Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Άδηλον έστι 

Στην αρχαία αγορά
οι πλακόστρωτοι δρόμοι
λευκοί απλώνονται,
καθρεπτίζονται οι σκέψεις
στον διερευνητικό ήλιο.
Έμποροι και φιλόσοφοι
τις πραμάτειες τους διαλαλούν.
Δίπλα στο περιστύλιο
περιπαίξαμε την τύχη.
Στη σκιά του φεγγαριού
αντήχησαν τα βήματα
που έφερναν την ιστορία μας
στις στοές της βιβλιοθήκης.

***

Ολιγάρκεια

Περπατώντας μαζί
χωρίς άλλη παρέα
ήρεμα και αργά βήματα
τελετής μυστηριακής,
μιλάμε για θέματα απλά
τόσο κοινότοπα
που ξαφνικά σταματάμε
και κοιτάμε τα χείλη-
Η φιλοσοφία της ζωής
βρίσκεται σε όσα
δεν ζωντανεύουμε,
στο θησαυρό που φυλάμε
για τις ώρες της αλήθειας.

Βαγγέλης Γέττος, Αρμοί

Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων
Σαν τις κρατάς στο ένα σου χέρι
και με το άλλο φωνάζεις τον κόσμο να τις απολαύσει,
σβήνουν και χάνονται
γιατί η πολυκοσμία δεν τους αρέσει.
Και σαν τις παρακαλάς να επιστρέψουν,
«τόσα λεφτά πληρώσαμε»,
τα μάτια του κοινού τρυπούν τους μυς σου.
κι αυτές μακραίνουν γι’ άλλο μυαλό
άλλα κλειδαμπαρωμένα σοκάκια
γι’ άλλα, καλά κρυμμένα
χαμογελάκια.
Ό,τι θυμάσαι πλέον σε θυμίζει.

Αρμοί παλιών, ξεθωριασμένων, ξενιτεμένων αναμνήσεων

Σαν αρμοί, γιατί όλα κάποια στιγμή ξεμακραίνουν
Μόνο η απουσία δεν ξεθρονιάζεται με τίποτα κι η ανήλιαγη σιωπή
των ενοχών του πιο στυγνού δολοφόνου εποχών.

Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων

και όπως το κακό τριτώνει
βολεύονται στο πολυτελές ξύλινο κάδρο τους
καθώς στοιχειώνουν το τηλέφωνο, τη λάμπα, την κιθάρα.

και
με το σπαθί στο χέρι
μακελεύουν το φιλί πέφτοντας από τον ουρανό
κι είναι αυτό που αποφεύγει το απότομο ξύπνημα
τις μικρές ώρες.
και άλλα το αποφεύγουν
περπάτημα σε πολυσύχναστο δρόμο,
το κάθε πρωινό,
το κάθε καινούργιο βιβλίο

Είναι σαν να δηλώνεις ότι θα αποφύγεις να προβλέψεις
τους αριθμούς της κλήρωσης

Μα τα εισιτήρια για το σκουριασμένο κουφάρι
της μηχανής του χρόνου
είναι εξαντλημένα
από τότε που φόρεσες τα πρώτα σου ρούχα

Αρμοί παλιών αναμνήσεων

τις κουβαλούν τα νύχια σου
όσο όσο.

Πάτρα 2004

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάιος 2013.

Στέλιος Ροΐδης, Ο παφλασμός του υγρού

Το ίδιο σκούρο χρώμα, το ίδιο μελάνωμα, η ίδια ώρα.
Οι νησιωτικές επιφάνειες που από μακριά τον είδαν να φτάνει
Ο θάνατος και οι τρεις αυτόπτες μάρτυρες
Οι μυρωδιές και οι κυρίες, το κάποτε πρόσωπο του πριν
Οι παλμοί μας χτυπούσαν υπόκωφα ταυτόχρονα,
Άχαρα νιάτα πανέμορφα, συγχρωτισμένα στην αδιακρισία
Συγκέντρωσε τον χώρο βύθισε τον χώρο, μέσα στην κίνηση του
Μικροσκοπικός, κυκλωμένος, κυκλωτικός,
Ο έρωτας σάλεψε τον χρόνο, τον εισήγαγε
Δεν θα καλυτερέψω με τίποτα πια, είμαι μακριά
Καμία κατηγορία καμία υποκατηγορία, μόνος
Βυθός και συντριβάνι το όνομα, μέσα στην υπογραφή,
Μπορώ να την διαστείλω, μπορώ να την οδηγήσω,
Η καθαρότερη μορφή της εκεί που αύριο θα καταπέσω
Ακόμα όχι, λέει το πλοίο που αρπάζει το λιμάνι από το χέρι
Το τρίτο πρόσωπο της Ιστορίας ποιός ξέρει (θα βρεθεί εδώ)
Την Ιστορία στο Τρίτο πρόσωπο θα πω
Η εκδήλωση αλλού θα αναπαραχθεί
Η πρόσοδος σας λιμαίνεται
Παντοδυναμία και πίστη, άγγελοι περασμένοι
Εξάρσεις και δίοδοι κρυφοί κάτω από τον ήλιο
Έζησα πολύ αέρα, κάπου φυσούσε μακριά
Κάθε χαμού τα υπέροχα μας όνειρα
Δέσε τα μάτια σου και προχώρα στην επιστροφή κανονικά,
Ο έρωτας δεν έχει μνήμη, και οι ακτές του κρυφού
Να ακούμπήσεις σε εμένα, να με ακουμπήσεις, επιμένουν
Τό ίδιο χρώμα δεν ήταν, το ίδιο μελάνωμα
Η κούραση των αποτυπωμάτων, που μιλούσε, το ανώφελο
Η μνήμη το δωσιμό της, η επαφή σε επισκιασμένη στιγμή
Όλα θα χαθούνε μετά, έτσι λέει
Ενώ τα πρόσωπα σε εκείνο το χρόνια κλειστό μαγαζί στο λιμάνι
Αυτά ακριβώς που δεν ξέρει κανείς τι έχουν απογίνει
Στις φωτογραφίες έχουν ένα χαμόγελο αδιόρατο κρυφό, παλιό,
Που τότε δεν υπήρχε
Είναι γαλήνια πρόσωπα αυτά
Όλα θα χαθούνε, κι αν όλα χαθούνε, δεν θα χαθούμε
Έχουν ένα χαμόγελο κρυφό, από ότι καταλαβαίνω
Κανείς δεν φαντάζεται τα ποιήματα του αύριο
Είναι ήσυχα μπροστά τους εδώ, κι εκεί μετά κάτι λέει,
Μέσα σε όλα που γραφτήκαν, θα ξαναρθεί η συγκυρία
Το στιγμιαίο κοίταγμα, ίσως του κόσμου η αναλαμπή
Σε κάνει να πιστέψεις τότε, να καταλάβεις πόσο άξιζε.

Ιωάννης Ζουμπιάδης, Δύο ποιήματα

Περαστικός της φθήνιας

Χαμένα πνεύματα ντυμένα με την ανηθικότητα

ψάχνουν να ζευγαρώσουν

φοριέται πάρα πολύ το αίσχος

και γιορτάζει τα ιδρωμένα κορμιά.

Στο ταγκό, στο βαλς

ψάχνουν διακαώς να βρουν την έλξη

που και αυτή από την φθήνια αγκαλιάστηκε

κρεμάστηκε ο ερωτισμός χάνοντας την ελπίδα

και το φιλί έγινε καραμέλα της συνήθειας.

Το επίκεντρο είναι στο γρήγορο και εύκολο

η ουσία στο ανούσιο εντοπίζεται

αναδύει ανωριμότητα

ανευθυνότητα επιβεβαιώνει

και κραυγάζει από πνευματικότητας έλλειψη.

Η έκπτωση των αξιών καλά κρατεί
στο κατάστημα που ονομάζεται κοινωνία

όσοι μπορέσουν ας τις αγοράσουν

για να κρατηθούν έστω από το κάτι

που τελικά ξεμένουν με το καθόλου.

Πολύ με πονά το καθόλου της

αυτή που άλλοτε έταζε τα πάντα

με φανφάρες και λέξεις που στόλιζαν το διηνεκές

πλέον αποτελούν διάκοσμο του αχανούς κόσμου της λήξης.

***

Που βρίσκεσαι;

Που βρίσκεσαι;

Σε ποιον κόσμο άπειρο φως υπάρχεις;
Σε ποια κοινωνία υφίστασαι υπόδειγμα πολίτη;

Σε ποια σβηστή δάδα γίνεσαι αιώνια φλόγα;

Που βρίσκεσαι;

Σε ποια μουσική γίνεσαι μοναδική μελωδία

και σε ποιο μυαλό επιτέλους γίνεσαι εμμονή;

Δύο ιθαγενείς ποιήτριες στέλνουν ένα επείγον μήνυμα στόν κόσμο

Αυτή την ποιητική εκστρατεία τών δύο ιθαγενών γυναικών, μιάς από τους Νήσους Μάρσαλ και μιάς από το Kalaallit Nunaat (Γροιλανδία), συνδέει την πραγματικότητά τους με την τήξη των παγετώνων και την άνοδο τών επιπέδων της θάλασσας. Οι Kathy Jetnil-Kijiner και Aka Niviana χρησιμοποιούν την ποίησή τους για να παρουσιάσουν τους δεσμούς μεταξύ τους ενάντια στην αλλαγή του κλίματος. Μέσω αυτού του βίντεο βλέπουμε γιά μιά ακόμη φορά το πόσο μεγάλος και πόσο μικρός και αλληλεξαρτώμενος είναι ο κόσμος μας.

Η πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής και των αιτιών της είναι σαφής εδώ και δεκαετίες. Και όμως, δεν ήταν αρκετό μέχρι τώρα να δρομολογήσουμε την αλλαγή για να σώσουμε τον πλανήτη μας.M αυτή τήν ιδέα οί δημιουργοί του ελπίζουν ότι αυτό το ποίημα μπορεί να προκαλέσει τη συγκίνηση και την ανάγκη για περισσότερους ανθρώπους να εξεγερθούν και να αναλάβουν δράση.

Από τις Kathy Jetnil-Kijiner και Aka Niviana

Αδελφή του πάγου και του χιονιού
έρχομαι σε σας από τη γη τών προγόνων μου,
από τις ατόλες,τα βυθισμένα ηφαίστεια – την υποθαλάσσια κατάβαση των κοιμισμένων γιγάντων

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
σας καλωσορίζω στη γη τών προγόνων μου –
στη γη όπου θυσίασαν τη ζωή τους για να κάνουν τη δική μου δυνατή – στη γη των επιζώντων.
Έρχομαι σε σας από τη γη που επέλεξαν οι πρόγονοί μου

Aelon Kein Ad, από Νήσους Μάρσαλ, χώρα μεγαλύτερη από τη γη

Σας καλωσορίζω στο Kalaallit Nunaat τής Γροιλανδίας, το μεγαλύτερο νησί της γης.

Αδελφή του πάγου και του χιονιού,
φέρνω μαζί μου αυτά τα κοχύλια που πήρα από τις ακτές της ατόλης Bikini και Runit Dome

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
κρατώ αυτές τις πέτρες που συλλέγονται από τις ακτές του Nuuk,
το θεμέλιο της γης που αποκαλώ σπίτι μου.
Με αυτά τα κοχύλια φέρνω μια ιστορία από πολύ καιρό
δύο αδελφές που είχαν παγώσει στόν χρόνο στό νησι Ujae,
ή μία μαγικά μετατράπηκε σε πέτρα
η άλλη που επέλεξε αυτή τη ζωή να ριζωθεί από την πλευρά της αδελφής της

Μέχρι σήμερα, οι δύο αδελφές φαίνονται στην άκρη του ύφαλου, ένα μάθημα μόνιμο.
Με αυτά τα βράχια φέρνω μια ιστορία ειπωμένη αμέτρητες φορές μια ιστορία για την Sassuma Arnaa,
τη μητέρα τής θάλασσας, που ζει σε μια σπηλιά στο βάθος του ωκεανού
Αυτή είναι μια ιστορία για τον φύλακα της θάλασσας
Βλέπει την απληστία στην καρδιά μας, την έλλειψη σεβασμού στα μάτια μας.
Κάθε φάλαινα, κάθε ρεύμα, κάθε παγόβουνο είναι τα παιδιά της.
Όταν ασεβούμε σέ αυτά μας δίνει αυτό που μας αξίζει, ένα μάθημα γιά σεβασμό.

Αξίζουμε τον πάγο που λιώνει;
οι πεινασμένες πολικές αρκούδες που έρχονται στα νησιά μας ή τα κολοσσιαία παγόβουνα που χτυπούν αυτά τα νερά με οργή
Μήπως αξίζουμε τη μητέρα τους, που έρχεται για τα σπίτια μας για τη ζωή μας;
Από το ένα νησί στο άλλο ζητώ λύσεις. Από ένα νησί σε άλλο ζητώ τα προβλήματά σας
Επιτρέψτε μου να σας δείξω την παλίρροια που έρχεται για μας ταχύτερα από ό, τι θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Επιτρέψτε μου να σας δείξω υποβρύχια αεροδρόμια κατεστραμμένους ύφαλους,
πυρπολημένες άμμους και σχεδια γιά να χτίσουμε νέες ατόλες
που εξαναγκάζουν τη γη από μια αρχαία, υψωμένη θάλασσα, αναγκάζοντάς μας να φανταστούμε ότι μετατρέπουμε τον εαυτό μας σέ πέτρα

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
μπορείτε να δείτε τους παγετώνες μας γεμάτους με το βάρος της θερμότητας του κόσμου;
Σας περιμένω, εδώ, στη γη των προγόνων μου καρδιά βαριά με μια δίψα για λύσεις καθώς παρακολουθώ αυτή την αλλαγή της γης,
ενώ ο κόσμος παραμένει σιωπηλός

Αδελφή του πάγου και του χιονιού, έρχομαι τώρα σέ σάς μέ θλίψη πένθιμα τοπία που πάντα εξαναγκάζονται να αλλάξουν
πρώτα από τους πολέμους που μας προκάλεσαν έπειτα από τα πυρηνικά απόβλητα που πέταξαν στα ύδατά μας στον πάγο μας και τώρα αυτό

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
σας προσφέρω αυτά τα βράχια, τα θεμέλια του σπιτιού μου
Στο ταξίδι μας το ίδιο αδιάσπαστο θεμέλιο πού μας συνδέει, καθιστώντας μας ισχυρότερους, από τα αποικιστικά τέρατα που μέχρι σήμερα καταβροχθίζουν τις ζωές μας για την ευχαρίστησή τους
Τα ίδια θηρία που αποφασίζουν τώρα, ποιος θα πρέπει να ζήσει ποιος θα πρέπει να πεθάνει

Αδελφή τού πάγου και τού χιονιού,

σας προσφέρω αυτό το κέλυφος και την ιστορία των δύο αδελφών ως απόδειξη ως δήλωση ότι παρ όλα αυτά δεν θα φύγουμε
Αντ ‘αυτού θα επιλέξουμε νά γίνουμε πέτρα. Θα επιλέξουμε να είμαστε ριζωμένοι σε αυτόν τον ύφαλο για πάντα.

Από αυτά τα νησιά ζητάμε λύσεις. Από αυτά τα νησιά,
ζητάμε
απαιτούμε από τον κόσμο να δεί πέρα από τα τετράτροχα αυτοκίνητά του, τόν ηλεκτρισμό του,την προ-συσκευασμένη ευκολία του,τα πεντανόστιμα όνειρά του,
πέρα από την πεποίθηση ότι αύριο δεν θα συμβεί ποτέ, ότι αυτό είναι απλώς μια άβολη αλήθεια.

Επιτρέψτε μου να φέρω το σπίτι μου στό δικό σας
Ας παρακολουθήσουμε σάν το Μαϊάμι, η Νέα Υόρκη, η Σαγκάη, το Άμστερνταμ, το Λονδίνο, το Ρίο ντε Τζανέιρο και η Οσάκα προσπαθούν να αναπνεύσουν υποβρυχίως
Πιστεύετε ότι έχετε δεκαετίες πριν τα σπίτια σας πέσουν κάτω από τις παλίρροιες; Έχουμε χρόνια. Έχουμε μήνες πριν μας θυσιάσετε ξανά πριν παρακολουθήσετε από τις οθόνες τηλεόρασης και τόν υπολογιστή σας περιμένοντας να δείτε αν θα εξακολουθήσουμε να αναπνέουμε ενώ δεν κάνετε τίποτα

Η αδελφή μου καί γώ, από το ένα νησί στο άλλο
σας δίνουμε αυτά τα βράχια ως υπενθύμιση ότι η ζωή μας αξίζει περισσότερο από τη δύναμή τους
ότι η ζωή σε όλες τις μορφές απαιτεί τον ίδιο σεβασμό που όλοι δίνουν στα χρήματα
ότι τα θέματα αυτά επηρεάζουν τον καθένα από εμάς

Κανένας από εμάς δέν είναι άνοσος
Και ο καθένας από εμάς πρέπει να αποφασίσει αν θα εξεγερθεί.

*Σχετικός σύνδεσμος: http://350.orghttps://350.org/rise-from-one-island-to-another/#poem

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Ποιήματα

Το καλοκαίρι δεν θα ’ρχεται για πάντα

Το καλοκαίρι δεν θα ’ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ’ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δένδρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται

***

Για την επαιτεία του «ΟΧΙ»

Εκεί που φυτρώσαμε
ήταν σπαρμένο με νάρκες
οι στρατηγοί που διέταξαν «έφοδο»
αποδείχθηκαν σκιάχτρα
σε κάθε μας βήμα
το πόδι πιο βαθιά
βουτούσε στη λάσπη

Κι ας φώναζα οι σαλτιμπάγκοι —εμπρός,
το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω—
οι εκβολές είχαν ήδη παραδοθεί στην παρόδια

Λίμνη θα γινόταν ύστερα η πλατεία
και τα νερά της βρώμικα
από τον ευτροφισμό

***

Εδώ
εγκλωβισμένοι στο ακανθώδες Τώρα
εδώ και τώρα
θα πούμε το δικό μας ΌΧΙ
(όχι σαν αυτό του Μεταξά)
αλλά αυτή την ήρεμη άρνηση
του Μπάρτλεμπυ του γραφιά

αυτό το οριστικό
το αμετάκλητο
το ανειρήνευτο
το αστράτευτο
το ευγενές

«σάλτα και γαμήσου…»

***

Δεν πρέπει κάτι να γραφτεί

Και τώρα πείτε μου:
δεν πρέπει κάτι να γραφτεί
για τους αποκλεισμένους του έρωτα
που τα βράδια ξαγρυπνούν
σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι
σφίγγοντας τα δόντια
κλαίγοντας χωρίς δάκρυ

(αφού κανείς δεν είναι εκεί
να τρέξει γι’ αυτόν)

αρκετά δε βρέξαμε την πένα μας
στον ιδρώτα των εραστών;

***

Η συνείδηση

μη με λυπάσαι
δεν είμαι ναυάγιο

η συνείδηση είμαι του ύφαλου

***

Αν ξέραμε

Αν ξέραμε πως δεν θα σ’ άρεσαν τα ποιήματά μας
δε θα γράφαμε ποίημα
Αν ξέραμε πως θα ’φευγες μακριά
δε θα σ’ αγαπούσαμε τόσο
Αν ξέραμε το μήκος του ωκεανού
δε θα μπαίναμε ποτέ στη θάλασσα

Αν ξέραμε…
η ζωή θα ήταν λάθος

*Από εδώ: https://mandragoras-magazine.gr/%CF%83%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/12366

Ειρηναίος Βρούσγος, Τρία ποιήματα

Ο ΚΗΠΟΣ

Ένα αγόρι
που ταξιδεύει μέρες
διψασμένο και πεινασμένο
φτάνει σε έναν κήπο εκθαμβωτικό.
Ο κήπος είναι πλήρης λουλουδιών
χρωματιστά και όμορφα τόσο
που τ’ αγόρι ξέχασε την πείνα και τη δίψα.
Μόνο ήθελε ένα λουλούδι.
Έτσι κίνησε να βρει τον κηπουρό
κι έψαξε κι έψαξε ώσπου τον βρήκε
ανάμεσα σε τόσα λουλούδια.
Και γέμισε τα πνευμόνια του με ελπίδα και εξέπνευσε ευγενικά:
«Παρακαλώ, μπορώ να έχω ένα λουλούδι, παρακαλώ και θα είμαι ευτυχισμένος»
κι ο κηπουρός αρνήθηκε στο αγόρι το λουλούδι.

***

«κι η κόρη αθέλητά της πήγαινε μαζί τους»
Ν. Καζαντζάκης, Ομήρου Ηλιάδα

ΒΡΙΣΟΠΟΥΛΑ

«Κι η κόρη αθέλητά της πήγαινε
μαζί τους» καθώς Ά. Λλαζε χέρια αφεντάδων.
Ήθελε βλέπετε – σκλάβα – να παραμείνει του Ό. Μορφου Αχιλλέα.
Κι ο Αχιλλέας έκλαιγε διότι την ποθούσε
όμως πιότερο διότι ζημιώθηκε η Ά! Κριβή τιμή του.
Χα χα χα.
Από τον Αγά! Μέμνονα. Χα χα χα.
Που ήξερε.
Πως εξουσία είναι να πείθεις.

***

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

που ο κόσμος τέλειωνε
κι οι καβαλάρηδες σωριάζονταν απ’ τ’ άλογά τους
και τα πουλιά πέφταν ήσυχα απ’ τα κλαδιά
κι οι φάλαινες ανάσκελα κείτονταν στον πάτο των ωκεανών
εκείνη τη νύχτα
που οι θάλασσες χάσαν το βάρος τους και σηκώθηκαν σαν σύννεφα
και τα κόκκινα φαράγγια βούλιαζαν στις άμμους
και τα μωρά μέναν ασάλευτα και σιγανά
που ο κόσμος τέλειωνε
εκείνη τη νύχτα.
Κάναμε έρωτα.

*Από τη συλλογή “Περι(τ)τά”.

Κώστας Ταχτσής, Δύο ποιήματα

Έλασσον

Κανένα σύννεφο δεν πέρασε

καμιά φωνή δεν ζήτησε βοήθεια

η απελπισία του τόπου αυτού εκφράζεται

πιο ζωντανά με τη σιωπή

και το πολύ-πολύ τον ψίθυρο

του σκοταδιού που πέφτει-πέφτει
(στις ψυχές μας!..)

***

Ποιος

Ποιος να μου τόλεγε

ότι σήμερα

θα γράψω αυτό το ποίημα

τόσο μικρό ποίημα

για να γιορτάσω την απουσία σου
…
………………………………………

μα ξάφνου

η μουσική σταμάτησε

ο σκοπός π’ αγαπούσες

π’ αγαπούσες

π’ αγαπούσες

γυρίζει μονάχος στους δρόμους

και κλαίει

ποιος έφυγε

ποιος έφυγε για πάντα.

*Από τη συλλογή “Μικρά ποιήματα”, Αθήνα 1952.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://dimartblog.com/2015/10/08/tahtsis2/

Χρήστος Ε. Δημάκης, Δεκαεπτά στιγμές του σκληρού χειμώνα ’73-’74

…..
εισαγωγή: 17 στιχηρά που έγραψα από τις 20 του Νοέμβρη ’73 μέχρι και τον Φλεβάρη του ’74, τον πρώτο μου χρόνο στην Πολυτεχνική, δεκαοχτάχρονος. Τα μεταφέρω αλλάζοντας μόνον το τονικό κι έναν-δυο ακραίους δημοτικισμούς. 41 χρόνια από τότε, τα είχα δείξει μόνο στα παιδιά μου.

1. Απ’ την αρχή

Χαιρετώ φίλους κι άγνωστους
και φεύγω σ’ άλλη χώρα.
Παρατώ τα σπαθιά που έσπασαν
και παίρνω όπλα καινούρια.
Κόβω με το εγχειρίδιο
κρέας απ’ το μπούτι ενός νεκρού άλογου,
τ’ αλατίζω και γεμίζω τον γυλιό μου.
Είναι μακρύς ο δρόμος μου
κι η ερημιά πολλή.
Κλείνω τις πληγές
με τη σκισμένη μου φανέλα.
Φορώ τη χλαίνη ενός σύντροφου νεκρού.
Κρεμώ στον ώμο μου τ’ όπλο του.
Βάζω τα χέρια μου βαθιά στις τσέπες
κι αρχινώ.
Γυρεύω τον τόπο
που βγαίνει ο ήλιος.
90° αριστερά!

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 15/11/2014 – 16:50

2.

Τα παιδιά ησύχασαν.
Γύρισαν φοβισμένα και λούφαξαν στα σπίτια τους.
Τα φώτα σβήσανε.
Μια ομίχλη μας χωρίζει.
Ακούω τον ήχο της μηχανής.
Ακούω τις αλυσίδες στην άσφαλτο.
Ακούω τις αρβύλες των φαντάρων.
Θυμάσαι χθες; Είχες γιορτή.
Κι ήσουνα λεύτερος σε δυο στρέμματα γης.
Σήμερα είμαστε εδώ.
Στην αρχή καινούριας πορείας –ξανά.
Μέσ’ σ’ ένα γήπεδο στρόγγυλο.
Γυμνοί, μόνοι.
Μόνοι με τον επιστάτη του,
που σκουπίζει τις κερκίδες.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 15/11/2014 – 20:43

3.

Αυτά τα τζάμια πεταμένα θρύψαλα στη γη.
Αυτά τα σανίδια σπασμένα στα πατώματα.
Αυτοί οι άνθρωποι που με κοιτούν με τα μαύρα γυαλιά.
Μου θυμίζουν:
Τι δεν είχα.
Τι δεν απόχτησα.
Τι χάνω.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 00:00

4.

Στην άκρη του κόσμου θα πάω,
να βρω τον πόθο σου και τον πόθο μου,
να βρω τους πόθους μας.
Θα βάλω στα πόδια μου φτερά
μην τύχει και με προλάβουν πουλιά σιδερένια
και κλέψουν τα όνειρα – τα όνειρά μας.
Ό,τι έγινε με γιγαντώνει.
Αρπάζω στα χέρια μου τα χέρια σου,
Σε παίρνω στο σπίτι μου να λουφάξουμε
-για την ώρα.
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 01:49

5. Προτροπή

Παιδιά αυτού του κόσμου.
Άνθρωποι απ΄ την λάσπη της γης.
Πάρτε όρκο.
Σας παρακαλώ.
Κι ύστερα κάντε πόλεμο.
Πάρτε πιρούνια.
Πάρτε μαχαίρια.
Αφήστε τα νύχια σας να μεγαλώσουν.
Τα δόντια σας νά ‘ναι κοφτερά.
Εμείς τίποτα δεν θά ‘χουμε, πάρεξ το κορμί μας
κι ένα κομμάτι ψωμί.
Εκείνοι θά ‘ναι αστακοί.
Αγκώνες ενώστε. Μασέλες σφίξτε.
Ο θάνατος είναι δικός μας.
Σύντροφοι, ο χρόνος περνάει.
Τα λόγια παγώνουν.
Απομένει η ορμή.
Κανείς δεν μας έστειλε.
Μας γέννησε αυτός εδώ ο τόπος.
Κι εδώ ψάχνουμε την αλήθεια.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:47

6. Θα ‘ρθώ

Για τ’ ότι θά ‘ρθω νά ‘στε σίγουροι.
Τα πόδια σας κάντε να φυτρώσουν στο χώμα.
Τα χέρια σας ν’ αδράξουν τον ουρανό.
Η ανάσα σας να κάψει το διάστημα.
Περιμένετε.
Θά ΄ρθω τυλιγμένος την ομίχλη του πρωινού.
Θά ΄ρθω με τα μάτια από τον αέρα κόκκινα.
Θά ‘ρθω με την αγκαλιά γεμάτη χιόνι.
Οι σταθμοί δεν θα με χωρούν.
Τα τραίνα δεν θα με προφταίνουν.
Χιλιάδες σφαίρες θα πετούν με τα’ όνομά μου.
Κι εγώ θα προχωρώ.
Στητός, ωραίος, περήφανος.
Περιμένετε.
Θά ‘χω στα χέρια μου ξεραμένο το αίμα των συντρόφων.
Θά ‘χω στην πλάτη μου γραμμένες όλες τους τις εντολές.
Θα τα ξυπνήσω όλα.
Τις νυχτερίδες στα υπόγεια,
τον μονιά στη φωλιά του,
τον νυχτοφύλακα στο παλιό υποθηκοφυλακείο.
Περιμένετε.
Θά ‘ρθω με βήματα μεγάλα.
Η μια μου πατούσα θά ‘ναι τεράστια.
Μεγάλη ίσαμε τον κάμπο των Σερρών.
Θα πατάω και θα λειώνω τα περασμένα.
Στους γνωστούς θα δείχνω την πραμάτεια μου.
Ζάχαρη απ’ την Αβάνα.
Χαλκό απ’ την Χιλή.
Καφέ απ’ την Βραζιλία.
Ρύζι απ’ το Βιετνάμ.
Και γυμνά κρανία απ’ την Αφρική.
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:48

7.

Γλιστράω πάνω σε λάδια και σιρόπια.
Κι όπου αν δω, όπου αν σταθώ.
Δυο τρεις κηλίδες αίμα.
Κι έπειτα κάτι μικρούλια μάτια να με κοιτάζουν,
πίσω από πρέσες κι ατμολέβητες.
Κι έπειτα ένας φίλος κρεμασμένος οχτώ ώρες
μ’ ένα λουρί απ’ τα σίδερα της οροφής.
Προχωράω.
Γεια σας!
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:49

8. Χριστούγεννα ‘73

Πάλι τα φώτα τα πολύχρωμα.
Πάλι τα χνώτα σου να υψώνονται – δέηση στον ουρανό.
Πάλι το δέντρο στη πλατεία με λάμπες και γιρλάντες.
Πάλι η γυμνή γυναίκα στη διαφήμιση,
στην μάντρα απέναντί μας.
Όλα όπως πέρσι
κι όπως πρόπερσι.
Όλα όπως θά ‘ναι και του χρόνου.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:30

9. Πες

Πες, -τι μπορείς να πεις;-
για τον Χριστό που γέννησε και φέτο η Παναγιά.
Πες μου για το ωραίο του πρόσωπο,
για το ξανθό του γένι και τα γαλάζια μάτια.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για έρωτα και για παιδιά.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για λευτεριά.
Πες για την πήλινη κανάτα
που κύλησε απ΄ το ξύλινο τραπέζι
και βάφτηκε η αρβύλα τους
μες σε κρασί και αίμα.
Ψυχή μου, σήκω, φώναξε
μπροστά στα τανκς και τα όπλα τους:
εδώ γεννιέται ένας Χριστός ρε,
δεν είν’ εδώ τόπος για σας,
η γη εδώ δεν σας σηκώνει.
εδώ δεν είναι άιντε-άιντε.
Κι αυτά που ξέρατε απ’ αλλού,
εδώ δεν θα περάσουν.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:53

11.

Πάλι ξανάρθες
του Χριστού την γέννηση να τραγουδήσεις.
Πάλι ξανάρθες
κι οι χορδές της κιθάρας σου δεθήκαν στις χορδές της καρδιάς μας.
Πάλι ξανάρθες
κι έφερες πίσω την πίκρα αυτής της νύχτας.
Στα πόδια μας χτυπιέται
σφαγμένο ένα κίνημα.
Τα χέρια μας, σφιγμένες γροθιές
πίσω απ’ τα λάβαρα.
Τα στόματά μας ανοιχτά, όμικρον κεφαλαία
κι η ίδια νότα να πηδάει από μέσα.
Σα τη βελόνα του πικάπ που κόλλησε.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:57

10. Τραγούδι δούλων

Όμως μη νομίσετε αφεντάδες μου ποτέ,
πως θέλω τον οίκτο σας πού ‘μαι κουρελής,
πως θέλω τη συμπόνια σας
και τα όμορφα χαμόγελά σας.
Τον χρόνο καρτερώ
που οι πόρτες θα κρύβουν μαχαίρια
και τα κορδόνια απ’ τις κουρτίνες
θα γίνουν βρόγχοι.

Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:55

12.

Το χνώτο σου θάμπισε την πλάση.
Χειμώνας.
Τα δάχτυλά σου στο χώμα,
ζωγράφισαν ένα χέρι.
Η ψυχή σου στον λαιμό, τώρα στο στόμα.
Έχει μια γεύση στιφή αυτός ο πόνος.
Σφαίρες πετούν στο πλάι σου
μα σ’ αγκαλιάζουν λέξεις.
Οι αχτίνες του ήλιου σε χαϊδεύουν κρύες.
Χειμώνας.
Γενάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:50

13.

Πάλι εδώ πέρα είμαστε.
Εδώ στα τριάντα έξι.
Εδώ στα σαράντα έξι.
Εδώ στα εξήντα εφτά.
Και τώρα πάλι εδώ.
Με τη θάλασσα στα μαύρα σου ποδάρια.
Τον αέρα να ουρλιάζει στην τέντα της σκηνής.
Τα χέρια σου σίδερα.
Στις πλάτες τυλιγμένη η ψιλή κουβέρτα.
Εκείνος.
Ο αρχηγός, ο ηγέτης, ο σοφός
να σκαλίζει ξύλα με σουγιά.
Εκείνος.
Ο αγωνιστής, ο λαϊκός, ο μαχητής
στο πλάι του, να τον κοιτάει σαν παιδί.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:51

14.

Δεν την φοβάσαι την πέτρα του νησιού.
Είναι σκληρή και κοφτερή
λουσμένη στ’ άσπρο αλάτι.
Δεν την φοβάσαι την βροχή
που συνεχίζει μέρες τώρα,
είναι γλυκιά από θεού.
Αυτοί οι τοίχοι ρήμαξαν και μπάζουνε αέρα.
Τ’ αρβύλια σου τρυπήσανε και μπάζουνε νερά.
Ξέρω πως κι η ψυχή σου απόκαμε.
Ξέρω η μοναξιά.
Και η φωνή σου αγρίεψε.
Και δυο ρυτίδες στόλισαν το μέτωπό σου.
Ξέρω ακόμη δυο διαμάντια στην άκρη των ματιών σου.
Ξέρω όμως πως ξέρεις να μας καρτεράς.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:52

15. Εργοστάσιο Ζάχαρης

Έτοιμο το φαΐ στο τραπέζι,
έτοιμες κι οι μπότες στη γωνιά,
το σακάκι στη ράχη της καρέκλας.
Πάλι πρωί. Η φάμπρικα.
Η ψηλή καμινάδα μ’ άσπρο καπνό.
Η φωνή της μηχανής και του σφυριού.
Οι αχτίνες του πρώτου ήλιου στην πλάτη μας.
Πάλι γερμένοι οι ώμοι σου.
Ο επιστάτης καθαρίζει τα νύχια του μ’ έναν σουγιά.
Η υγρασία του κάμπου στάζει στα σίδερα.
Χαμηλωμένα τα μάτια της εργάτριας.
Πάλι τα χέρια σου στις τσέπες.
Τα δάχτυλα να τρέμουν.
Οι καρδιές να τρέμουν.
Τα μάτια ν’ ανοιγοκλείνουν.
Βαρύς αέρας, γρήγορες ανάσες.
Κοφτές ματιές, απότομες κινήσεις.
Αιώνιο κουράγιο.
Αύριο θ’ απαντήσουμε στον Βλαδίμηρο.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:14

16.

Ξέρεις,
ποτέ δεν ήθελα να πάψω να γελώ,
ποτέ δεν ήθελα να κλαίω.
Δες όμως,
έτσι πού ‘ρθαν τα πράματα
κι η γη
εγύρισε τ’ απάνω κάτω
κι οι εργάτες
γύρισαν στις φάμπρικες ξανά,
οι στρατιώτες,
ξανά μες στους στρατώνες,
κι οι έμποροι
στα εμπορικά
κι οι πόρνες
στα μπουρδέλα.
Ε, πώς;
Ε, πώς θες να μην κλαίω;
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:15

17.

… τότε που όλος ο λαός θα κόψει και θα ράψει…

_________________________________________________________
επίλογος
Επειδή πολύ έγινε της μόδας η κριτική σε κάποιαν τάχα μου – δήθεν μου ‘γενιά’ του Πολυτεχνείου, φάντασμα στο μυαλό ανοήτων τροχονόμων, παθολογοανατόμων και ληξίαρχων της ιστορίας:
Οι μαλακίες των γενιών είναι για μπούληδες της επιστήμης και της τέχνης που δυσκολεύονται να μυρίσουν το χνώτο των ανθρώπων.
Εγώ δεν γνώρισα καμιά γενιά, γνώρισα ανθρώπους και καθίκια.
Δεν αλλάζω τίποτε!
Ούτε γραμμή, ούτε λέξη!
Δεν μετανιώνω για τίποτε!
Κι όποιος ‘μεταρρυθμίζει’ ή ‘αναθεωρεί’,
μπορεί και άνετα να πάει να γαμηθεί.

Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:18

40x365x2 (Meta-επίλογος)

μετά από 40 χρόνια, πέρυσι
τέτοια μέρα, έγραψα κι αυτό
Σαράντα χρόνια, σήμερα.
Δεν πέρασε νύχτα να μην τον δω.
Μέρα χωρίς να τον σκεφτώ.
Εκείνον τον ξανθό άγγελο, με τα γαλάζια μάτια.
Στον κερματοδέκτη πλάι στο παράθυρο του κυλικείου,
να προσπαθεί σπίτι του να τηλεφωνήσει.
Πάνε πιο πέρα, μου λέει, στο θάλαμο,
πάρε και πες τους ότι θα μείνω μέσα, σε παρακαλώ.
Κι όταν γυρίσεις πες μου.
Ούτε ο θάλαμος δούλευε, ούτε γονείς βρήκα.
Γύρισα όμως, κι έμεινα πλάι του ως τα χαράματα.
Όταν όλα τέλειωσαν,
κρύφτηκα σ’ ένα ντουλάπι κι έμεινα μέσα εκεί για πάντα.
Πώς αλλιώς θα δικαιώνονταν,
όσοι νοικοκυραίοι φίλοι μου μέχρι και σήμερα μου λένε:
“με τα μυαλά που κουβαλάς
θα πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.”
Αυτοί βέβαια άγγελο ζωντανό δεν είδαν.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.