Ιάσωνας Σταυράκης, Ποιήματα

Πεπρωμένο

Ποιητής μπορεί να γίνει
όποιος είναι ανίκανος να γίνει Άγιος…

El Floridita Bar

Ο τρελός κι η θάλασσα…
Ξέρω πως θα με καταπιείς γι’ αυτό και θα σε σκοτώσω…

Ο σοφός κι η θάλασσα…
Ξέρω πως θα με καταπιείς γι’ αυτό και σ’ αποφεύγω…

Ο ποιητής κι η θάλασσα…
Αν δεν σε δαμάσω δεν είμαι άξιος να με πνίξεις…

Μέσα μου πάντα πάλευα μια θάλασσα
μα δεν ήμουν τρελός
ούτε σοφός
κι οι λέξεις
έρχονταν στον ύπνο μου
να με κοροϊδέψουν…

Κραυγή

Κύριε Μπουκόφσκι…
Ελάτε να σας κεράσω μια ντουζίνα μπίρες…
Ελάτε να παίξουμε μπουνιές…
Κι ανάμεσα στα αίματα και τα στάχυα
να φωνάξουμε στο φασίστα το θάνατο
πως οι σκέψεις δεν πέφτουν νεκρές…


Το τέρας

Λοχ Νες…
Βικτώρια…
Βαϊκάλη…

Παντού ζει
ένα τέρας
ανυπότακτο
ίδιο
με την ψυχή του…

Άφεση

Σ’ εκείνες τις άκυρες μέρες
που σε παίρνει
ο διάβολος απ’ το χέρι
και σε οδηγεί στην μυστική
χρονορουφήχτρα της λησμονιάς…

Αφέσου, μα κράτα
τα μάτια και τα χείλια
σφραγιστά…

Ελευθερία

Η ελευθερία είναι θέμα
αναπνοών…

Συνωμοσία

Απ’ το τίποτα γεννιέται ένα ποίημα…
Μην ακούς τα κρίνα που συνωμοτούν…

Ντόμινο

Κάποτε
θα παίξουν
ντόμινο
οι ψυχές…
Πρώτη θα πέσει η δική μου…
Πάντα κάποιος πέφτει πρώτος…
Έπειτα ορδές…
Ακολουθούν…

Προσευχή

Αμήν…
Έφτασα επιτέλους εκεί
που τόσα χρόνια
προσευχόμουν…
Βρήκα αυτό που έψαχνα…
Αυτό το σπουδαιότατο Τίποτα
και το έκανα για πάντα δικό μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια”.

Ρογήρος Δέξτερ, Στροφή στο πέρασμα που δεν υπάρχει

στην Κ.Σ.

[Αυτοσχέδιο στη μέση του μπαρ]

Εσύ γράφεις
Κι αυτοί καγχάζουν στα καφενεία
Παίζοντας ζάρια και χαρτιά
Και βλαστημώντας τα αόρατα
Τα ανείδωτα των τυφλών•
Έτσι περνούν οι νύχτες στη σειρά
Πιο βιαστικές και από τις μέρες
Που πέταξες πίσω σου
Όταν υπήρχες τάχα
Εδώ ίσως και αλλού
Μέσα στα αλλόκοτα όνειρα
Βαθιά μέσα στον παρήγορο ύπνο
Όπου ακόμη λες πως συναντάς
Φιλιά και χείλη αγαπημένων
Κοριτσιών που θυμάσαι να γελούν στο φως
Τού ήλιου τού μεσημεριού μιας μέρας
Και συνεχίζεις
Το μελάνι τελειώνει
Τα χαρτιά αρπάζουν φωτιά
Το αίμα σου στάζει
Σταγόνα τη σταγόνα
Μέσα σε σκόρπιους στίχους
Όπως αυτοί που διαβάζεις στους τοίχους
Των έρημων δρόμων που κρύβουν καλά
Την έξοδό τους προς τον παράδεισο
Και φτερουγίσματα αγγέλων
Στην πόλη που δείχνει
Το ωμό της πρόσωπο
Στους ανήμπορους ν’ αντιδράσουν
Εσώκλειστους των παλιών αναμνήσεων•
Δυο χέρια σφίγγουν γερά τα δάχτυλά τους
Μια θερμή χειραψία βαστά τη διάρκεια τ’ ουρανού
Νυχτώνει και παντού πάνω στις στέγες
Γκρεμίζονται τα κομμένα μας φτερά
Και οι μηχανές που είχαμε σχεδιάσει
Για τα όμορφα ταξίδια τού μέλλοντος
Βουτηγμένοι μέσα στον κόρφο τής νύχτας
Στην τρέλα τής νιότης•
Και ας μη θυμόμαστε πια
Πότε ακριβώς υπήρξαμε νέοι
Μόνο ότι γράφαμε τραγούδια
Που κανείς δεν άκουγε
Ν’ αφουγκραστεί
Την άτονη ανάσα που είναι
Το ψιθύρισμά μας τα μεσημέρια
Γι’ αυτό μόλις γίνεται νύχτα περιμένουμε
Τη νεράιδα εκείνη
Μια κόρη που διάνυσε αιώνες
Το σκοπό τραγουδώντας των τριζονιών
Που θα μας αγκαλιάσει
Θα μας κοιμίσει στο στήθος της με νανουρίσματα
Στους πιο γυμνούς καρπούς των κήπων
Και λόγια όπως τα λόγια των πουλιών
Που τ’ άφησαν με θλίψη οι κυνηγοί να ζήσουν
Να κάνουν φωλιά στα ξένα
Γιατί πάντα θα φταίνε οι κακοί καιροί
Θα φταίει η νοσταλγία μιας καλύτερης εποχής
Που νομίζουμε πως θα ζήσουμε αύριο
Ενώ οι θυμωμένοι
Κεραυνοί σε λίγο θ’ ακουστούν
Πώς πέφτουν με κρότο
Και μια αστραπή που θα φωτίσει τα σκοτάδια
Στο γέρο βοσκό και το κοπάδι του
Σε όσα κηρύττουν τη ζωή
Στην ερημιά με χρώματα
Ως και το θρόισμα των φύλλων
Που τσακίζονται
Των φίλων που χάθηκαν ξαφνικά
Για να μη λησμονήσουμε ποτέ
Ότι βαδίζουμε μόνοι•
Έτσι γράφεις λοιπόν
Και ας σε διαβάζουν με θυμηδία
Όσοι θρονιάστηκαν
Ψηλά στα βάθη με σκήπτρα
Τη στιγμή που κάθονται
Ένας ένας στην άκρη τού μπαρ
Γνωστοί και άγνωστοι
Οι νεκροί
Γυρεύοντας να πιουν απ’ τήν απόγνωση
Που κερνάς ολοένα
Για να ξεχάσουν τα πάντα
Και να ξεχαστούν.

Έλσα Κορνέτη, Ποιήματα

– Θα συμμαχήσω μαζί σας
Μόνον πάρτε αυτά τα φανάρια απ’ τα μάτια μου
Φορέστε μου τα γυαλιά μου
Δεν αντέχω την ανακριτική σιωπή σας
Βγάλτε αυτό το πιάνο απ’ το αυτί μου

Αφήστε επιτέλους την κοπτοραπτική
Τι έχετε να κερδίσετε από την άθλια ζωή μου;
Γιατί με δέσατε;
Γιατί με τραυματίζετε;

— Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε
Τώρα πρέπει να ζήσεις

— Λύστε με Αφήστε με
Κι εγώ θα σας δώσω ό,τι με κατοικεί
ένα κλειδωμένο ποτάμι αίματος
μια ανθισμένη καρδιά
ένα λαβύρινθο με χορταριασμένους διαδρόμους
κι ένα δόντι για κάθε κλωστή

– Είναι κρίμα, όμως δυστυχώς
Δεν έχεις πια τίποτα δικό σου να μας δώσεις
Ο καλύτερός σου φίλος
Όλα στα πήρε

Σε τόπο και σε χρόνο δανεικό
μια ιστορία έφτασε στο τέλος
όταν το μεταξωτό κουκούλι
που στοργικά σε σκέπαζε
γέμισε τρύπες

Όχι άλλα βέλη παρακαλώ
Σταματήστε τους δαιμονισμένους τοξότες

*Από τη συλλογή “Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Δεκέμβρης 2013.

Αντώνης Μπουντούρης, Γιορτινός Τραυλισμός

ένα χάχανο βασιλεμένο,ξέψυχο, που τόπαν διασκέδαση…

Αυτός ο θόρυβος στις καφετέριες
ένας αληθινός θρήνος.
Αλλά και ο βόγγος στις ταβέρνες
μιά ανεμοζάλη.

Αυτός ο δαρμός των μονολόγων
ένας θρίαμβος της παρακμής.
Κανείς κανέναν δεν ακούει
Κι είναι αυτό κάτι που δεν αλλάζει.

Και στη γωνιά εκεί
-κάτω απο τα λαμπιόνια-
ο τραυλός μας εαυτός.
Εικόνα τρανή της νεύρωσής μας.

Μαρία Πανούτσου, Δύο ποιήματα

Μια τόση μικρή αλήθεια/
που όμως αρκετή /
για να σημαδεύσει την νέα εποχή/

1 συν 1

Το ένα και μοναδικό/ξεπροβάλλει σ’ ένα άνοιγμα
το λέμε παράθυρο/για πιο εύκολα/ το λέμε ουρανό/

Υπάρχει γύρω μας / ένα πέπλο στοργής για το άγνωστο
χωρίς όνομα/ χωρίς θεό/περπατάει στα τέσσερα/

ψελλίζει λόγια μισά/ με το χρώμα της άβυσσος/
βυζαίνει από στήθος γυναίκας/που έζησε/κάποτε

Μου λείπουν οι λέξεις

Βαδίζω ανάμεσα σε δολοφόνους/
κι ο κόσμος σπρώχνει κάθε όμορφο /
στην λίμνη της Δυσδαιμόνας/
κοιτώ στο βάθος της λίμνης/
μια νύχτα χωρίς φεγγάρι
και τα φως /που αναδυόταν από εκεί /
φώτιζε όλον το κόσμο τον γνωστό/
και τότε ένας άγγελος με κρότο βροντερό/
ξεχύθηκε/ σαν ένα πελώριο κήτος της λίμνης /
και αυτό το τέρας/ κατέβασε τον ουρανό για χάρη μου/
μέχρι το σημείο να γευτώ το θείο τραγί του Σκαρίμπα/
και εκεί πόθος κι’ εφιάλτης/ με πήρε στα δυο του χέρια/
ώσπου η σκηνή αυτή έγινε πραγματικότης/

κι’ όμως δεν πίστευα ότι έβλεπα
και έτσι με έραψε επάνω του/ το κήτος/
και ενωμένοι / περπατούσαμε παράξενοι
και φωτεινοί/
όμως μου λείπουν οι λέξεις / μου λείπουν οι λέξεις/
γιατί το κήτος δεν μιλούσε/
αλλά βρυχάτο/σαν ένα πληγωμένο λιοντάρι/
νομίζω ότι ξέφτισαν οι ιστορίες των πόλεων/
και η ιστορία του κάθε ανθρώπου/
αναρριχάται σαν ένα στιβαρό αμπέλι/
και τυλίγει ορμητικά το σύμπαν /

Wallace Stevens, Κυριακή πρωί – V

Λέει αυτή, «και στη χαρά ακόμη, νιώθω
Την ανάγκη μιας άφθαρτης ευτυχίας».
Ο θάνατος είναι ο πλάστης της ομορφιάς, άρα
Απ’ αυτόν μόνο θα γίνει η εκπλήρωση των πόθων
Και των ονείρων μας. Αν και σκορπίζει τα φύλλα
Σίγουρης καταστροφής στο πέρασμά μας,
Το δρόμο που η άρρωστη οδύνη πήρε,
Τους πολλούς δρόμους όπου ο θρίαμβος έκρουσε
Τον αναιδή του ήχο, ή ο έρωτας ψιθύρισε
Λόγια τρυφερά, κάνει τη λεύκα να τρέμει
Στη λιακάδα για χάρη κοριτσιών που είχαν
Συνήθεια να κάθονται να βλέπουν το γρασίδι,
Παραδομένο εκεί στα πόδια τους. Κάνει
Τ’ αγόρια να στοιβάζουν σε πήλινα πιάτα
Φρέσκα δαμάσκηνα κι αχλάδια. Τα κορίτσια τα γεύονται
Κι ερωτευμένα αφήνονται πάνω στα χαλιά των φύλλων.

*Mετάφραση: Γιώργος Σπέντζος.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/11/24/kyriaki-proi-stevens-wallace/

Κ.Π. Καβάφης, Η Πόλις

Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Χριστόφορος Τριάντης, Ο επαρχιακός μεγαλοποιητής

Επιτέλους βρίσκουν κοινό
οι λέξεις του.
Κινούνται άνετα σε εικονογραφίες και βιβλία.
Υπάρχει αναγνώριση.
Μικροτελετές διοργανώνονται
προς τιμήν του (στην εσπερία)
και παράσημα
τού απονέμονται στα τεχνολογικά
ιδρύματα.
Τα γραπτά του, ως θέσφατα, λογίζονται.
Ενίοτε εισέρχονται και στα
εορταστικά ιπποφορβεία (λόγω χορηγιών),
και στις λαμπερές συνεστιάσεις (λόγω λιβανισμάτων).
Παντού εξέρχεται ο φθόγγος του:
ψηφίδες, σελίδες, ιστολόγια (διαθέτει αρκετά).
Ω, μπορεί να μένει χρόνια
ακίνητος επί του ξυρού.
Είναι η επιβράβευση των λογυδρίων του,
υπέρ της ποίησης και άλλων δαιμονίων.

Κι όταν εκτίθεται διδασκαλικά
(δίνει τα φώτα μου)
πολλά μαθαίνει τις κυρίες
(εκκολαπτόμενες λογοτέχνιδες)
και το αντίθετο.

Και τους συνοδοιπόρους ποιητές
ευφάνταστα προσφωνεί
(δείγμα ψυχογνωσίας κι ευφυΐας).
Ω, για τα πολιτικά δεν εκφράζεται
(γενικώς και ειδικώς).
Η σιωπή του, περιλάλητη εστία
απόψεων αυτοχαρακτηρίζεται.
Ναι, εδώ στις πολίχνες
πρώτος διανοούμενος
αναγορεύεται.
Αλλά και στο κλεινόν άστυ καθορίζει (κατά τι)
τις ποιητικές διαδρομές.
Και να πλήθος οι ακροώμενοι
(ακολουθούν τις μεγαλοφυΐες).
Ε, δόξα κι οβολοί
πάνε μαζί.
Είναι κι αυτή μια διαπίστωση
δική του, που θα τη γράφουν
οι μέλλοντες στοχαστές
(λόγω της πολυγνωσίας τους).

Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα

Σε είδα, γη,
πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα τη δύσης που κλείνει το χορό

Σε είδα, Αρετούσα, με τ’ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια

Σε είδα, γη, πολύχωμη βιτρίνα

***

Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
μα η Ζωή στην τελευταία

***

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ΄ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

***

Γυναίκα στο μπαλκόνι

Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της

***

Μόνος

Το βάζο στο τραπέζι
και μέσα τα χρυσάνθεμα
Μόνο ένα τραπέζι

Αχ, φίλε μου
σε είχα ποτέ

***

Εικόνα

Λεπτό χαμόγελο
ματιά ανέμου
και τα μικρά σου δάχτυλα, μια μονοκοντυλιά

Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.