Ηλίας Θ. Παππάς, Δύο ποιήματα

12:00
(ρόδα. είναι και δεν, γιορτή)

Άξαφνα τα ανάποδα έχουν γίνει κανονικά
και τα εμμέσως πλην σαφώς δεν βγάζουν νόημα.

Οι πράξεις περνούν βιαστικά σε σελίδες
αναποδογυρίζουν
λειψά σώματα παντού μες στις προτάσεις
μάτια δίχως πρόσωπα ή ονόματα
κόμματα λακκούβες, τελείες θρύψαλα στις παραγράφους
του βομβαρδισμένου αέρα.

Μπράτσα, μοχλοί, παξιμάδια, δάχτυλα
ρουλεμάν, κλειδώσεις, λαμαρίνες
στήθη, στοίβες στραβές
μπαταρισμένες
περιμένουν ανήμπορες τις μουγγές πρέσες.

To «ok» δίνεται μεταξύ χοίρων ή μύρων
[κι οι άνθρωποι ολόγυρα πνίγονται στα αμέτρητα κομφετί,
στις εγκαίνιες κορδέλες.]

***

13:00
(«εάν μή έλπηται ανέλπιστου ούκ έξευρήσει»)

Να ’μαι μονομιάς στα κτίρια εργασίας, παντού η ίδια εικόνα:
Σκορπισμένα χαρτιά
γραφεία αναποδογυρισμένα
καρέκλες ρευματικές που τρίζουν
οθόνες καιόμενες και μέσα τους σκιές που χορεύουν
το χορό του ερέβους.

Πάνω τα παράθυρα λιπόθυμα χτυπούν στον αέρα
ενώ κάτω μαύρα στόματα μασούν με βία
χρόνο πολύτιμο
που είχαμε φυλάξει από παλιά για όνειρα.

Οι πόρτες κλείνουν η μία μετά την άλλη
κι οι λάμψεις φτάνουν τόσο μακριά που σκάνε,
πρόωρα
στα αυλακωμένα χέρια της καταιγίδας.

Ακούμε τους κρότους και έντρομοι σπρώχνουμε πίσω
τα παιδιά μας
τα αγέννητα παιδιά μας

Που είναι δυο φορές δικά μας.

*Από τη συλλογή “Οι αρνήσεις μιας ημέρας”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2013.

Μαρία Πανούτσου, Εξ ορισμού ερωτικόν

και εκείνη μίλαγε με τις σκιές,
τις οδηγούσε,
τις έλεγε,
που να γλείψουν,
χωρίς ν’ αφήσουν σημάδια

επί τον τύπον των ήλων
ψέλλισε,
και χωρίς ντροπή,
βύθιζε τα δάχτυλά της,
στην άγνωστη σάρκα

έμοιαζε με κέρινη κούκλα
το σώμα του,
έβγαινε μιας πνοής άκουσμα,
και πάλι ξανά,
από κάθε πόρο

εκείνη, από άγγελος
μεταμορφωνόταν
σε σφαχτό,
σε θυσιαστήριο

ξυπνά η ερημιά και αναζητά,
μια αγκαλιά αιώνια,
μια πίστη,
στο σώμα ακέραιη,
μια φλόγα,
που γεννιέται και πεθαίνει
ευθύς,
με το πρώτο άγγιγμα

ένα κερί με γυροφέρνει,
ζεσταίνει τα σκέλια,
καίει τις τρίχες,
τραβάει τα κόκαλα,
που γίνονται
βουλιμίας τροφή,

είμαι ένα χάδι,
δεν έχω εικόνα,
κανένα είδωλο
δεν με καλύπτει,
μόνο ο αέρας,
που φέρει το όνομά του

αλλά γατί ανησυχώ,
θα έρθει το θεσπέσιο
κλάμα,
να με λυτρώσει,

σαν την βροχή,
μετά από τον βαρύ ουρανό,
έτσι όπως η ξεραμένη γης,
ρουφά άπληστα νερό,
έτσι και εγώ,
θα αναδυθώ,
από τo ίδιο μου τo δάκρυ

ο έρωτας δεν χαρίζεται,
κερδίζεται
με αίμα και ιδρώτα,

παρακαλώ,
κυρίες και κύριοι,
συγχωρείστε με,
δεν θα ξαναμιλήσω,

με λέξεις
πνιγμένες
θα ορθωθώ στη λεωφόρο
της καθημερινότητας

Λίνα Βαταντζή, Ικεσία και ευχή

Μην λυπάσαι!
Η λύπη δεν ταιριάζει
στην όμορφη καρδιά
που φέρεις.
Τα άνθη του μυαλού σου
μόνο ηλιαχτίδες αξίζουν.
Πολλά νερά αλλάζουν
τη ροή του ποταμιού
μα ο προορισμός ένας είναι-
Η θάλασσα.

Μην επιτρέπεις
τα πέταλα της θλίψης
να σε σκεπάσουν.
Τα σύννεφα αλλάζουν μορφή
και ύστερα κλαίνε.
Μα είναι δάκρυ κάθαρσης
και το δικό μου είναι δάκρυ
ονείρου.
Πολύ δυνατή-
Πολύ αδύναμη.

Μην λυπάσαι!
Δεν είναι ήττα
της δύναμης του λόγου σου-
Εγώ είμαι άλλου κόσμου.
Είναι ο σταυρός πολύ βαρύς
για να τον άρω
αόρατο μπροστά σας.

Αν και καυχιέμαι ότι κάνω
νέα αρχή,
η ίδια πάντα μένω.

Μια ικεσία σου οφείλω
και μια ευχή-
Μην λυπάσαι!
Στο πρόσωπό σου
μόνο
χαρές
αρμόζουν.

Πόπη Γιόκαλα, Έρωτας

Ερωτεύομαι ένα άστρο
Μια αυγή
Ένα σύννεφο
Ένα φως που βγαίνει από τη χαραμάδα τής πόρτας
Και ξαφνικά γεμίζει ήλιο το δωμάτιο
Ερωτεύομαι το φεγγάρι που με κοιτά από κει ψηλά
Το ηλιοβασίλεμα που μέσα του χάνομαι και πνίγομαι βαθιά
Τη ζωή που μου χαμογελάει
Το σύμπαν όλο
Για νάχω ένα λόγο να πεθάνω.

Φαίη Ρέμπελου, There’s a killer on the road

θυμάμαι ήταν Πάσχα και μου δάγκωνες την πλάτη
μανταλωμένη η πόρτα, δεν περιμέναμε
άλλος κανένας να ‘ρθει.
Μέσα στη μυστική μας ιεροτελεστία
που ως τελετή δεν θύμιζε
μαύρη η λευκή μαγεία
μόνο ιερή κατάνυξη και θεία αναισθησία.
Ήταν γεμάτη χρώματα η βραδιά
γαλάζια, κόκκινα ανοιχτά και βιολετιά.
Τότε, πριν βγάλουμε το χρώμα απ’ την ζωή μας
και τρέξουμε να σώσουμε μονάχα το πετσί μας,
που ούτως ή άλλως δεν έχει σωτηρία,
είτε μας φάνε είτε φάμε τ’ άγρια θηρία.
Ήταν Πάσχα και το τώρα έφεγγε λαμπρό
Ήταν Πάσχα, μα το μέλλον ανύπαρκτο και ζοφερό.
Μόνο αν παγώναμε για πάντα τις στιγμές μας
θα λυτρωνόμασταν απ’ τις αβάσταχτες πληγές μας.
Ή μήπως είν’ αυτό το νόημα της ζωής;
Αφού αβασάνιστα δεν βγαίνει κι αντιστέκεται η ψυχή;
Το νόημα της ζωής, προπύλαιο του θανάτου
να’ ν’ άραγε να σ’ ετοιμάζει
για τα βαθιά ανάκτορά του;
Ούτε στο πάθος, ούτε στην “αγάπη”
ούτε στην “χημεία”
δεν βρήκα της γαλήνης την απόλαυση
που μου ‘δωσε η γλυκιά αυτή αναισθησία.

*Από την ανθολογία της ομάδας Ο κύκλος Των, γεια, σ’ αγαπώ, αντίο, Αθήνα 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Άκρον Ίλιον Κρυστάλ

Συμβαίνει από καιρού εις καιρόν / να παρελαύνουν φάλαγγες
χειμώνες /
σαν να χειρονομούν τα κύματα κερκίδες / σε κάποιο σώμα
ανοχύρωτο ξηράς /
‘Οταν περνάς τα χρόνια στο νερό / όχι ως ναυτικός / παρά σαν
λάθος σημαδούρα /
έχεις να πεις για τα ναυάγια πολλά.

Σε κάποια άλλη εποχή
Θα είχα βγάλει απ’ το συρτάρι το ψαλίδι
Θα έφερνα στο ύψος μου κλαδιά από μηλιές
Θα έκοβα χορτάρι
Θα έκοβα χωρίς λύπη
Θα γέμιζα μια κίτρινη αγκαλιά την πίσω θέση
Και μετά οδός Δελφών
Θα σκόρπιζα Φθινόπωρο
Κι ένα βάζο θα θέριζε.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Χριστόφορος Τριάντης, Παιχνιδάκια

Πάρτε τα παιχνιδάκια σας
μικροαστοί μου
και κρύψτε τα (προσεκτικά)
στα κρεβάτια σας.
Θα γεννήσουν
μπόλικες ηδονές
για ν’ αντέξετε πλήξη
και ύπαρξη
(έχουν κοινά σημεία).
Και μετά βγείτε στους σωρούς
με τ’ αναθέματα
κι εκεί κλείστε τις βολές σας,
μην τύχει
και τις αδυνατίσουν
οι διαδικασίες
των ρυθμίσεων
και ορφανοί ξετελέψετε
απ’ τον κόσμο,
χάνοντας τα παιχνιδάκια σας,
(σταθερό μέτρο για τις αξιολογήσεις).

Γιάζρα, Σπίτι μου, σπιτάκι μου

Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Σρεμπρένιτσα’
ζυγίζει τόνους σίδερο η μνήμη,
είναι γαλβανισμένη η μνήμη, δεν οξειδώνεται,
πολώνει η μνήμη, ξεχωρίζει τους ανθρώπους:
από δω ο αντάρτης, από κει ο ταγματασφαλίτης,
από δω η μάνα, από κει ο δολοφόνος,
από δω ο εργάτης, από κει τ’ αφεντικό,
από δω εκείνος που λησμονεί,
από κει εκείνος που βομβαρδίζει.
Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα, πολιορκημένη και ξυπόλυτη’
έπεσε γιατί τη λησμονήσαμε οπισθοχωρώντας,
έπεσε γιατί δεν μπορέσαμε να βαστήξουμε τη μνήμη της,
ήμασταν άοπλοι απ’ τα χέρια ως το κεφάλι’
κι έχει η λησμονιά τα ματωμένα γόνατα της ταξικής μας ήττας,
γιατί πριν απ’ τη Σρεμπρένιτσα είχαμε πέσει εμείς,
δίχως πολιορκία, δίχως κανόνια, δίχως πόλεμο.

Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα’
είδα την Ελλάδα να βγάζει τα φρύδια της
λίγο πριν οργανώσει τα τάγματα εφόδου,
λίγο πριν ανέβει στη σκηνή’
τα πλήθη στην πλατεία
χειροκροτούσαν δολοφονίες μεταναστών,
βιασμούς μουσουλμάνων γυναικών,
τη νίκη του πολιτισμού,
τον θρίαμβο της δημοκρατίας,
το πρωτοκοσμικό στριπτίζ.
Είδα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα,
λιπόσαρκα, αμείλικτα,
παιδιά να παίζουνε κρυφτό στα χαλάσματα.
Στρατιώτες με τη γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν’
«όχι, όχι τα παιδιά», φώναξα,
«τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας».
«Τα παιδιά έχουν μολυνθεί απ’ τον χρόνο», μου απάντησαν,
«είναι αργά πια γι’ αυτά».
Ελλάδα, σε βύζαξα αλλά εσύ ποτέ δε μ’ αγάπησες
(όπως τα ναζί παιδιά σου).
Γι’ αυτό λέγε με ξένο’
μ’ έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως,
με μισούνε σαν κι αυτόν, τον καθολικό ξένο.
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος,
ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για τον καπιταλισμό,
είμαι το μαύρο χρώμα της δουλείας,
κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας.
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια,
με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό’
μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτή τη μεταφορά;
Κοροϊδεύω τη μισθωτή εργασία, τη φτύνω όταν γυρνάει την πλάτη,
της κλέβω τα αντίντας της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος,
δεν είμαι σαν κι αυτή’ είμαι πριν από αυτή.
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν απ’ το βάρος της μνήμης,
οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία,
οι σύντροφοί μου θάβονται σε ομαδικούς τάφους,
οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου.
Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι!
Πυροβολισμός,
πυροβολισμός,
πυροβολισμός.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. υποκείμενο 2016.

Agostinho Neto, Δημιούργησε

Δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε με φρόνηση δημιούργησε με δύναμη δημιούργησε με θάρρος
δημιούργησε στον άνθρωπο δημιούργησε στις μάζες
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε πέρα από την βλασφήμια του δάσους
πέρα απ’ τα ξετσίπωτα οχυρά της βάρβαρης πειθαρχίας
δημιούργησε πέρα από το άρωμα των πριονισμένων κορμών
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
εκρήξεις γέλιου πάνω από την βούληση της βίτσας
κουράγιο στην αιχμή της μπότας του φυτευτή
δύναμη στα θρύψαλα των γκρεμισμένων θυρών
πυγμή στο κατακόκκινο αίμα της ανασφάλειας
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
άστρα πάνω απ’ του πολεμιστή
την βαριοπούλα
γαλήνη πάνω απ’ το κλάμα των παιδιών
γαλήνη πάνω απ’ τον ιδρώτα πάνω απ’ τα δάκρυα των συμβολαίων εργασίας
γαλήνη πάνω απ’ το μίσος
δημιούργησε
δημιούργησε γαλήνη με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε ελευθερία στα σκλαβωμένα άστρα
χειροπέδες αγάπης στα παγανιστικά μονοπάτια του έρωτα
ήχους γιορτινούς πάνω απ’ τα κορμιά που πάλλονται λες και βρίσκονται στην κρεμάλα

#Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος
* O Αγκοστίνιο Νέτο (António Agostinho Neto, 1922 – 1979) ήταν επαναστάτης, πολιτικός και συγγραφέας, που υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Ανγκόλας, από το 1975 ως το 1979. Ηγήθηκε του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας (MPLA).
** Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima,2017) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.

Μαρία Αγγελοπούλου, Δύο ποιήματα

8.

Τα μάτια της
αποκεντρωμένα
ίπτανται εικονικά.
Δυσπνοϊκό, το πρόσωπο
οξύ και αφαγία
η οσμή του.

Εμετική.

Το άγγιγμα
βραχυκύκλωμα
κινήσεων, τανάλια.

Το στήθος της.

Μαύρο.

Στέκει όρθιο
τεράστιο και σκληρό
παραγεμισμένο πέτρες, καβούρια και θάνατο.

Δεν είναι στήθος αυτό
ο διάβολος είναι.

9.

Πρόσωπο ωχρό.
Το σώμα
κουβάρι.
Η πλάτη μου αναβλύζει
ιδρώτα
από τον σβέρκο
στον κόκκυγα.
Τα δάχτυλα
στριμώχνονται
χωμένα
κάτω απ’ τα πλευρά μου.
Ρουθούνια
ορθάνοιχτα.

Μπρος-πίσω το σώμα μου.
Το στόμα μουγγανίζει.
Μμμμμ
Γμμμμ

Δίχως μυοχάλαση
χειρουργώ.
Μυρίζει καμένο δέρμα
αχνίζει λίπος
η διαθερμία.
Μια πέτρα από χολή
μια αιμάτινη στάμπα
στο πράσινο σεντόνι.

Εγώ καπνίζω
εσύ μονολογείς

“Πέτρα
απλή πέτρα
είναι”.

*Απο τη συλλογή “η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα, 2016.