αφήσει πίσω τις αναμνήσεις.
Ζούσα στο παρόν.
Δίπλα στα φοινικόδεντρα.
Επιτέλους στην πατρίδα μου την Αμερική.

Μ’ ένα τραγούδι στα χείλη
Και τον άνεμο στην καρδιά,
Ροβόλαγα στους δρόμους της εξοχής
Όπου βρισκόμουν.
Γνωστές εικόνες έκαναν την εμφάνισή τους
Στο διάβα μου.
Παιδιά έπαιζαν ή καβαλίκευαν ποδήλατα.
Ήμουν κι εγώ εκεί.

*Απο τη συλλογή “Δηλώσεις της σιγαλιάς 1997-2009”, Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ, Αθήνα 2011.

Γρηγόρης Σακαλής, Τραγωδία

Ήρθαν μέρες φαρμακερές
για τη χώρα μας
για το λαό μας
οι άνθρωποι ζουν τη μιζέρια
τη μοναξιά, την αποξένωση
και το χαμόγελο
χάθηκε απ΄τα χείλη
οι λεγόμενοι ταγοί
αποδείχθηκαν ολίγιστοι
ο κόσμος δεν ξέρει που να στραφεί
έτσι νέα φυντάνια εμφανίστηκαν
με ουρά φιδιού
και γοητεύουν αρκετούς
η δυστυχία ξεχείλισε
λείπουν ακόμα και τα χρειώδη
μα κάποιοι ζουν πολύ καλά
κάνουν δουλειές χρυσοφόρες
έχουν τα φώτα της δημοσιότητας
στραμμένα πάνω τους
φύλακες τους φυλάνε
κι όλος ο πολιτικός θίασος
παίζει το δικό τους έργο.

Γιώργος Βασιλακόπουλος, Δύο ποιήματα

τα φιλιά σου
αφανισμένοι ναοί

τα χάδια μου
ορφανές ψαλμωδίες

πέρα
στον χαμηλό ορίζοντα
που τυφλός πια δεν μας κοιτά

ανάμεσα σε λέξεις ψυθιρίζεις
ψιθύρους θανάτου

περιΜΕνω

*

your kisses –
sacked temples

my caresses –
abandoned psalms

and further out
beyond a blind horizon
which no longer returns our gaze

your whisper between words:
a deathly whisper

I wait

***

στο βάθος
το βάθος του κόσμου

ξεχειλίζεις
(σα σκοτάδι μέσα από γαλαξίες
σαν Ιστορία μέσα από καημούς)

βαστώ το ποτήρι
ψιθυρίζοντας τ’ αυριανά

“αργά πολύ αργά
μέσα στη νύχτα” (1)

πιο αργά

μετά

πιο πέρα

μιλάς
τραβώντας τις λέξεις σου

πίσω

(ο ορισμός της ποίησης)

*

in the deep –
the depths of this world

you spill over
(like the darkness from the galaxies –
like History from sorrow)

I hold the bitter glass
whispering to those yet to come

“αργά πολύ αργά
μέσα στη νύχτα” (2)

still later

and afterwards

and even further

speaking
you recoil

(the intention of poetry)

1. Ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Γιάννη Ρίτσου.
2. “Late, very late into the night”: The title of the last collection of poems by Yiannis Ritsos.

*Από το βιβλίο “the pleasure of exile / η ηδονή της εξορίας” (δίγλωσση έκδοση), Owl Publishing, Μελβούρνη 2017. English translation: Peter Lyssiotis.