Tristan Tzara, Τα πρώτα ποιήματα

Ο ιδρυτής του Νταντά έγραψε στην μητρική του γλώσσα, τα «Πρώτα (του) ποιήματα», τα οποία ο Ion Vinea φρόντισε να δημοσιεύσει στα διάφορα περιοδικά της ρουμανικής avant-garde. Το 1934, οι Ρουμάνοι φίλοι του Tzara μάζεψαν τα προ-ντανταϊστικά έργα του στον τόμο Primele poeme. Με τον ίδιο τίτλο, μια πληρέστερη έκδοση κυκλοφόρησε και το 1971.

Η καταιγίδα και το τραγούδι του λιποτάκτη



Ι
Έσκασε το φως μέσ’ απ’ τα βλήματα
Κι η αστραπή έγινε θρύψαλα στη χούφτα μας

Που σαν παλάμη του Θεού σε πέντε δάκτυλα άνοιξε

Τους λόχους προλαβαίνουμε τους ξαπλώνουμε χάμου

Συνθλίβουμε κουφάρια παρατημένα στο χιόνι

Μέσ’ από τις κοιλάδες που σαν βεντούζες
  
ρούφηξαν τους εχθρούς

Και τους αφάνισαν πέρα ως πέρα στο πιο γαλάζιο τους 
  
βάθος.



Τη σάρκα κατατρώει, τα κόκκαλα τα σπάει η παγωνιά

Κι εμείς αφήνουμε να κλάψει την καρδιά.


Γιατί γλιστράμε κατά μήκος του ξεκοιλιασμένου βουνού;

Βρηχώμενα ξαμόλησεν η καταιγίδα τα λιοντάρια της

Στο τσακισμένο δάσος

Δε φτάνει ο πυρήνας της καρδιάς ο ζοφερός εκείνος
άνεμος

Κι εμείς από κύμβαλα αραιά περιμένουμε

Ν’ ακούσουμε τη διάφανη φωνή ιερή 

Σε λόφους λεπρούς στην κρυψώνα

Είναι σαν μάτι νεκροκεφαλής 

Βρήκαμε εμείς καταφύγιο τους φόβους μας της καταιγίδας

κουβαλώντας

Κι εκεί ο ένας από μας 

Άρχισε ξάφνου να παραληρεί.



Τα λόγια του εγώ μάζεψα – όσα

Στοιχειώνουν σαν βρικόλακες τη φεγγαρίσια μου γαλήνη

Για να σου φτιάξω χάντρες από δόντια καρχαρία

Με στρόβιλους από εφιάλτες.

Το σκουριασμένο μάτι κατευθύνει τη φωτιά

Εμείς μπαίνουμε μέσα στης εσχατιάς το στόμα

Ενώ κάτω απ’ την οδοντοστοιχία των οχυρωμάτων, 
          
οι άλλοι

Περιμένουν.



Τόσο βαθύ το σκοτάδι που μόνον οι λέξεις φωτίζουν.


ΙΙ
Κάτω από την αιθάλη του αδέσποτου ελάτου

Οδύρεται του λιποτάκτη το τραγούδι.

Κακή φλογέραν έφτιαξε σαν άρχισε να κλαίει ξαφνικά.

Πήζει ο αφρός της παγωνιάς και τα κλωνάρια γίνονται 
         
αλάτι•

Και κατατρώει τη σάρκα και σπάει τα κόκκαλα.



«Με τις γροθιές σφιγμένες και το λαιμό απλωμένο τον
        
πειρασμό της νύχτας φθάνω πια•

Ατσάλινο παγόβουνο εν μέσω της αδράνειας των άστρων

Με το δικό του κλάμα ακονίζει της ψυχής τα σπαθιά.



Σαν μέσα σε τουλίπα κιτρίνισε το φως του κόσμου,

Κι από κλίνες τα σύννεφα αντλούν το γαλάζιο σκοτάδι•

Μέσα σ’ αυτό εγώ τρέχω και με δαγκώνουν φίδια 
   
της βροχής

Να πάω στον φωτισμένον ορίζοντα το φως μου.



Μέσα στης θλίψης τα βάθη,

Όπως βροντή κάτω από θόλο ασφυκτικό,

Είμαι διαβάτης με το πνεύμα σκοτεινό,

Σκοτεινό.



Εδώ ο καημός του νόστου είναι τραχύς•

Μα, όπως βλέπεις, φρόνιμα έχει ανθίσει

Σε σπάργανα αστρικά, όλ’ απ’ ασήμι

Το βρέφος που οι Γραφές έχουν μηνύσει.



Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή.

Το αιχμάλωτο τραγούδι την πίκρα του σπέρνει επάνω
       
απ’ το σύνταγμα,

Λες και ξεσκίζουν νυχτερίδες κουρέλια νύχτας στο κελί.

Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή,

Μόνο για μένα, αλί.



Ιδού: το σώμα μου διασπάται εις χουν και ψυχή,

Τι σε ποθώ με καταιγίδα και βρηχυθμό γοργόνων

Ψηλότερα απ’ τα σύνεφα όπου έσκασαν τα μανιασμένα 
         
βλήματα.



Αφού πολεμούν οι λαοί,

Γιατί να κρέμεται η σελήνη τόσο κόκκινη

Σαν βουλοκέρι του Θεού επάνω σε μια βίβλο ειρήνης;



Οι βόμβες θρυμματίζουν τη μαβιάν ασπίδα τ’ ουρανού,

Τα παγωμένα σύννεφα δαγκώνουν κι ατσάλινες λαμαρίνες
   
πέφτουν στην πάχνη
Τρίζουν τα δέντρα σαν τα ξάρτια στο καράβι

Μαδούν οι νυχτερίδες τη μαργαρίτα της σελήνης.

Τις διώχνει ο αγέρας, τις σκορπάει εδώ κι εκεί.

Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή,

Μόνο για μένα αλί».



Κόβεται το τραγούδι•

ενώ στο νου: τρώει τη σάρκα και
               
σπάει τα κόκκαλα η παγωνιά 

άσε λοιπόν να κλάψει η καρδιά.


(1914)



*Από εδώ: https://www.poeticanet.gr/kataigida-tragoydi-lipotakti-a-815.html?category_id=152

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Πρωτοχρονιάτικο

Ποδόσφαιρο, πολιτική, δουλειές
Φορτώνουν κι άλλο τις κοιλιές…
Εύχονται “στις υγείες!”.
-Τα οξέα χτυπούν υπερωρίες.

“Λίγο ποτό, μια σόδα ακόμη;”
Λύνουν τη ζώνη στο παντελόνι
Να κάνουν χώρο για το γλυκό.

“Σπέσιαλ σιροπιαστό με παγωτό!”
Καλά να φράξουν οι αρτηρίες.
Μετά, μελάνι σ’ αγγελίες:
“Τον λατρευτό…”.

***

Εξέχον έκθεμα

Ουρές φυτρώνουν
Απ’ τα κρεβάτια
Σπίτια παλάτια
Κλειστά στοιχειώνουν,

Νοικοκυραίοι…
Πια δεν υπάρχουν
Απόλυτ’ άρχουν
Οι αρουραίοι.

Πουλιά και κρήνες
Κήπων σβησμένων
Των κεντημένων
Χαλιών οι ίνες.

Σκόνη στα κάδρα,
Κι εσύ σκονίζεις
Που εικονίζεις
Μια χαράδρα.

***

Χρώμα

Σε μια τυχαία σειρά
μιλούνε τα ποιήματα
τυχαία νοήματα.
ας παραστήσουμε
έστω τους ανόητους
δια λόγους ευνόητους.

Κύριε εκδότα, δεν είν’ αργά.
Τι λέτε, παίζουμε
ακόμα μια παρτίδα;

***

Γης και ουρανού

Ξανθές κορφούλες
Χεράκια στον ήλιο
Ελιές του παππού.

Τρυφερά δεντράκια
Άμποτε νυφούλες
Γης και ουρανού.

***

Σίγαση

Όταν διακόψεις τη φωνή…
Πόσο τα πρόσωπα ημιτελή!
Πόσο ξεκρέμαστοι οι μορφασμοί
Που περισσεύουν.

*Από τη συλλογή “Σε κλειστά βιβλία”, εκδ. 24 Γράμματα, Νοέμβρης 2017.

Dimitris Lyacos, Three poems

I
Sea of iron. Moon silent as pain in the depth of the mind. A body swept here and there on the rock like seaweed or a lifeless tentacle, fruit of a womb ship-wrecked by the winds, ensanguined and flesh-filled mire. The left arm cut short, the right to the end of the forearm, a rotted stick raving amid the water’s lungs. Of the ravaged mouth there remained only a wound which closed slowly. From the eyes a blurred light. The eyes without lids. The legs down to the ankles – no feet. Spasms.

II
Judgment of the sea, shackles from broken sobs
beneath the dry bowl’s split eyelids
an unseen prey –
plunder from passions’ tombs, litanies to the senses
on the point of crumbling, inarticulate melodies, lava
from beheaded rivers
blades of the waves cut deeply into the screen;
development of an hour-glass, epidemic
unmixed visions of heroes leaning
into the drunken veins of the light
the tempest that winters on the marshes –
shedding its leaves the return
of a dismembered body in the spring.

Ill
Dead jaws biting on wintry streams
broken teeth where the victim’s tremor
has disinterred their roots before adoring the hook
around the imprints of the ecstasy and the desolation
among the hecatomb’s aged branches
they are spread like a net towards the pallid sky
which like a trembling kiss falls from your lips;
regiments of the dead whispering unceasingly
in a limitless graveyard, within you
too you can no longer speak, you are drowning
and the familiar pain touches
outlets in the untrodden body
now you can walk no longer –
you crawl, there where the darkness is deeper
more tender, carcass
of a disembowelled beast
you embrace a handful of bed-ridden bones
and drift into sleep.

*From the collection ”Poena Damni The First Death”, Shoestring Press, 2000. Translation: Shorcha Sullivan. The original poems in Greek published as “”Poena Damni Ο Πρώτος Θάνατος”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1996.

Φαίη Ρέμπελου, Δύο ποιήματα

[ ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ ΕΡΩΤΑΣ ]

Είδες και μια εικόνα σαν έκλεισες τα μάτια,
την τελευταία φορά που είμασταν μαζί -και τρόμαξες-
το ‘νιωσα.
Ήταν λες ένα χταπόδι και οκτώ καράβια-το κάθε του πόδι ήταν δεμένο σε ένα απ’ αυτά
Κι εγώ τρόμαξα. Γιατί είδα το χταπόδι αυτό σαν την σχέση μας,
μια ξαφνική και μυστηριακή ένωση μες τη μαγεία του σύμπαντος – εμείς,
μέσα σε μία θάλασσα, ενωμένοι ερωτικά,
με τα οχτώ μαε άκρα να κυματίζουν ελεύθερα’ μα δεν μπόρεσα!
Οκτώ μου σκέψεις, εικόνες και φόβοι, ήρθαν να μας κόψουν σε οκτώ κομμάτια
όχι δύο’ να κόψουν τη σχέση μας και να αναλύσουν τον καθένα μας σε τέσσερα κομμάτια
Ο εαυτός μου: Ένα τζάμι θολό, κομματιασμένο,
ένα παζλ που ακόμη δεν έχω βρει.
Έγινα ένα μαζί σου’ ένα με Εμένα κι ένα με Εσένα – μα δεν κράτησε για πολύ –
ο τεμαχισμένος εαυτός ξαναξύπνησε μέσα μου, όρμησε καταπάνω μας
Κρατώντας μαχαίρια και ξυράφια.
Κι έτσι… δεν μπόρεσε να κρατήσει για πολύ.
Κόπηκε η ψυχή απ’ τον εγκέφαλο, και το σώμα, αχ,
Μόνο αυτό έχει πίστη, δέχεται πιωμέςνο να τ’ αγγίζεις.
μα ο εγκέφαλος, σε κάθε λιμάνι του ταξιδιού του σε απατά.
Σ’ αγαπώ, αλλά μας διέλυσα.
Τέσσερα και τέσσερα κάνουν οχτώ.
Μαζεύω τα κομμάτια μου, τα κομμάτια μας,
σου χαρίζω αυτό που σου ‘χω ήδη δώσει’ το δικό σου, να ξέρεις, δεν έχει χαθεί.
Το μυαλό μου με διασπά και μ’ ακρωτηριάζει’ η ανάνηση τηε ενότηταε με πεθαίνει. Επιλέγω τη μοναξιά.

***

[ ΠΡΙΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ]

Πριν αγαπήσεις
δεν έχεις τίποτα’
έπειτα έχεις
ένα λουλούδι,
Ίσως και έναν άνθρωπο-
ένα δέντρο,
ένα σπίτι στην εξοχή
ή ένα ποτάμι στο δάσος,
ένα σπιρτόκουτοο
ή και μια μουσική,
μια μελωδία
ένα γλυκό άσπρο τίποτα,
μπορεί και μια πληγή στο στήθος.
Ένα παιδί
ή ένα πήδημα στο χάος
ίσως και μία θέση ολόδική σου στο τρελλάδικο.
Αστέρια που τρεμοσβήνουν,
σκοτεινή μπλε θάλασσα,
έναν βράχο,
στο μυαλό σου ένα γλυκό μούδιασμα έναν θεό
ή και το σύμπαν ολόκληρο.

*Από την ανθολογία της ομάδας ‘Ο κύκλος Των’, γεια, σ’ αγαπώ, αντίο, Αθήνα 2018.

Αλέξης Αντωνόπουλος, O κύριος Παπαδημητρίου γίνεται ο χειρότερος φιλοξενούμενος

Την προηγούμενη Πέμπτη, ο κύριος Παπαδημητρίου έγινε ο χειρότερος φιλοξενούμενος που η δεσποινίς Δοξασμένου είχε ποτέ της φιλοξενήσει. Ο κύριος Παπαδημητρίου έφτασε στο σπίτι της δεσποινίς Δοξασμένου με λουλούδια, το οποίο ήταν εξαιρετικά ευγενικό εκ μέρους του. Είπε στη δεσποινίς Δοξασμένου να μην ανησυχεί για τη σύζυγο του· “νομίζει πως βρίσκομαι σ’ επαγγελματικό ταξίδι” ανακοίνωσε ο κύριος Παπαδημητρίου στη δεσποινίς Δοξασμένου, κι έπειτα ο κύριος Παπαδημητρίου σταμάτησε να μιλάει, το ίδιο και η δεσποινίς Δοξασμένου, αφού δεν τούς άρεσε να μιλάνε ενώ έκαναν έρωτα.

Προφανώς ο κύριος Παπαδημητρίου δεν ήταν κακός φιλοξενούμενος (πόσο μάλλον ο χειρότερος φιλοξενούμενος) ούτε όταν έφερε τα λουλούδια, ούτε όταν καθησύχασε τη δεσποινίς Δοξασμένου, ούτε όταν τής έκανε έρωτα. Ήταν ένας πραγματικά εξαίρετος φιλοξενούμενος, και παρέμενε εξαίρετος φιλοξενούμενος ενώ η δεσποινίς Δοξασμένου αποκοιμιόταν, δακρυσμένη από αγάπη, δίπλα του.

Μα ο κύριος Παπαδημητρίου έγινε ο χειρότερος φιλοξενούμενος που η δεσποινίς Δοξασμένου είχε ποτέ της φιλοξενήσει, όταν η δεσποινίς Δοξασμένου ξύπνησε το πρωί: Ο λόγος δεν ήταν ότι ο κύριος Παπαδημητρίου δεν είπε καλημέρα στη δεσποινίς Δοξασμένου, ούτε ότι αυτή τη φορά δεν είχε προνοήσει να της φέρει πρωινό στο κρεβάτι. Ήταν τα μάτια που παρέμεναν ανοιχτά και κοιτούσαν με αγενέστατη επιμονή το πρόσωπο της δεσποινίς Δοξασμένου ενώ η δεσποινίς Δοξασμένου ξυπνούσε· ήταν οι σχισμένες αρτηρίες του που είχαν σχιστεί ενώ η δεσποινίς Δοξασμένου ονειρευόταν· ήταν ότι τα λευκά σεντόνια δεν ήταν πια λευκά ούτε θα ήταν ποτέ ξανά λευκά· ήταν το σημείωμα στο κομοδίνο που η δεσποινίς Δοξασμένου διάβαζε με λυγμούς αφού είχε καλέσει –ουρλιάζοντας– το ασθενοφόρο:
“Συγνώμη. Ήθελα να βλέπω κάτι όμορφο.”

*Για περισσότερες λέξεις του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com
Για τις προηγούμενες ιστορίες του κύριου Παπαδημητρίου:
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΑΒΟΛΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: https://bit.ly/2RhML0l
O ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ: https://bit.ly/2sheC0o
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: https://bit.ly/2AirLge
ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: https://bit.ly/2QVMz7G

Senem Gokel, Βόλτα στα Ενετικά Τείχη

Αφιερωμένο σε άπειρα murex trunculus
που θυσιάστηκαν για το μοβ της κουτσουπιάς

Κάτω από τα τείχη
παιδιά κυνηγάνε σκυλιά
και σκυλιά σκυλιά

Κατά δω και κατά κει σκορπισμένες χουρμαδιές
δεν κουνιούνται-
όπως εγώ στο σπίτι μου.

Έξω η φυγή μου μοιάζει με των σκυλιών-
από όρθιους σαν χουρμαδιές
ανθρώπους που κουβεντιάζουν.
Κρίμα κλειδωμένη πάντα η Πύλη Αμμοχώστου
σε κάθε ερείπιο σπιτιού με φυτρωμένη τώρα μια συκιά
ζουν οι αντάρτες και δολοφόνοι που κρεμάστηκαν στην Πύλη.
Η κατάρα του νησιού αιχμάλωτη ακόμα και στις ψυχές
Χίλια βελόνια ζωγραφίζουν εσένα σε έναν καθρέφτη.

Οι σιδερένιοι τοίχοι της θάλασσας
όταν χτυπάνε αργά την ακρογιαλιά
γεμίζουν με κελύφη τα αυτιά μου.

*Τα murex trunculus ήταν θαλάσσια πλάσματα που βρέθηκαν γύρω από τη θέλασσα της Κύπρου και θανατώθηκαν για να αντληθεί από αυτά η μοβ βαφή που χρησιμοποιήθηκε σε βασιλικά υφάσματα.

**Μετάφραση: Lale Alatli / Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη.

***Η Senem Gokel γεννήθηκε το 1982 στη Λευκωσία. Μεταφράσεις και δοκίμιά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο, την Τουρκία και την Ελλάδα. Το 2012 τιμήθηκε μαζί με την Κύπρια ποιήτρια Μαρία Σιακαλλή, με το Βραβείο Ποίησης Φικρέτ Ντεμιράγκ από την Ένωση Συγγραφέων Κύπρου. Εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

****Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2018.

Πόπη Γιόκαλα, Ευτυχία

Να κολυμπήσει στα ποτάμια της γαλήνης
Να σκαρφαλώσει στης στιγμής το στεναγμό
Και να φουντώσει ευτυχία
Να ταξιδέψει μ’ ένα όραμα αληθινό
Να κοιτά το απέραντο γαλάζιο
Να ξεκλειδώσει την ψυχή της
Να λαμπυρίσουν τα σημεία που ζητά.
Ευτυχία!
Προσπαθεί!

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα



ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΣΜΟΣ

Δεν υπάρχει περίπτωση λάθους
ξέμεινα τελείως κι από ρεζέρβες
αναλώσιμο το γαλάζιο τ’ ουρανού
και η ανεμοθύελλα της ερήμου

Άλλωστε, τα κλειδιά της Ποίησης
ανοίγουν κάθε παρακείμενη πόρτα
εκτός βέβαια από τη δική μου

Γιατί κι οι άγγελοι θα παραδώσουν
μια ψυχή βουτηγμένη στο μαύρο
κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν τα φτερά
– τα έχασαν μαζί με τις πεταλούδες –

Τόση ανάγκη για αυτοσαρκασμό
δεν είχα ούτε κατά την κηδεία μου
(αλήθεια λέω, πριν λίγο γεννήθηκα)

***

ΑΞΟΝΙΚΗ

Κομμένα πόδια βαδίζουν ανάποδα
και τότε ακούς τον αντίλαλό σου
αργότερα μαζεύεις λευκά δόντια

Αυτό σημαίνει πέφτουμε στο στόμα
του πιο ηλιοφώτιστου γκρεμού
τα σκοτωμένα μάτια μου άνοιξαν
εν τέλει βρέχει ο ουρανός μπογιά

Τα χρώματα τα ρουφώ απ’ τη μύτη
αίμα δεν έχει σήμερα – ορκίζομαι –
έχει χιλιάδες εκτυφλωτικά κύτταρα
και μονάχα μια σπασμένη αρτηρία
που έκλεισε άρον άρον και αυτή

Η αξονική του κόσμου είναι έτοιμη
περιμένω την εκτύπωση κι ύστερα
θα ξεκοκαλίσω όλα μου τα ποιήματα

***

ΑΝΤΙ-ΠΟΙΗΣΗ

Και ειδικά στη χάση του φεγγαριού
συμβαίνουν τα ανεπανόρθωτα

Εδώ και καιρό συστηματικά πενθώ
τις απούλητες συλλογές μου
μην περιμένοντας καμιά δικαίωση

κι είναι αλήθεια πως ακόμη αποθέτω
πάνω σε στοίβες παλιών βιβλίων
δεκάδες μεταποιημένους στίχους

τότε αραδιάζονται μπροστά μου
όλα τα λογοτεχνικά διλήμματα
χωρίς να μπορώ να τα απαντήσω

Επιπλέον, διψάω για αντι-ποίηση
-πού να σου εξηγώ τώρα τον ορισμό-

άλλωστε σε τόσες λίγες γραμμές
τι είδους ανατροπή να προκύψει;

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της ποίησης”, εκδ. Στίξις, 2018.

Halil Karapasaoglu, Δύο ποιήματα

Έρωτας με καυτερό πιπέρι

Γλυκαίνει η πιπεριά
το ψέμα της παιδικότητας
παρά τις πίκρες
που αλείφονται στη γλώσσα σου

απλώνεται στον ήλιο
μία μία
κρεμασμένη στο σύρμα
η κόκκινη πιπεριά

γίνεται κραγιόν στα χείλη σου

ψωμοτύρι στη γλώσσα μου γίνεται η ιστορία
του μπαχαριού που υποφέρει
κάθε φορά που σε φιλώ

Λονδίνο, Καλοκαίρι 2013

***

Ωτοστόπ

Τη ζωή
βρίσκω μαζεύοντας
ό,τι παρεαπέφτει από τις τσέπες του δρόμου

ακόμα και να παλιώσουν τα μαλλιά μου
τα γένια μου
τα σανδάλια μου

ανοίγω πηγάδια από γράμματα
ύστερα πέφτω
στον δρόμο αφήνω
ό,τι βαραίνει την πλάτη μου

*Από το βιβλίο “Αγάπη με καυτερή πιπεριά” (2013)

**Μετάφραση: Lale Alatli / Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη.

***Ο Halil Karapasaoglu γεννήθηκε το 1985 στον Ψυλλάτο της Κύπρου. Το 2008 πήγε στην Αγγλία όπου έκανε πάμπολλα επαγγέλματα. Κυκλοφόρησε με φίλους του το περιοδικό Cirkef, ενώ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξέδωσε το περιοδικό Lokmaci. Από το 2013 γράφει στο λογοτεχνικό περιοδικό KerPic. Το 2011 ενώ υπηρετούσε στο στρατό φυλακίστηκε για δέκα μέρες για ένα άρθρο του. Το 2013 δήλωσε δημόσια ότι είναι αντιρρησίας συνείδησης.

****Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2018.

Στρατής Φάβρος, Ένα ανέκδοτο ποίημα

Έχω το νόστο ενός τόπου της παιδικής μου ηλικίας
στον οποίο δεν ταξίδεψα ποτέ
έχω το νόστο ενός ταξιδιού που κόπηκε στη μέση
αναθυμούμαι τη ζεστασιά σωμάτων που δεν άγγιξα
τις μυρουδιές αχαλίνωτων αισθήσεων
φαγητών που δεν φτάσαν στο τραπέζι
κρασιών που δεν χύθηκαν
την αφή απ’ ονείρων σκεπάσματα
από Φορέματα Αφόρετα
από γυναίκες αιθέρια ποθητές μα τέλεια ανέγγιχτες
έχω το νόστο όλων των χαδιών που υπήρξαν
και χάθηκαν καντηλέρια της απροσμέτρητης ζήσης