Fernando Pessoa, Από τον “Φύλακα των κοπαδιών”

XIIV

Ξυπνάω απότομα τη νύχτα,
και το ρολόι μου καταλαμβάνει τη νύχτα ολόκληρη.
Δεν αισθάνομαι τη Φύση εκεί έξω.
Η κάμαρή μου είναι ένα πράγμα σκοτεινό με τοίχους ακαθόριστα λευκούς
εκεί έξω υπάρχει ησυχία σαν να μην υπήρχε τίποτα.
Μόνο το ρολόι συνεχίζει το θόρυβό του.
Κι αυτό το πραγματάκι με γρανάζια που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι μου
σκεπάζει την ύπαρξη της γης και τ’ ουρανού…
Χάνομαι σχεδόν σαν σκέφτομαι τι σημαίνει,
αλλά σταματάω και νιώθω να χαμογελώ στη νύχτα με τη γωνία των χειλιών
γιατί το μόνο πράγμα που το ρολόι μου συμβολίζει ή σημαίνει
γεμίζοντας με το μικρό του ανάστημα την πελώρια νύχτα
είναι η περίεργη αίσθηση ότι γεμίζει την πελώρια νύχτα
κι αυτή η αίσθηση είναι περίεργη γιατί το ρολόι μου δεν γεμίζει τη νύχτα
με το μικρό ανάστημά του.

XLV

Μια σειρά δέντρα πέρα μακριά, στην πλαγιά του λόφου.
Αλλά τι είναι μια σειρά δέντρα; Μόνο τα δέντρα υπάρχουν.
Η σειρά και ο πληθυντικός δέντρα δεν είναι πράγματα, είναι ονόματα.

Καημένες ανθρώπινες ψυχές, που βάζετε τα πάντα σε τάξη,
που χαράζετε γραμμές από το ένα πράγμα στο άλλο,
που βάζετε πινακίδες με ονόματα στα δέντρα τα απολύτως αληθινά
και σχεδιάζετε παράλληλους και μεσημβρινούς
πάνω στην ίδια την αθώα γη την τόσο καταπράσινη και ανθισμένη!

*Από την ενότητα “Ο φύλακας των κοπαδιών” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, εκδόσεις Gutenberg, 2014.

**Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Στιγμή

Σε χρόνο που δεν ορίζει κανένα ρολόι
οι καταγραφές του μαρτυρίου ξεδιπλώνονται
στις άπειρες σελίδες της προσμονής:
γράφουν την μοίρα μας σκάρτη όπως εκείνη του Λούκιου
και τον σκοπό των ελάτων στος κορυφές του Κόρακα
σκαλιστές ιδιοτροπίες περίτεχνες με θύτες και θύματα.
Σαν τύραννοι θαυμάζουν τους παλιάτσους
που διασκεδάζουν τον Μαγικό Αυλό
μα μένουν αλώβητοι μέχρι να αυτοκτονήσουν.

***

Αχινός

Περιφέρεσαι σε δανεικά όνειρα, προσπαθείς
να συντονίσεις τις διαδρομές που σε κρατάνε ζωντανό:
αυτή που σε σπρώχνει μπρος και την άλλη,
που κρέμονται με μίσος οι αναμνήσεις πάνω σου,
μια που στάθηκες στην άκρη της
και δέκα χιλιάδες που τράβηξες προς τη δουλειά σου,
μια που συνάντησες τυχαία
και άπειρες που ξεχνάς το όνομά σου.
Κινήσεις σε χρόνο αδιάκριτο
και ένα βλέμμα που φυλακίζει,
σημεία φυγής και προβολές καθημερινότητας.
Όλα τα “πρέπει” σε ένα κάρο γεμάτο μπαρούτι, στην ερημιά.
κάθε μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού,
σε ρημάζει.
Δυο πιόνια σκάκι και μια χαμένη αγάπη,
αντικείμενα στο τραπέζι ωχ! να βρουν τη θέση τους,
το φυλαχτό που μου χάρισες εκείνο το ξημέρωμα –
δώσ’ του ρε, ζόρισέ τον, θα στα πει,
ρίξ’ του ανάμεσα στα μπούτια ρε μαλάκα με τη βέργα
που σου έκανα δώρο πέρυσι.
Ρίξ’ του!

***

Η κηδεία του Πολυνείκη

Τα μακροσκελή λογοτεχνικά ευαγγέλια με τα αδιέξοδά τους.
Οι προδομένες μας ζωές και τα λόγια που έχασαν το χρώμα τους.
Οι τυχοδιώκτες με τις μαρμάρινες επιγραφές και τα Decadence ακούσματα.
Οι καφέδες στην Rue de Seine και οι αστοί μέσα μας.
Οι καλοί τρόποι κατά τρόπο απείθαρχο συνηγορούν.
Οι στοίβες βιβλίων γεμάτες από μουχλιασμένα νοήματα εντός πεδίου.
Οι μαριονέτες με το βλέμμα στο κενό κουνούν το δάχτυλο
και οι νεκροί πολιτεύονται.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Η ψυχή και το δοχείο

Όταν αυτό δεν αντέχει πια
εκείνη το αφήνει
σε μια στιγμή μέσα.
Όταν αυτή κάνει να φύγει
αυτό διαλύεται.
Ανισότιμη σχέση θα ‘λεγες.
Στην πραγματικότητα
πρόκειται για έξωση λόγω κατακρύμνισης.

***

Αφιέρωση

Πόσους ρόλους
να υποδυθείς
με μόνο θεατή
ένα κάτοπτρο;
Κι εκείνος
με απαιτήσεις παράφρονες.
Για μια εκδραμάτιση
τεχνικά άρτια
μα ολότελα μονότονη.
Αρνήσου το ρόλο.
Έτσι θα αγγίξεις την αρτιότητα.
Κι αν είναι και μονότονη
δεν πειράζει.

*Από τη συλλογή “Έβδομη μεγάλη”, 2018.

Χρήστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Εγκαρδιότητα

όποιος σου πήρε την εγκαρδιότητα
στάθηκε στο δρόμο σου αφώτιστος

στηρίχτηκε στο πλάι σου ευχαριστημένος
κι έφυγε μια καλοκαιρινή βραδιά
αποχαιρετώντας σε βαριεστημένα

αυτός, να ξέρεις, δεν θα ξανάλθει
ούτε με τις θύελλες ούτε και τώρα που σου γράφω

δεν χρειάζεται να τον θυμάσαι επιμόνως
τον άνθρωπο που ήταν στον κήπο σου αγέρωχο ρόδο,
και ξέχασε να πάρει μαζί του τ’ αγκάθια

δεν θα ξανάλθει αυτός που έχει μείνει

Ο άνθρωπος που σ’ έβαλε ν’ ανεμίσεις
ήταν για σένα ζωή και θάνατος

Τα όνειρα που ζωντάνεψαν άφησαν πίσω τους
μεγάλη νύχτα
Στο πλάι σου τα ερπετά και κάτω η ψυχή σου

Στο ‘πα, δεν στο ξαναλέω,
μην γυρεύεις να σωθείς

Μάρτιος 1996

***

Αυτό

Αυτό που λαμποκόπησε και ύστερα χλευάστηκε
που ‘γινε της μνήμης κουρνιαχτός, του άστρου μου σημάδι

Αυτό, που ειπώνεται σιγά μα δίχως σημασία
π’ εστέρεψε μια νυχτιά που ήλθαν οι βοριάδες
σκεπάστηκε μ’ έναν λυγμό κι εσείστηκε στο τέλος

Αυτό, που είχε όνομα, προσφώνηση δεν είχε
καλημερίζει στα στενά, δακρύζει στα σκοτάδια
πιάνει τη γάτα να κοιτά, τον σκύλο εφιλάει
και στα ψηλά πατώματα τον ουρανό ξεχνάει

Δεν έφθασ’ ακόμη ο καιρός
να τιναχτούμε ολόρθοι

Μάρτιος 1996

Ευτυχία Παναγιώτου, Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες· ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα· αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα σκληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες – των άβουλων – κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
– που σαλτάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

“Από τη συλλογή “Χορευτές”.

Βασίλης Βασιλειάδης, Ποίημα για την Ημέρα κατά του Φασισμού – Ρατσισμού

………………
ακολουθώ τά μονοπάτια
τού Dur
τού Altdorfer\
τού Granach
τού αρχηγού των Blaue Reiter τού Wassily Kandinsky
καί μέ όδηγούν στήν Αποκάλυψη τού Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου
εκεί βόρειοκεντρικά της Εύρώπης στή χώρα τού Ρήνου
τήν αδιόρθωτη
όπου δέν είχαν προλάβει νά σκουριάσουν οί κάννες
καί τά παράσημα τών σαρκοβόρων ηρώων ακόμη αίμόσταζαν
ή φτώχεια καί ή ανεργία σ΄ένα μεγάλο βαθμό φτιαγμένες από τήν Wall street
πού θυμήθηκε νά ζητήσει πίσω τά δανεικά σέ λάθος στιγμή
ξέρασαν άνεστραμμένους ηγήτορες
πού διαυγέστατη ή συνείδηση τού κοσμάκη,
αυτού τού ελεεινού αυτόχειρα,
τούς χειροκροτούσε,
κάτι νευροπαθείς αυστριακούς αυνανιστές
κατ επάγγελμα τσοχλάνια ,χαφιέδες , μαστρωποί και πλαστογράφοι
πού συχναζαν οί αρουραίοι στούς τεκέδες τού Βισμαρκ
εκεί στή Βαιμάρη στήν όδό Δημοκρατίας
ή γειτονιά τελούσε υπό τήν προστασία λαδωμένων μπάτσων καί διεφθαρμένων εισαγγελέων,
η Χαλυβουργία και οί Τράπέζες παληές πουτάνες χεσμένες στο χρήμα
συνέναισαν ευθύφωνα
καί μέ υπόκλιση παραμέρισαν νά άνεβάσει το τσούρμο από τά ρεμάλια τήν υστερία τους
στόν θρόνο
σάν αυλητές καί μπάτλερ ορίστηκαν νά ύπηρετούν τήν εγκληματικότητα τους μπρούμυτα
οί λιγούρικες φάρες τών φόν
από ντάν παπανταμ φερέγγυοι και γνωστοί γλύφτες της κωλοτρυπίδας
οί πορφυρογέννητοι.
Η δυστυχία τών Ανθρώπων ό κάθε εκκλησιαστικός Θέός
πού σάν γνήσιος ανελέητος

14

δέν σέβεται όσιο άνθρώπινο καί ίερό ζωής
καταντημένος από τούς επίγειους διαχειριστές του σέ ξεφτιλισμένο ρουφιάνο τής εξουσίας
ιεροποίησε καί ευλόγησε τά εκτοπλάσματα και τίς ξιφολόγχες τους
σέ τελετουργία φαντασμαγορική τού έκκλησιαστικού άθλήματος
μέ τόν Χριστό τού Βατικανού αρχιερέα χρυσοστόλιστο
μέ συνλειτουργούς ένστολους εκπροσώπους τού ύπερβατικού
μέ όλους τούς τίτλους τής γελοίας ύπερθετικής άγιότητας
άλλοτριωμένους σέ μακαριότατους καί σεβασμιότατους διαχειριστές τού μύθου του
πού ξέχασαν ότι τό ιερό δέν μπορεί νά είναι πανηγυρικό
μέ δεξιό ψάλτη τήν Νομιμότητα
μέ διακοσαριά εξαπτέρυγα καί καντηλανάφτες
ανάμεσα τους διακρίνω τόν έβραίο Μαξ Νόρνταου νά κρατά τήν φανφάρα Εκφυλισμός,
τόν Τρόστ,
τόν αρχιτέκτονα Παουλ Νάουμπουργκ νά σχεδιάζει τήν Τέχνη καί Φυλή,
τόν αισθητικό Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ,
τήν κουφάλα τόν κόμη Μπαουντισιν διευθυντή τού Μουσείου τής Volkswagen στό Εσσεν
τόν Ούντο Βέντελ,
τόν Καρλ Λαιμπολντ
τόν Αντολφ Βισελ
τόν Ζέπ Χίλτς
τόν Φριτς Κλίμς
τόν Ρούντολφ Μπέλινγκ,
τόν Τόρακ
τόν Αρνό Μπρέκερ
τούς εκατόν είκοσι Ατάλαντους
νά υψώνουν τήν διαμαρτυρία γιά τόν παραγκωνισμό τους από τήν ξενόφερτη μοντέρνα Τέχνη
κι άλλα ξεφτίδια κι ανέραστους πολλούς,
στόν πανηγυρικό τής τελετής κάποια από αυτές τίς σεσημασμένες γελοιότητες
ευχαρίστησε τήν Wall street γιά τό κράχ της,
τούς βουλευτές γιά τήν ψήφιση τού γονατισμένου Συντάγματος τής Βαιμάρης
έθεσε ερήμην του τόν Φρίντριχ Εμπερτ υπό τήν αβρόφρωνα προστασία τού ίμπέριουμ
γιά τό λάθος του νά πνίξει στό αίμα τόν ξεσηκωμό τών Σπαρτακιστών
ρίχνοντας στά πόδια τής δολοφονίας νικημένους
τήν Ρόζα Λούξεμπουργκ καί τόν Κάρλ Λίμπκνεχτ
καί στόν έπίλογο του τό φρικιό διεγερμένο έξέφρασε τήν χαρά του γιά τόν θάνατο
τού Γκουσταβ Στρέζεμαν,

15

μετά τράβηξε ό συρφετός τής ανθρωποφαγίας γιά τήν δεξίωση κεκλεισμένων τών θηρών
στήν Reichstag πού τήν είχαν μετατρέψει γιά τήν περίσταση σέ μπουρδέλο
έγινε χαμός σέ αυτό τό πάρτυ τών λούμπεν
στά θεωρεία τών επισήμων τής NAZI and Co
όλοι οί τζογαδόροι τού κέρδους παρόντες
λιώμα στήν ικανοποίηση από τήν φιέστα ή στυγνή τους διάνοια
προσκεκλημένοι τών μιασμάτων
ό πρόεδρος τού εκδοτικού κολοσσού Bertelsmann ό Heinrich Mohn
είχε εκδόσει ό παρακεντές όλη τή προπαγανδιστική τους φρενοβλάβεια
κουνούσε θριαμβευτικά τό αντίτυπο τής τελευταίας έκδοσης
Αποστείρωση καί Ευθανασία.Συμβολή στήν εφαρμοσμένη Χριστιανική Ηθική”
στά τυπογραφεία του εκεί στή Λιθουανία καί τή Λετονία
δούλευαν νυχθημερόν μέ κόστος μηδέν
σκλάβοι Εβραίοι φερμένοι από τά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
εκεί καί ό Hugo Boss ό ράφτης
αυτοθαυμάζεται γιά τήν κομψότητα τών στολών τών Ες-Ες
καί τής ναζιστικής νεολαίας
πού τίς έραβαν εκατόν σαράντα εβραίοι υπάνθρωποι
επιδέξιοι τεχνίτες τής ψιλοβελονιάς,
αλλά καί ή IBM είχε τήν τιμητική της στά θεωρεία
αφού ή μεγαλοφυία της στήν τεχνολογία
εφοδίαζε μέ αυτόματα συστήματα τά στρατόπεδα θανάτου
καί άλλα γρανάζια σπουδαίας χρηστικότητας
πού εντόπιζαν τούς βρωμερούς εβραίους στήν επικράτεια,
καταμεσίς τής επίσημης χρηματοδότησης τής Ουνίας
ή μεγάλη G Farben
μέ τίς δύο θυγατέρες της τήν Bayern καί τήν Agfa
καταστόλιστη μέ τή δόξα τού μεγάλου χορηγού τών δολοφόνων
δέν είναι παίξε-γέλασε αυτή ή δωρεά
ογδόντα ένα εκατομμύρια μάρκα καί χιλιάδες τόνοι πετρελαίου
γιά τίς ταχυκίνητες ερπύστριες τού χασάπη
πού λυώναν μέ μανία τίς αθώες τίς ζωές
ουρλιάζοντας χάιλ,
ευνοημένη από τήν αληταρχία
γιατί διευκόλυνε τούς χειρονάκτες τής μαύρης πανούκλας νά παράγουν εύκολα καί γρήγορα
θάνατο μαζικό στούς θαλάμους αερίων μέ τό Zyklon-B

16

κρατούσε εργοστάσια δίπλα στήν κόλαση τού Αουσβιτς
καταγραμμένοι τριακόσιες εβδομήντα χιλιάδες
δούλοι εβραίοι καί άλλοι
πού εξοντώθηκαν μέσα σέ αυτά,
δίπλα της ή κορούλα της ή Bayern
ό εκνευρισμός της εξιστορεί τό πώς καί τό γιατί
στό τελευταίο της φαρμακευτικό πείραμα
πέθανε όλη ή παρτίδα τών εξακοσίων εβραίικων υποκειμένων
πού είχε παραγγείλει από τό Άουσβιτς
καί πλήρωσε μετά από παζάρι σκληρό εκατόν εβδομήντα μάρκα τό κεφάλι,
χαιρέκακα ομολογεί πώς παρήγγειλε νέα παρτίδα υπανθρώπων,
δέν μπορώ νά κάνω κι αλλοιώς,μουρμουρίζει ή γκρίνια της
αφού τά πειράματα πρέπει νά συνεχιστούν,
στήν παρέα καί ή ομογάλακτη BMW
αυτός ό πρώιμος φανατικός τού ναζισμού ό Guenther Quant
μέλος τής κομματικής τσακαλαρίας τών λούμπεν ισχυρό,
ή λαιμαργία του του οσμιζόμενη αίμα καί κέρδη τρανταχτά
γρύλλιζε σάν τό πεινασμένο σκυλί πού τού παίρνουν τό κόκκαλο,
εξέχων οπλοπάροχος τής δολοφονικής μανίας
πού μέ τά φυσίγγια,τά μυδράλια καί τούς όλμους του
μόστραρε σαρωτική
καί λοιμική καθώς ήταν
δέν άφηνε τίποτα άπαρτο καί ζωντανό στόν κόσμο,
πενήντα χιλιάδες σκλάβοι εβραίοι,ρομά,ομοφυλόφιλοι,μπολσεβίκοι
καί αιχμάλωτοι πολέμου
φρόντιζαν γιά τήν αδιάκοπη παραγωγή τού ατσαλιού καί τής φωτιάς
καί όσους από τούς δούλους τούς παρατούσε ή δύναμη καταμεσίς τής βάρδειας
εκεί στό εργοστάσιο τού Ανόβερου,
τούς έσερνε άρον άρον ή υστερία τού Guenther Quant
θεωρώντας τους ένοχους ώς αρνητές τού δόγματος Arbeit macht frei
σέ χώρους ειδικούς γιά εκτελέσεις
καί ξεμοναχιασμένοι καθώς ήταν
ανεμπόδιστος τούς αποτελείωνε μαζικά καί μέ διαδικασίες συνοπτικές,
ή AUDI ναζιστόπληκτη
καμάρωνε σάν πουλάδα πλουμιστή
χαχάνιζε μέ τούς προσκεκλημένους ή έμμισθη παλλακίδα τής υστερίας

17

δέν έλεγε όχι στή δολοφόνα οπλουργία
είκοσι χιλιάδες ριγωτούς σκλάβους είχε πάρει πεσκέσι από τό καθεστώς
οί περισσότεροι γάλλοι κρατούμενοι
εξακόσιους ογδόντα οκτώ από τούς αλυσωμένους,
τούς πιό ωχρούς,
τούς έστειλε ασυζητητί γιά σφάξιμο στό Φόλσενμπούργκ.
παραδίπλα τό γερμανικό υποκατάστημα τής Kodak
θανατοδίαιτη καί έμπειρη στό κέρδος ή αμερικάνα
μέ δούλους στή δούλεψη της προμήθευε μέ σκανδάλες,πυροκροτητές
κι άλλα ελατήρια
τίς μεραρχίες τού εγκληματία,
αυτές τίς νεοπλασίες γεννημένες από τήν μήτρα τής τάξης τών άψωλων ρεμαλιών
πού φιγουράριζαν περήφανες μέ βήμα χήνας οί λαίλαπες θανατικού καί αίματος,
δέν μπορούσε νά λείπει από τήν φιέστα ή DAIMLER-BENZ ή αριστοκράτισα,
αφού οί εξήντατρείς χιλιάδες εξακόσιοι δέκα σκλάβοι εβραίοι
φρόντιζαν στά εργοστάσια της τά αυτοκίνητα τών Ες-Ες
καί κατασκεύαζαν εξαρτήματα γιά τόν στρατό καί τό ναυτικό τής λαίλαπας,
σέ κατάσταση οργασμική από τά κέρδη της ή DEUTSCHE BANK
μόλις είχε αγοράσει μισοτιμής τέσσερεις χιλιάδες τετρακόσια σαράντα έξι κιλά χρυσού
από τήν Reichsbank,
άλλα σέ πλάκες καί επτακόσια σαράντα τέσσερα κιλά από αυτά
σέ δόντια καί τιμαφλή
πού είχε συγκεντρώσει μέ επιμέλεια ένα ελλεινό τσογλάνι Ες-Ες ό Bruno Melmer
ό στοματορύχος τών εβραίων στά στρατόπεδα τής τελικής λύσης,
μέ τέτοια κερδοφορία,δέν είναι νά αναρωτιέται κανείς,γιατί δάνεισε πρόθυμα στήν παράνοια,
τόν καλλίτερο πελάτη της ,νά χτίσει τό Άουσβιτς,
νά καί ή κραταιά CHASE BANK
μέ τό σημερινό όνομα JP MORGAN CHASE
αμερικάνα κι αυτή από τό σόι τού JP Rockefeller
επικύρωνε ή παρουσία της τήν στενή της φιλία μέ τήν αιμοσταγή πορνογραφία,
από τά πρώτα κιόλας γενέθλια τής δολοφονικής ρεμαλοσύνης
πολύ πρίν αρχιδοπιάσουν οί αρουραίοι τής μπυραρίας
κι ανέβουν τά σκαλιά τής Reichstag χάρι στίς ανεκτικότητες καί ελευθερίες τής δημοκρατίας
οί δημόσια δηλωμένοι εχθροί της,
τούς έστελνε κάτι δωράκια χρηματοδοτήσεις
γιά νά βακχεύεται ή λαγνεία τής ταλαντούχας επιστημοσύνης τών ναζιστών

18

μέ τήν ολοαίματη ευζονική,
κι αργότερα από τό 1936 μέχρι τό 1941
μέ τήν αγωνία της έκδηλη μήπως ή εκκόλαψη τού φιδιού σταματήσει
καί δέν μπορέσει τό έμβρυο εξ αιτίας βαρειάς αναιμίας οικονομικής νά σπάσει τό αυγό
διαμεσολάβησε μέ τό αζημίωτο
-τσέπωσε ένα εκατομμύριο δολλάρια καί κάτι ψιλά μεσιτικά ή κουφάλα-
γιά μία γερή γιά τήν εποχή της μετάγγιση αίματος στά σπλάχνα τού έμβρυου,
είκοσι εκατομμύρια δολλάρια δάνειο από τίς αμερικάνικες τράπεζες,
αλλά ούτε πού διανοήθηκε νά σταματήσει σέ αυτά,
τσακάλι τής κερδοφορίας μέ διασυνδέσεις δυνατές
μετά τόν προπηλακισμό τής ανθρώπινης ύπαρξης από τόν αγριεμένο εγκληματία
τή Νύχτα τών Κρυστάλλων,
εκείνο τό παρανάλωμα
πού έστησε ό Γκέμπελς ό προπαγανδιστής
χέρι-χέρι μέ τήν συνειδητή αφωνία τού καταντημένου γερμανικού λαού
-είναι αλήθεια πώς σέ συνθήκες ιστορικές
όλόκληροι λαοί μπορεί νά μεταλλαχτούν σέ όχλους αποκτηνωμένων πλασμάτων –
λίγες ώρες μόνο παραφροσύνης έφτασαν
γιά νά καούν χίλια σπίτια
επτάμιση χιλιάδες βιοποριστικά καταστήματα καταστράφηκαν
καί τριάντα χιλιάδες εβραίοι μέ τό περιβραχιόνιο τού υπανθρώπου
στάλθηκαν γιά καύση μαζική στά στρατόπεδα θανάτου,
δέσμευσε λοιπόν χωρίς καμμία τύψη ή CHASE BANK
όλη τήν αποταμίευση τών εβραίων τής Γαλλίας,
πού παραπλανημένοι από ελπίδα αδιέξοδη πίστευαν πώς θά τούς σώσει από τόν θάνατο
ό ήρωας τού πρώτου μεγάλου πόλεμου ό δοσίλογος τώρα Πετέν,
καί τή δώρισε στόν κανακάρη της τόν Μινώταυρο
γιά νά κρατηθεί ακμαίο τό καταχθόνιο τερατόμορφο
μέ τροφή πολύτιμη μάρκας γαλλικής JUIF
ώστε νά μπορεί νά βγάζει τό άχτι του γονατίζοντας μέχρι θανάτου τούς JUDEN τού κόσμου
σχίζοντας στά δύο τήν οντότητα τους
καί τρώγωντας μέ γρυλισμούς κτήνους τά καταχυμένα εντόσθια τής ύπαρξης τους,
ή νεόπλουτη από τό Ντητρόιτ ή FORD
χαιρόταν πού τήν τύλιξε μέ τήν θαλπωρή της ή ναζιστική λαίλαπα
γιά τήν ρατσιστική της ιδιοφυία
πού δήλωσε τήν αναπηρία της μέ τήν παραλογία

19

“Ο Διεθνής Εβραίος Πρώτο Πρόβλημα στόν Κόσμο”.
καμάρωνε έχοντας κρεμασμένη αυτή τήν τιμή στό πέτο τού κοστουμιού της
τόν Μεγαλόσταυρο τού Γερμανικού Αετού
καί τίς τσέπες της γεμάτες πλούτο,
λένε πώς ένα στά τρία από τά μηχανοκίνητα τού εγκληματία
τά κατασκεύαζε μέ ταχύτητα απίστευτη στά εργοστάσια της,
έμπειρη στόν θηλασμό κερδοφορίας ή Siemens
αυτή ή υπέρθερμη οπαδός τής λοιμικής τού ναζισμού
μέ τήν τεχνολογία της προπουλημένη στό βαμπιρικό Νεόπλασμα,
παραπονιόταν στήν ασφαλίστρια τού κολαστήριου τού Αουσβιτς
καί τών Ες-Ες θανατουργών γιά τόν κίνδυνο τυχόν βραχυκυκλώματος από υπερκόπωση,
τήν Allianz,
γιά τήν μεγάλη δαπάνη καθαριότητας τών εργοστασίων της
αφού τό αίμα πού άφηναν πίσω τους οί υπάνθρωποι εβραίοι στή παραγωγή τής μηχανουργίας
ήταν καθημερινά πολύ,δύσοσμο καί μολυσμένο,
όλοι αυτοί οί διαπρεπείς χορηγοί τής τερατουργίας
απολάμβαναν μέ μειδιάματα ικανοποίησης καί αναφωνήσεις θαυμασμού
τήν σύψυχη διασκέδαση τής ανθρωποφαγίας τών λωποδυτών στό πόντιουμ
πού μουσκεμένοι στόν ίδρώτα,μέ φωνήεντα έπαρσης
μέ όργασμούς ανείδωτους καιί όμαδικούς
βίαζαν ανελέητα καί ηχηρά γιά ώρες πολλές ,μέχρι θανάτου,
τήν πανέμορφη Δημοκρατία καί τίς Ελευθερίες
σε παράταξη κύκλου οί καννίβαλοι ,
καταμεσίς αυτές γονυπετείς είχαν διαταχθεί σε πεογλυψία,
μετά τίς εκσπερατώσειςτους,ευτυχώς ελάχιστες,αφού οί περισσότεροι άψωλοι,
ξαναμμένοι τίς έσυραν στό πάτωμα
κατά τήν μεριά τών ούρολάγνων καί κοπρολάγνων τής παρέας
λουσμένες στήν ουρίνη καί γεμάτες κόπρανα
αυτές παρέμειναν αναλλοίωτες μεγαλοπρεπείς στήν όμορφιά τους
κι αυτό τούς εξόργιζε περισσότερο
τόση μάζα βιασμού καί κανένας σπασμός υποταγής
τότε τίς σπρώξανε πρός τούς σαδιστές
καταματωμένες από τό μπουρίνι τού μαστίγιου τίς πηδούσαν απανωτά μέ τά γλόπς
καί χάραζαν στά στήθια τους σβάστικες
παρότι σακατεμένες από τίς αθλιότητες τού μίσους
ανίκητα τά μάτια τους τούς καταργούσαν τούς αιματοδίαιτους
κι αύτό τούς φρένιασε καί τούς λύγισε

20

τελευταία τους ελπίδα τό τάλαντο γιά ανθρωποφαγία τών ρασοφόρων
πού είχαν αρχίσει νά κωλοπαίρνονται μεταξύ τους οί λεχρίτες
τίς πέταξαν μπροστά στά καθαρόαιμα τής ίεροποιημένης βαρβαρότητας
εδώ καί αιώνες ό Σταυρός τους σεσημασμένος αλλεργικός στίς αντιρρήσεις
καί στούς αστάθμητους παράγοντες πού χαλούν τήν Τάξη
έγινε ξιφολόγχη πού διψούσε γιά αίμα
καί τίς εσχισε ζωντανές στά δύο
πέσανε επάνω τους αλλαφιασμένα τά σαρκοβόρα
ξερίζωσαν πρώτα τίς καρδιές καί μετα τά σπλάχνα τους πού άχνιζαν ανυποταγή,
το μυαλό καί τούς νευρώνες τους τά έφαγαν με λαδολέμονο
γαυγίζοντας τό Δόξα εν Υψίστοις
τό αίμα τους τό ήπιαν Μετάληψη στά αγιασμένα τους δισκοπότηρα
συνουσιάστηκαν μέ τά λείψανα τους οί νεκρόφιλοι
καί στό τέλος ή φρενίτιδα τής θρησκειοποιημένης Χριστιανοσύνης τους
τίς έκοψε σέ λωρίδες καί τίς πέταξε στά σκυλιά.
χτυπούν τά τύμπανα τή σύρραξη
ό τελετάρχης αναγγέλει τήν αλαζονία τής παλιγγενεσίας
τά τσακάλια παρουσιάζουν τίς ενατενίσεις τους γιά τό μέλλον,
παθολογίες καί κίτς ακαταμάχητα,
όλοι τους απόφοιτοι τής Ιατρικής Σχολής τού Αλτ Ρεσέ
μέ τήν ακαδημαική προμετωπίδα
“Ο Ναζισμός είναι εφηρμοσμένη Βιολογία”
κραδαίνουν μέ περηφάνεια τά διπλώματα τής ειδικής ιατρικής αγωγής
οί κανακάρηδες τής ναζιστοφροσύνης,
ή ευφυία μέ λοβοτομημένο τό ανθρώπινο από τήν υστερία
παρουσιάζει τόν ζήλο της γιά ανελέητη επιστημονοσύνη,
λικνίζονται οί ταλαντούχοι αυτουργοί τού θάνατου
μπροστά από τό αρχοντολόι τών θεωρείων,
πρώτη ομάδα οί άνδρες γιατροί τής αεροπορικής ιατρικής έρευνας,
φαλλικό τό κύρος τών οραμάτων τους παρελαύνει ντυμένο στή τρίχα
πηλήκιο τών Ες Ες,άσπρες ποδιές κολαρισμένες καί τό εκθετικό αποτύπωμα τής νοσηρότητας
τό περιβραχιόνιο μέ τόν αγκυλωτό σταυρό,
καί κάτω από ένα τέτοιο ανδρισμό κάπηλο αλυχτάει κρυμμένη ή θηλυκότητα,
ζαρτιέρες κόκκινες,στηθόδεσμος μαυροκόκκινος,κυλωτάκι μαύρο δερμάτινο
μέ τήν οπή διευκόλυνσης τής πεοφιλίας ακριβώς στήν ευθεία τής κωλοτρυπίδας τους,

21

ξωπίσω τους οί βαστάζοι εβραίοι έσερναν τήν τεράστια δεξαμενή μέ νερό παγωμένο
οί δεσμοφύλακες έριξαν μέ βία μέσα δύο σκλάβους παλληκάρια
κι αμέσως άρχισε ή χρονομέτρηση μέχρι τή στιγμή τού θανάτου τους,
επιφωνήματα σαλεμένου θαυμασμού καί ηδονής ασύστολης από τούς επισήμους τών θεωρείων,
όσο πάλευε τό νοστάλγημα τού παγωμένου σώματος έστω καί γιά μικρό μέλλοντα ζωής
τόσο οί φωνές στά θεωρεία γινόταν οργασμικές,
παίρναν καί δίναν τά στοιχήματα γιά τόν χρόνο αντοχής τών σκλάβων στή δεξαμενή
αλλά απροσδόκητα τέτοια ιατροσύνη τσακάλι αδίστακτο
λίγο πρίν πεθάνουν
θέλοντας νά εκταμιεύσει αποτελέσματα από τό πείραμα
τούς άνοιξε χειρουργικά τόν θώρακα καί τό κρανίο
γιά νά διαπιστώσει ή περιέργεια της άν ή έλλειψη οξυγόνου δημιουργεί φυσσαλίδες στά όργανα
ούρλιαζε ή απογοήτευση τού θεωρείου γιά τήν απροειδοποίητη ακύρωση τών στοιχημάτων,
αφού κόπασε τό σάστισμα στήν αίθουσα
ξεκινάειτό δεύτερο νούμερο τής εντελώς σαλεμένης νοσολογίας
οί σκλάβοι τρία ζευγάρια δίδυμοι
βουβοί καί φοβισμένοι
αφού άφησαν μέ προσοχή στό πάτωμα τόν θάλαμο υψηλής πίεσης
διατάχθηκαν ό ένας τού κάθε ζευγαριού νά σπρώξει χωρίς λύπηση τόν πανικό τού άλλου μέσα στό κουτί
στήν αίθουσα διαχέονται οί επιβλητικές νότες τού Βάγκνερ
οί μπάτλερ γεμίζουν τά ποτήρια τών επισήμων τού θεωρείου μέ σαμπάνια,
ό Ες-Ες αποφασισμένος κι ατασαλάκωτος
σφραγίζει τήν πόρτα
-ή μουσική σέ παροξυσμό-
πατάει τό κουμπί
καί σέ λίγα δευτερόλεπτα
νά τό θαύμα! τής ανθρωποφάγας επιστημοσύνης
γεμίζει συνθλιμένο θανατικό ό θάλαμος,
ποτέ μά ποτέ
ή αθωότητα δέν μπόρεσε νά κρατήσει κανέναν ζωντανό
μέ καταργημένη τή δικαιοσύνη από νομιμότητες τέρατα
ή ολομέλεια τού θεωρείου πέταξε δυνατά τά επιφωνήματα θαυμασμού
πρός τή μεριά τών αδίστακτων πειραματιστών
πού ή ευφυία τους έχοντας σκουπίσει μέ τάκτ τό αίμα πού μόλις είχε πιεί από τά χείλη της
υποκλίνονταν γεμάτη ηδονή μπροστά στά χειροκροτήματα πού τήν ανυμνούσαν,

22

λαμπάδιασε ό ενθουσιασμός
ή τρισάθλια ολομέλεια τού εξώστη καυλωμένη από τά επιτεύγματα πού χορηγούσε
βγήκε από τήν θερμοκοιτίδα τού πρωτόκολλου
ξεγυμνώθηκε τήν σεμνοτυφία της πετώντας τά εσώρουχα στό πάτωμα
αλαφιασμένοι καί οξύφωνοι στά αχ
γαμιόταν μεταξύ τους ασύστολα
δέν έμεινε τίποτα άπαρτο σέ αυτή τήν ομοφυλική βακχεία τών παλίνδρομων ωθήσεων
άδειαζαν οί σπερματόρροιες μέσα σέ ανοιχτά στόματα καί στίς ανατριχιασμένες από τό σχίσιμο κωλοτρυπίδες,
ενώ οί μπάτλερ δέν προλάβαιναν νά αδειάζουν τίς σαμπάνιες επάνω στή γύμνια τών σωμάτων
καί ή ορχήστρα έπαιζε μέ πεντάγραμμο εκστασιασμένο,
άπληστη ή υστερία τους διέταξε τσιριχτά τήν ένστολη βαρβατίλα νά τούς προσφέρει επιπλέον πεοθηλασμούς,
παρατεταγμένη μία διμοιρία ολόκληρη σέ στάση προσοχής ξέμεινε από σπέρμα
μετά τά απανωτά κατά βούλησιν χυσίματα
στά πρόσωπα καί στίς λαρυγγικές καταπόσεις,
ένα τερατόπλασμα βαρβαρικό στολισμένο μέ συρίτια καί παράσημα
μέ τσιτωμένο τό λαρύγγι γρύλισε τήν λήξη τών υποτροπιασμών τού πάθους
καί τήν επαναφορά τών εκλεκτών τού θεωρείου στήν τάξη,
κόπηκαν μαχαίρι τά χαχανητά τής χορτασμένης απόλαυσης,
αναγγέλεται σέ τόνο επίσημο τό ιδιοφυές ολοκλήρωμα τής δολοφονικής κακουργίας
ή Γιουάννα Μπόρμαν καί ή Χίλτεργκαρτ Λέχερτ,
σαλεμένες πρωτοκόρες στό Αουσβιτς καί στό Ράβενσμπουργκ
κρατώντας τά σαρκοβόρα λυκόσκυλα,
τό μίσος τής παραφροσύνης τους μέ θυμηδία πού έσταζε αίμα
έσυρε στήν αίθουσα τρείς σκλάβους ολόγυμνους
καί τούς ανάγκασε νά πιούν τό καταπέτασμα νερού θαλασσινού,
μετά χρονομετρησαν τό όριο αντοχής τών σκλάβων μέχρι τόν θάνατο,
τέλος τούς μαστίγωσαν πεθαμένους μέχρι νά ματώσουν
καί μέ ορθωμένο τό τρίχωμα τά σκυλιά ξέσκισαν τίς σάρκες τους
γρυλλίζοντας μαζί μέ τ΄αφεντικά τους αγριεμένη ευχαρίστηση,
αμέσως μετά
ακολούθησε ή επίδειξη εργασιακών ικανοτήτων τών απόσταγμάτων τής Λοιμικής,
ή Χέρτα Μπόζε μέ φημισμένο τόν βίο καί τή πολιτεία της στό Στούτχοφ
μαζί μέ τήν Γουάντα Κλάφ τήν μαρμελαδατζού
έσυραν αλυσοδεμένους από τόν λαιμό δύο σκλάβους

23

καί ό σαδισμός τους τούς χτυπούσε μέ τό μαστίγιο μέχρι νά πεθάνουν,
ή Ντοροτέα Μπίντς μέ τήν μαθήτρια της τήν Ελίζαμπέθ Φόλκενρατ
χτυπημένες καί οί δύο από ανήκεστη φασιστοβλάβεια
σύρανε γυμνές τίς γυναίκες σκλάβες μέ τά βρέφη καί τά παιδιά τους τά μικρά στήν αίθουσα
κι αμέσως πιάσανε δουλειά τά φρικιά,
μέ τά καλοακονισμένα τσεκούρια τους επ’ ‘ωμου
ξεκίνησαν νά τεμαχίζουν χωρίς προσχεδιασμό τίς γυναίκες ζωντανές
γέμισε ό τόπος μέ σπαράγματα πόνου καί ουρλιαχτά θανατικού,
ή αθωότητα τών παιδιών δακρυσμένη από τόν φόβο
έτρεχε νά χουγιάσει έστω καί γιά μιά στιγμή σέ στοργή μητρική
πού σπαρτάριζε ξεψυχώντας
μά είναι πάντα ή κραυγή τού θύματος τό ψυχοτρόπο
πού εκστασιάζει τήν κτηνωδία τού βασανιστή,
γι αυτό αλαφιασμένες τά τεμάχιζαν κι αυτά,
καθώς σφιχταγκάλιαζαν τά ξεκοιλιασμένα κουφάρια τών μανάδων τους,
ανήκουστη ή κτηνωδία
όταν ή αθωότητα αφύλαχτη γίνεται λίμνη αίματος,
αφού μαζέψαν βιαστικά τά κομμάτια τών ανθρώπων στά τσουβάλια
μέ μειδίαμα ικανοποίησης πού φέρνει ή άψογη εκτέλεση τού καθήκοντος
χαλάρωσαν τά όρνια σέ στάση στρατιωτικής ανάπαυσης,
ή Αλις Ορλόφσκι καί ή Ρούθ Νόιντεκ
κτήνη φημισμένα στό άθλημα τής ακρίβειας δολοφονικών χτυπημάτων
ή έπαρση τους μέ τόν βηματισμό τής χήνας μπροστά
καί πίσω οι δεσμοφύλακες σέρνανε καμμιά δεκαριά γυναίκες σκλάβους,
ή Ορλόφσκι στοίχισε πέντε από αυτές
καί τίς σακάτεψε μέ τό μαστίγιο χτυπώντας ακριβώς στά μάτια τους,
ή Νόιντεκ στήθηκε απέναντι από τίς υπόλοιπες
καί μέ φτυάρι σάν λεπίδι κοφτερό τίς έσφαζε μία-μία χτυπώντας τες στό λαρύγγι,
έσκουζε ενθουσιασμό τό θεωρείο
κάποιος από αυτούς συγκινημένος από τή θηριωδία σηκώθηκε όρθιος
καί ό λόγος του επαινετικός απευθύνθηκε στά θηλυκά καθαρόαιμα τής βαρβαρίας
“εσείς δοξασμένοι δολοφονοπάροχοι
σάς θαυμάζουμε γιά τήν ξηρότητα τού μυαλού σας
πού αναπόφευκτα γεννάει τόν λαικισμό,
αυτόν τόν υπέροχο άπλοικό τρόπο σκέψης πού ταυτίζει τά δικά μας ολοαίματα θεωρήματα
μέ τήν πραγματικότητα τής ζωής

24

καί ό κατατονικός φανατισμός του προσπαθεί νά βάλει τόν υπέροχο σκοτεινό κόσμο μας
στή θέση τού πραγματικού,
θαυμάζουμε τήν αφοσίωση σας στό ανθρωποφάγο μας όραμα
μέ εργαλείο εσάς,τούς απλοικούς ,μικρονοητικούς ανθρώπους
πού σαλεμένοι από τήν αδυναμία σας νά εξηγήσετε τά πώς καί τά γιατί τής κατάντιας σας
άν καί δολοφόνοι στυγνοί θεωρείτε τόν εαυτό σας αθώο
αφού ή δολοφονία γιά σάς είναι απλά ή άψογη εκτέλεση διαταγών
τού δημεγέρτη κοσμοδιορθωτισμού μας
τής τελευταίας σας ελπίδας,
πού ή λύσσα του μέρα νύχτα μοχθεί νά πετύχει τήν πολυποθούμενη Τελική Λύση,
νά ξεμείνει ή ζωή μιά γιά πάντα από τίς ομορφιές της
τόν ανθρωπισμό καί τήν ελευθερία,
τέτοια λούμπεν κτήνη, αστόχαστα, σάν εσάς,
αρρωστημένους από τήν απλοικότητα φυσιολογικούς πολίτες
πού ξεγέλασε τή ζωή σας τό σύστημα,
αρουραίοι παραχωμένοι στή σιωπή από τή δυναστεία τής κανονικότητας,
πού βγήκατε από τά σκοτεινά λαγούμια τής αθέλητης ανυπαρξίας
αφρίζοντας μίσος καί εκδίκηση τυφλή γιά τά αδιέξοδα σας
χρειάζεται ή ανθρωποκαπηλία μας,
κατασυγκινημένος σάς λέω
μπράβο”
ό κτηνώδικος ζήλος τής Γιουάννα Μπόρμαν καί τήςΧίλτεργκαρτ Λέχερτ
υποκλίθηκε κατά τόν κώδικα καί έφυγε…

*Τό κομμάτι είναι από τό long poem FUCK OFF.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

Να σώπαινες το αίμα

Έλατα ριζώνουν σε ραγισμένο νερό
η φλούδα τους απλώνει κύματα στο δέρμα

όρθια σε τρύπα που χάσκει
απλώνω σπασμένα κλαδιά τα χέρια μου
με πείσμα να τρυπήσουν τα τοιχώματα του πηγαδιού
που σκάφτει στο κρανίο μου
ο μπέτης σου

άθλιε στιχοπλόκε

έστω να σώπαινες το αίμα

***

άτιτλο

Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ’ τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
και
υπαγορεύουν
το τελευταίο ποίημα.

*Πηγή: http://wwwpareisakth.blogspot.com

Γεωργία Τρούλη, Συρρίκνωση

(Με αναγνώριση αποτυπώματος)

Ποίηση πάνω σε έναν πεζό της καθημερινότητας λόγο
Τα χέρια έξω από τα ρούχα να μακραίνουν τα μανίκια γίνονται
λωρίδες σεντόνι
Λινό και μετάξι. Όλα τα μέσα όργανα αφαιρούνται. Όλα τα μέσα
όργανα
Η ροή του αίματος αποκτά άλλο ρυθμό. Λευκό ερυθρό φαιοκίτρινο.
Ο ουρανός
με άσπρο σύννεφο. Στην μέση. Με άσπρο κενό που αιωρεί-τε
στην γωνία του
ορίζοντα. Μια αμυχή από τα πολύπλοκα της ανοχής
Η φυγάδευση έχει σημείο φυγής τον εαυτό. Στο εσωτερικό όργανο
μιας ψυχής
Που διαστέλλεται που διαστέλλεται που διαστέλλεται
Ήρθε και μου είπε με μάτια που δεν αντέχουν την αντανάκλαση
Πως η πόλη έχει δύο εισόδους η λίμνη ένα είδωλο και
Το λουλούδι Λειρήτια έναν Νάρκισσο
Και έναν τρόπο να μαραίνει τον έρωτα-Άρνηση
Η κλειδαρότρυπα μιας θύμησης έχει πολλαπλούς κλειδάριθμους
(1, 2 και άπειρο)
Κανείς δεν ενοχοποιεί την αποκάλυψη της συρρίκνωσης
Θα έρθει πάλι με όλη την αφαίρεση των σωθικών να παίξει την
υπόσταση
Με άλλο βάρος με άλλο γόνιμο με άλλο γήρας
Όλα τα σπίτια συμπυκνώνονται σε άλλες ανάγκες
Πώς μπορεί ένα τσόφλι να είναι τόσο ακέραιο και ο ο πυρήνας
Να διασπάται επ’ άπειρον; Ποίηση πάνω σε ένα
πεζό παράπηγμα έρωτα. Επάνω σε ένα ποιητικό παραπέτασμα.
Μέσα σε δύο γραμμές
Δεν θέλησα καθόλου η φωνή που έσυρα
-Μαζί με τα όργανα έτοιμα για μεταμόσχευση ονείρου-
Να με κατασπαράξει σαν Ηχώ αιώνια τιμωρημένη να φωνάζει
μόνη τον έρωτα
Η φυγάδευση έχει κοινό σημείο φυγής με την απομόνωση την
προσήλωση
την πηγή και τον έρωτα Φεύγει περίγραμμα Φεύγει περίγραμμα
Θα διαθέσω δυο τρία καχεκτικά πουλιά σαν αγγελία θανάτου
Φεύγει περίγραμμα
Φεύγει περίγραμμα
Ποίηση πάνω σε έναν πεζό θάνατο. Φτερούγισμα. Επιτύμβιος χορός
Ποίηση πάνω σε έναν πεζό της καθημερινότητας
Αδιαπέραστο Ασυγκράτητο και Ανυπότακτο
Τα τρία στερητικά ουδέτερα που φόβο δεν έχουν
Πέρα από την κουκουβάγια που στέκει τις νύχτες στο απέναντι
μπαλκόνι
Και σε εκείνο ο γνωστός ναυαγοσώστης
Που μια ώρα πριν αυτόχειρας
Που δυο μέρες πριν αγαπημένος
Που τρεις μέρες πριν διαρρήκτης
Που τέσσερις μέρες πριν θυρωρός
Που πέντε μέρες πριν φωτογράφος
Που έξι μέρες πριν ασύδωτος
Που εφτά μέρες πριν δημιουργός
Ένας τυχαίος διαβάτης στον κόσμο. Χωρίς σκιά να ακολουθεί
τον ήλιο την λίμνη. Να ερωτεύεται είδωλο χωρίς περίγραμμα
– Φεύγει περίγραμμα
Φεύγει – Πού θα ενσωματωθεί το σκούρο σημείο προοπτικής
ανάλογα με την θέση του ήλιου; Πού μπορεί να βουλιάζει το κενό
και να δημιουργεί και άλλο κενό καινό;
Ποιο λουλούδι Λειρήτια ακούει το καθρέφτισμα μιας σταγόνας νερού
σε νερό;
Φεύγει περίγραμμα. Σώθηκε η ανάγκη στο σπίτι
Η υπεκφυγή. Το εσωτερικό του οργάνου
Διασπάται ο πυρήνας και το τσόφλι ακέραιο
Με ραγάδες – ανάμεσα σε ηπείρους εφτά. Και κενό ανάμεσα
σε πάγους
Ποίηση πάνω σε πεζό παρακείμενο λόγο
Και ούτω καθεξής
Το σύμπαν συρρικνώνει την γη
Ή το αντίθετο

*Από τη συλλογή “Πριν εισέλθετε βεβαιωθείτε”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Στη σκιά

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω απ’ τα δέντρα.
Μένεις εκεί,
δεν το τολμάς
να δεις κατάματα τον ήλιο.
Δεν κινδυνεύεις,
είσαι πάντα ασφαλής.
Μια ζωή
μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

***

Σαχζάτ Λουκμάν

Σαχζάτ Λουκμάν.
Χέρια οπλισμένα
χτυπάνε χέρια ορφανά,
χέρια κυνηγημένα,
που δεν σηκώθηκαν ψηλά,
δεν παραδόθηκαν.
Βγήκαν μαχαίρια
κι ένα νήμα ζωής
έκοψαν στα δύο.
Σαχζάτ Λουκμάν.
Έχει όνομα κι επίθετο
η θλίψη.

***

Σύνθημα

Παράξενο το σύνθημα στο τοίχο.
Ώρες να το εξηγήσεις προσπαθείς.
Διαβάζεις πονηρά
πίσω απ΄ τις λέξεις
Άδικος κόπος,
νόημα κανένα.
Πάψε το διάβασμα, λοιπόν,
δεν ωφελεί.
Άσε τον τοίχο.
Άκου το σύνθημα στους δρόμους.

*Από τη συλλογή “Ζηλεύω τα βράχια”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Φλεβάρης 2018.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποιήματα

Τα σκοτάδια μου

Αναπολώ τα σκοτάδια μου
Τις μέρες της μοναχικής μου περιδιάβασης
σε ακυρωμένους έρωτες
τις μέρες που έβγαινε από μέσα μου
αρρωστιάρικη και αδύναμη φωνούλα
κι η αγωνία πάλευε με τους φόβους μου
και το σκοινί έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου
και συ “αγρόν ηγόραζες” και άλλα τέτοια.
Και τις κομμένες μου ανάσες
και τους πανικούς μου
και τα ασάλευτα βράδια μου
τότε τα περιφρόνησες.
Τώρα τα ερμηνεύεις.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου.
Και κείνα μ’ αγαπάνε.

***

Πού να χωρέσω τόσο πόνο;
Εσύ λίγο από τον πόνο μου δεν καταδέχτηκες!

***

Εγκατέλειψα αφρόντιστη την ψυχή μου
να αναζητάει τα όνειρα του παιδιού,
τη θαλπωρή του έρωτα

***

Αναζητούσα τα κομμάτια μου,
μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.

*Από τη συλλογή “Πληγές”, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2011.