Δημήτρης Δούκαρης, Στους πέντε δρόμους

Σε είπανε Θεό
και δε Σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θάχες φόβο,
θάχες τρόμο
θάχες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα Σε λυπόμουν.

Σε είπαν επανάσταση
και Σ’ ακολούθησα,
ήθελα να γκρεμίσεις,
ήθελα να χτίσεις,
ήθελα να τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις,
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ
και μ’ άφησες στους πέντε δρόμους.

Γρηγόρης Σακαλής, Επιφαινόμενα

Δεν θέλω αστέρια
δεν θέλω λουλούδια
ρυάκια κι εξοχές
κοιτάζω γύρω μου
και η ψυχή μου είναι μαύρη
αυτά που συμβαίνουν
σε μένα
στους συνανθρώπους μου
είναι τραγικά
το μυαλό μου
το μυαλό τους
στη μέγγενη της καθημερινότητας
δεν μπορούμε να ζήσουμε
τη ζωή
έτσι όπως τη θέλουμε
εύκολες διαφυγές
δεν μας ταιριάζουν
δεν κλείνουμε τα μάτια
στην πραγματικότητα
τα μάτια μας βλέπουν
πίσω απ΄τα επιφαινόμενα.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, Τα ζόμπι των Χριστουγέννων

εμείς που είμαστε ζόμπι το γνωρίζουμε:
όλοι πάνω σε μια καμήλα που βαριανασαίνει
πορευόμαστε

οι γιορτές δημιουργήθηκαν για να δομούν το χρόνο
προσφέρουν σύντομες στάσεις στους καμηλιέριδες
μικρές οάσεις μέσα στην έρημο- χρόνος
(ποιός είναι ο τελικός προορισμός προτιμούμε να το λησμονάμε
σημασία έχει το ταξίδι διατεινόμαστε)
ο καθείς στολίζει με ότι μπορεί
αυτό το δένδρο που το λέει χριστουγενιάτικο
εμείς το στολίζουμε
με αγγίγματα κάτω από το τραπέζι
δαγκωμένα αχλάδια μήλα
φιλιά γλώσσες και σχισμές
αριστερό πέλμα γλώσσα και αυτί
γλώσσα ανάμεσα στα δάκτυλα
χείλη και μάτια μάτια μάτια μάτια παντού
στα δάχτυλα στα πόδια
στον κορμό στις ρίζες στα κλαδιά
και μετά το ποτίζουμε με τους χυμούς μας
που εξακολουθούν να αναβλύζουν
αλήθεια πόσα χρόνια;
5000 χρόνια θα είναι. δεν θα είναι;
τόσος δεν είναι ο χρόνος που είμαστε μαζί;

Ένας διάλογος με τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου

Λένε πως έρχεσαι από νύχτα βαθιά
και σκορπίσανε όλοι
Βέβαια αιμόφυρτος με τα φώτα σβηστά
και σε κύκλωσαν όλοι
Έστω ένας χτύπος μα όλα είναι νεκρά
συγκατάνευσαν όλοι
Λένε η ανάσα του θα καίει την καρδιά
κι έγιναν οι δήμιοι σκόνη

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Σε βλέπω να γλιστράς σα μικρός άνεμος στις όχθες του Θερμαϊκού, βυθισμένος σε μιαν απαλή σιωπή,
με τα χέρια να κρέμονται αμήχανα απέναντι στην προσβλητική αδιαφορία των περιπατητών του απογεύματος,
να κλυδωνίζεσαι γλυκά σε μιαν αναστοχαστική μέθη που δραπετεύει από την εκδικητικότητα των κανόνων,
να γλιστράς στην αγκαλιά των λέξεων και να αναδύεσαι σαν το πιο γοερό τους θυμίαμα, σκυμμένος πάνω από τον χαμηλοτάβανο ουρανό, ένα σύννεφο βαρύ σα θνησιγενής έρωτας,
σαν τις υπομονετικές προδοσίες, σαν την ανέκφραστη χειρονομία που διαφημίζει επίμονα τον ήλιο μιας κάποιας δεσπόζουσας πόλης.

Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Κι ύστερα θόλωσε η εικόνα σου
σα μια ανταύγεια του ηλιοβασιλέματος στη νηνεμία του μεγάλου λιμανιού,
μέσα από τα θραύσματα της στάμνας στη ρίζα αρχαίου τείχους,
από τα βράχια χύθηκες σαν κόκκινο κρασί στην αγκαλιά της βρώμικης θάλασσας, και χάθηκες οπτασία στον αλμυρό βυθό,
για να αναδύεσαι στα σκοτεινά σοκάκια πότε εδώ και πότε εκεί
στα σωθικά της πρωτεύουσας,
μια αλμυρή οπτασία που χαϊδεύει το ακατάλυτο μπετόν, δεν χαρίζεται, θυμίζει την αρχέγονη ουσία του έρωτα που συντρίβει τα αφυδατωμένα σώματα, καθώς αυτά περιδινίζονται στα σταυροδρόμια των σκοτεινών θανάτων, εσύ,
αειθαλής εντιμότητα στους λασπερούς κήπους,
φτερωτή αθωότητα στη ράχη των ερπετών,
αγέρωχη φτώχια καθισμένη στη μικρή αυλή των θαυμάτων,
στη γειτονιά των ανείπωτων λέξεων,
να κρατάς εκείνον τον θησαυρό των ερώτων και των θανάτων κρυμμένο για πάντα μπροστά στα μάτια μας.

Θαλερός

*Μουσική: Θαλερός
**Ηχογράφηση και επεξεργασία σε διαμέρισμα στις Εργατικές Πολυκατοικίες Αιγάλεω με θαλερότητα

A narrative of dysfunctional resurrection

In his latest poetry collection, ‘Angel Frankenstein’, George Mouratidis offers diverse manifestations of memory, time and loss

Dean Kalimniou
**

“How impossible the perfect finality of immolating you in wine – a bottle already emptied.”
-George Mouratidis

Central to Mary Shelley’s Frankenstein is the exploration of unfulfilled longing, or rather the lifetime pursuit of completeness.

That this torment is eternal, is illustrated by the fact that her work is subtitled ‘The modern Prometheus’. The archetypal mythological figure of Prometheus, in his quest to push the boundaries, defy heavenly imposed limits and provide mankind with knowledge and enlightenment, roused the fury of the Olympians, through his industrial espionage, stealing the secret of fire. By way of punishment, he was condemned to be chained to a rock to have his liver eaten out every day by an eagle. Every night his liver would grow back and the torment was to continue for eternity.
There is pain and latent subversion in incompleteness. Plato, in The Symposium parallels the Promethean archetype and the torment of loss: “According to Greek mythology, humans were originally created with four arms, four legs and a head with two faces. Fearing their power, Zeus split them into two separate parts, condemning them to spend their lives in search of their other halves.”

The human condition therefore, whether by design or accident, whether via Prometheus, Frankenstein or the archetypal Platonic man, arises from a sense of consequence resulting from seeking enlightenment and power. Victor Frankenstein is the Shelleyan incarnation of Prometheus. He is fascinated, as Prometheus was, by the power of electricity/ lightning and obsessed with regeneration.

So too is local poet George Mouratidis in his recently published collection, Angel Frankenstein. “I sing her beauty from the roofs and fences of this neighbourhood this town where god is killed and resurrected every day in this world,” he writes.
The entire narrative is one of dysfunctional resurrection. The poet, in a series of Proustian madeleine moments, experiences a series of ecstasies of remembrance that flow from and cluster around each other in an effort to conquer time itself.
Time and Loss itself are the Poet’s Frankenstein. Embedded within the memories that comprise the narrative is a lament for the existence and loss of growing up in the 80’s in Thomastown, with all of its vibrancy, bleak contradictions, unfulfilled longings and sterility of horizon. The front cover of the collection, a typical Melbournian security door is a stark evocation of that time. A small red carnation laced through the wire mesh evokes the almost extinct Greek Australian custom of leaving a flower at someone’s front door when they are not home in order to draw attention to the thwarted visit. Mouratidis’ collection plays exactly the same role: An attempt to revisit a past that is no longer there, highlighting the pain and sweet sorrow at trying to make one’s mark upon that past and connect with it, knowing that the means to do so are as impermanent and as perishable as a flower upon a security door. Further, the very gesture of marking one’s presence with the flower, real or poetic has more to do with one’s relationship to the door that bars entry that the realm it grants access to. How that realm will interpret our gesture is a question that the poet also raises.

Throughout the collection, insight is displayed as to the futility of the poet’s undertaking. As galvanic as his poetry is, can we really hope to animate the corpse of our own history and what truly is the point of jump-starting an agglomeration of defunct body parts? Is it not narcissistic to even presume to do so? “How selfish the worm of my own thinking/ when all your thought/ is wiped/ like a smudged fingerprint/ from a smashed cup/ by some thing I can never know. I think/ how deep that black worm has burrowed,/ how much of your life and mine it has eaten and/how much can be saved…./YESTERDAY…./THIS morning…” the poet writes.

The pages upon which his muscular but melodious words cascade themselves, are palimpsests, underwritten by the existential scrawls of all those who have come before and populated his world: drug addicts, suicides, Ljubce, the neighbourhood wife-beater, self-righteous “uncles and aunts” posing, relating to and discoursing each other in passive-aggressive emergent bourgeois patois, all partaking of a long-lost liturgy whose cadences still reverberate within the poet’s chest and torment him as he attempts to articulate them, in a world in which they are decontextualised to the point of being unintelligible: “how the worm twists hungrily/ in your wake,/ how much of my life it has eaten/ already, over-/ gorged and/ shivering in/ my perishable chest.”
It is from this power, the power to evoke, recall and purport to reconstruct the vivacity of life (“neither rhyme or reason holds a thousand fields of beacons to this presence of your loving heart that keeps the beat the beat of pulsing life that passes day and night”) that he has equipped himself with, that the inner torture he will suffer from the use of it stems. Lost Greek Australia bears scant relation to its contemporary incarnation. It also bears scant relation to the way it is portrayed in history and the memories of others who have partaken of it. It is a “kaleidoscope of crazy is a καρναβάλι down my dimwit street.” His torture mirrors that of Prometheus’ undying, eternal and also impossible to relate to unless one “hangs discarded in my/ dreams, where you still/ hold that black worm in your/ heart for me to extract – a devouring/ ghost frozen – your ghost flesh/ clenched in chipped stone teeth,/ the star in your laughter…”

“How trite/ your death/is /my death too…” the poet observes seemingly flippantly, about the starting point of his pursuit. His is a nonchalance that stems from discipline and rigour. The apparently effortless movement of the text is far more than a mere contrivance of recollection. The poet puts on a bravura display of differing voices and opposing tonalities, conflicting verse forms and metric schemes, a deliberate compendium of the diverse manifestations of memory which veers from coyness to savagery. This is the counterpoint of light reverie or the melancholy of mellifluous apodemic nostalgia; the hammering contempt for hypocrisy and the vanity of affectation, spoken with the authority of one invested in its passage, with the unyielding force of his moral compass allowing no compromise in language or grammar. Truth telling of this kind can largely dispense with the strictures of verb and adjective. In his expert hands, Mouratidis’ words become the cloth of the Fates, intricately woven, only to be sundered at the loom, keening in vain at the impossibility of its re-attachment to anything but our own memory. Thus, for all their materiality, the poems are counterpoised within a tension of belonging, escaping, but enduring, even when purportedly lost within the material world. There is a bewitching fluency in the poet’s design, a sense that the dross of contemporary existence can be left behind for a floating of tortured evanescence, before we realise that our flotation devices anchor us, directly into the chthonic paradigm that informs the entire work. Past, present and future, here conflate.

Mouratidis’ use of the Greek throughout the collection is significant. There is none of the tokenistic or fetishizing sprinkling of Greek words to add an exotic ethnic flavour for the benefit of the orientalising mainstream palette, as blights the work of lesser Greek Australian poets. Instead, Mouratidis renders the Greek language it its proper linguistic context within Australia, wherein both the English and Greek languages are intermixed indiscriminately and unconsciously. The spelling used is often deliberately archaic or incorrect, faithfully recording the writings of first generation migrants who were not afforded an opportunity to complete their education. The misspelling of words such as «σαςαφείνω» is a telling symbol of a world misremembered, misrepresented, misforgotten and possibly, through the poet’s own efforts, mis-resurrected. It also artfully a sense of contrived affinity as the poet, of another generation and social class, points to linguistic and narrative approximates in order to justify his place, beyond the wire mesh door: “I arrived here on a Qantas flight in 1978/ not a packed deck of men and women, kids against the rail, waving/ to the waiting clouds below on Station Pier,/ but I did… Their stories are my stories too…”
In ‘Canto 5′ of Songs of the Last Chinese Poet, Ouyang Yu reflects: “your lost identity will forever pull you back/ towards the centre of chaos/ its’ better to stay there/ for it’s a way of life you have been used to/ like if you are used to death/ life will be a kind of torture to you.”

It is this salvific knowledge of the lingering mouldering suffering of Frankenstein’s reanimation at the hands of the wordsmith that is our course but ultimately, our salvation. George Mouratidis’ Angel Frankenstein is perhaps the most profound poetic treatment of the way we view, contextualise and efface our antipodean existence within its history while simultaneously constituting a dirge for a time and place, forever lost, yet omnipresent, placed within the ultimate dirge for the times and places lost prior to that within the mother country. As the poet urges: “Stay close to me my love,/ my heart/ until we both get dug/ in sixty thousand years.”

*Angel Frankenstein is published by Soul Bay Press.

**Taken from https://neoskosmos.com/en/125238/a-narrative-of-dysfunctional-resurrection/

Ηλίας Τσέχος, 12 ποιήματα από τις “Ελεύθερες εξορίες”


.

Ω! Κοινωνία
Είσαι πιο πικρή από
Τον θάνατο μου

Ποδόσφαιρες Ιχνογραφίες

,

Τι είναι Ποίηση;
Η κάθε στιγμή Μέλλοντος
Και Ποίημα;

Όλη η στιγμή Παρελθόντος

Καλοκαιρινές εγχειρήσεις
Να πεθαίνουμε όμοια
Της ζωής που αν φεύγει
Στον ίδιο τόπο να έρχεται

Προσθέσεις

,

Οι θέσεις

Σ’ έναν κόσμο που δεν
Διορθώνεται

Για να μαζέψεις την
Αλήθεια αύριο

Σήμερα κι εχθές
Όπως ήσουν
Δεν υπάρχει

Όσο λαδώνεται ο καιρός πεθαίνεις

.

Στην τσέπη ένα μεσημέρι μου
Δεν έχει απαντήσεις όσο πας
Μήτε όταν επιστρέφεις
Δίχως να λιγοστεύεις ευτυχία τη ζωή

Η ποίηση την πολλαπλασιάζει

Να ηττηθούμε ή να μας νικήσεις

Άνοιξη ελεύσεως

Καμένες φλέβες φύση οι Σκουριές
Και αίμα από τον θάνατο
Θάνατος έρχεται
Και αν αργώ θυσίασε με
Οι κόποι μου έχουν γραφτεί

Πεθαίνω μαζί σας, Σκυλάδικο όλων των εποχών

,

Δεν είμαι για μια θέση στη Λογοτεχνία

Δεν ήμουν για μια θέση στη Ζωή

Είμαι για δυο θέσεις στη Λογοτεχνία
Καμίας θέσης στη Ζωή

Τα λέμε με τον Σίμο Ανδρονίδη

.

Συνεπής
Εξορίστηκες
Στις θεουργίες
Στην πρώτη λέξη της ποιήσεως
Χυτός μακρινός χρόνος
Στρόβιλος μύθος του ανθρώπου
Όψεις διαστέλλοντας
Μετωνυμίες άθλων

Χιλίων κομματίων θρύψαλα

Διαρκώς ειδώλων πολιτείες
Βίου αγκυροβόλο πένθος
Επάλληλα αφήγησης
Καλώντας τη χαρά όπως τη λύπη
Ταγμένα να πτωχεύσουν
Να χαμηλώνεις προσδοκίες
Τριθέσια πληγή πολιτισμών
Του στιγμιαίου διαρκώς
Εγχειρίδιος δείκτης
Συνήθειες προδίδοντας

Έμπιστους θυμούς

Ανακαλείς
Απ΄τα ερείπια της μνήμης
Μόνον λέξεις
Ίσα ίσα να χωρούμε
Να μας περιλαμβάνουν
Αφού στα πόδια το ΄βαλε η αληθεία
Να σβήει χαραυγές
Η ακατάρριπτη μορφή σου
Των αρθρώσεων άφθαρτη
Σε απαραίτητο τοπίο ακέραιος
Αντηχείο

Δίας εξακολουθητικός λυγμός

Χαίρε Σίμο
Νέε ποιήσεων είσοδοι
Αλτρουιστή
Του κόσμου ιδιαίτερος
Παίγνιο μη πανούργο
Διάλογος εγγύς
Όσων ομνύουν το σώμα
Και άκου:
Ναι ή Όχι η
Ζωή επανάληψη
Δεν αγαπώ τις επαναλήψεις

Τα λέμε με τον Σωτήριο Παστάκα

,

Δεν αποφασίζω ή αναποφάσιστος
Συνθέτεται το ποίημα
Που μια αίσθηση
Το δυναμώνει θύελλα και
Δεν λαμβάνει δάνεια

Δεν επιθυμεί μουσεία τάξης

Δουλεύει γλώσσα
Αυτοστιγμής συνάντηση
Δεν έχει δεσμό κανόνων
Ορθογραφίες κέρδους
Το τέλος του δε εξ αρχής
Τον σκλάβο ελευθερώνει
Την αδυναμία του κόσμου
Εκεί που λιώνει απαρηγόρητα

Διόλου ορατή έκδοση

Ναι! Ο Ποιητής
Στα βάθη Ζωής Θανάτου
Εκπλήσσει
Υπάρχει καύσιμο παραγωγό
Οργή αυτονομίας
Ομιλία αγάλματος
Θάναντος διορισμένος

Τα λέμε με την Κική Δημουλά

,

Αληθινά ευχαριστώ
Η χαρά να σας διαβάσω

Πόσο με κέρδισε

Και καλοί χορευτές
Και έξυπνοι τραγουδιστές
Διαπεραστικοί καλπάζοντες ποιητές
Τα ποιήματά σας
Λίγο τα γκέμια ορμητικού
Ποταμού αν σφίξετε
Θ΄ ακούγεται καλύτερα

Το γάργαρο νερό σας

” Και η αλήθεια ψέμα είναι; ”
Ψέμα ακόμα και η αλήθεια;
” Πως και οι άλλοι πιθανότητες είναι
Που θέλουν να ζήσουν; ”
Ψέμα και η αλήθεια ” Οτι ουδείς
Μα ουδείς

Θεμέλια ρίχνει στις λέξεις ; ”

Επιζούμε τελικά
Χάρη και αντίδοτο που
Παράγει η ποίηση σου κι η

Ευγένεια σας

Φύλατα
Και διαφύλαξε τα άνθη σου
” Μια άλλη χώρα που λείπει… ”
Και σε περίπτωση
Λόγω όσων κατασπαρακτικών
Με κατασπάραξαν
Μετανοήσατε για τα βιβλία
Που μου αφιερώσατε
Που αγάπησα
Σας τα επιστρέφω

Με το ταχυδρομείο των ” λυπήσεων ”

Ένα παγκάκι είμαι
Άλλη χώρα

Τα λέμε με τον Γεράσιμο Λουκάτο

.

Μέγισθε Πόντιε
Ουρανίων θραυσμάτων
Ηλία φίλε
Καλές εορτές
Και φιλότητας θρόισμα

Υπάρχουμε ευγνωμοσύνη
Όσο χαίρει η ποίηση

Και μας καλεί

Περνούμε από τον Άδη
Σκάβουμε όλο το μέλλον
Ίδιο είναι

Τα λέμε με τον Παντελή Τσαλουχίδη

,

Πράματα και θάματα !

Είσαι ροκάς; Χάνεις τον Βοwie
Eίσαι σκυλάς; Χάνεις τον Παντελίδη
Είσαι ρεμπετόφιλος; Χάνεις τον Μπάμπη Γκολέ

Είσαι Μαρξιστής, τον Ουμπέρτο Έκο

Χάνεις αυγά και πασχάλια
Από τη μια η κυβέρνηση
Ποζάρει για Αριστερά
Από την άλλη η Παπαγγελή
Είσαι για φωτογραφία;

Πάει κι ο Γιάννης Κυριακίδης

Θέλεις Όμηρο, Ηρόδοτο
Έδρανα, φοιτητές;
Έφυγαν ταξίδι με τον Μαρωνίτη
Κορίτσια ο Μπάρκουλης;

Πάει και η Σοφία Ρούμπου ” Κορίτσι του 17 ” ;

Ντάριο Φο πλήρωσες πλήρωσες
– Όλα τα χεσμένα-

Λέοναρτ Κοέν πότε ξαναπάμε Ύδρα !

Τι θέλετε ορέ βδέλλες
Βρέχει πάντα σαν τον Κάστρο

Όσο είστε κάτω από ομπρέλες

Πέτρος Φυσσούν φυσούν
Πάει κι ο Ευθύμης Βαρλάμης
Κι ο Τζώρτζ Μάικολ ο κομμουνιστής

Πάει πάει και ο Γιώργος Μιχαηλίδης

Πολλές φορές μια φορά

Τα λέμε με τον Παντελή Παντελίδη

– μήνα προ θανατηφόρου ατυχήματος –

στη μνήμη του

.

Παντέλα ανοίγεις Κυριακές

Τα λέλουδα πλατφόρμες στην πίστα

Είμαι ο Παντελίδη
Δεν αναγνωρίζω τη φωνή μου
Νικώ έναν λαό και ηττώμαι
Είμαι το λαμπρό κοπίδι

Βγαίνω βόλτα μ’ άλλα

Α! Μαλάκα ω μαλάκα
Πατείς την ποίηση
Χαλί Αλή αλί χολή και τραγουδάς

Τον κόσμο στην πληγή

Που έπρεπε τρεις πίστες
Μαζί σου να καεί το Ελληνί

Τα λέμε με την Αθηνά Ξανθίδου

.

Γύρη αγαπητέ Ηλία
Σμικρύνοντας τη γη
Το έαρ
Καμβάς καρπών
Στα φαράγγια των λέξεων
Γόνιμος χορός αινιγμάτων
Καλείς ανάγκες ενός κόσμου
Που όλοι έπρεπε να ΄μαστε εκεί
Σταγόνες ωκεανίζεις
Σταγονοποιείς ωκεανούς
Έρχεσαι από αλλού
Με όλες τις εισόδους στη μασχάλη
Κοπάδια βάθρα
Περιπλανήσεων ήρωας

Όλο να ζούμε όλο να πεθαίνουμε

Ουρανός τον ουρανό χαμηλώνεις
Δεν επιτρέπεις να περάσει τίποτα
Και να σε προσπεράσει
Μεταλαμβάνεις την αθανασία
Προφταίνεις το παρόν
Όσων διψούν κελάρυσμα
Κόκκινος κατακόκκινος στις κερασιές

Από ανθό Ηλία σε ανθό

Πυροτεχνήματα μαδάς
Φέγγος ιδρώνοντας
Στα σφουγγάρια βουτώντας
Ηχηρώς αναμέτρηση

Αρχή και τέλος

Γίνε βαθιά ουρανός Αθηνά
Πρώτη γουλιά το άκυρο
Να μην έχουμε ανάγκες
Σπάνια γιορτάζει η ζωή από χαρά
Δεν είναι το αίμα αθώο

Απόστολος Κοτούλας, Δύο ποιήματα

Το τελευταίο φεγγάρι

Φεβρουάριος θλίψη στο φως του δειλινού,
διασχίζοντας τη μεγάλη Γέφυρα
ο Dom μεγαλοπρεπής στους αιώνες
Το κρύο φτάνει
Το κρύο έφτασε
θα καλύψει τα πάντα! Φύγε!
Το χαμόγελο φτερουγίζει ορφανό
Εσύ κοιτάς με απορία χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά
Η Πανσέληνος ξεπροβάλλει μέσα
από χωράφι, κοιμόταν χρόνια
Γεμάτη ρυτίδες, γεμάτη αράχνες
άδεια από ρομάντζο γεμάτη πληγές
Καμπάνες χτυπάνε, η μόνη μουσική
που ακούγεται
καμπανάκια συναγερμού
Μπείτε στις τρύπες σας, αιλουροειδή ποντίκια!
Αύριο πάλι θα συνεχίσετε’
θα σπείρετε Χολέρα
θα σκοτώσει εσάς πρώτα
Η Πανσέληνος
Η Πανσέληνος με φόντο
Γαλάζιο ουρανό
Πάνω απ’ τον Ρήνο
θα κάνουμε παρέα τελικά
Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες
Εκατό χρόνια και σαράντα μέρες
Σήμερα η Κολωνία μου μού χαρίζει
την Πανσέληνο.

***

Το γυαλί

Στον Γιώργο Ξένο

Μαδημένο μανίκι, χυμένο μελάνι,
και δίπλα ο χώρος της βροχής
Τρεις μέρες βρέχει
ο βωμός φαίνεται θολά,
όμως είναι εκεί
Πάντα στέκει εκεί βωμός
Ανυπόταχτα μόνο τα γυναικόπαιδα
Παιδική αντίδραση ζηλευτή
αμεσότητα αντίληψης
Κεραυνοί αλήθειας σκάβουν
τα κέντρα της πλατείας
Γελοιογραφίες παρασέρνει ο αέρας
Ούτε βρώμικα βρόμικα ούτε καθαρά ίχνη
μπορείς να δεις, μόνο ν’ ακούσεις
Μόνο ν’ ακούσεις, να μυρίσεις
και να θυμηθείς
Κυανές θλίψεις, πλάγιασμα
στην άκρη του γκρεμού
Ίχνη Ίχνη Ίχνη.

*Από τη συλλογή “Τα Τείχη / Τα Ίχνη”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013

Ειρηναίος Μαράκης, Τα Χριστούγεννα του Κάφκα

στον Γιάννη Ν.

Όταν αυτοκτόνησε ο Κάφκα

ήταν Χριστούγεννα.

Γυμνό τον βρήκαμε

ανάμεσα στα σκέλη μιας μηχανής

κομματιασμένο

και με την πλάτη γεμάτη τρύπες

που ένα μοτίβο λέξεων σχημάτιζαν

περίεργο αρκετά

που έδινε παραγγελιά

τα βιβλία του να κάψουμε

και τα χειρόγραφα.
Αυτό κάναμε, με μέθοδο και σπουδή

αν και πάλι κάτι έμεινε

νέες λέξεις κι ιστορίες που σχεδιάστηκαν
με το αίμα του νεκρού

πάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Φεύγοντας απ’ το σπίτι

κάποιος παρατήρησε πως το αίμα

έμοιαζε με μικρά έντομα

που βιαστικά έτρεχαν να βρουν καταφύγιο

από τις καινούργιες ιστορίες

αλλά δεν τον πιστέψαμε.


21/12/2018

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εορταστικό

Να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια
― να ψωνίζουν οι πελάτες.
Να πέφτει απ’ τον ουρανό ψεύτικο χιόνι
― να συγκινούνται οι πελάτες.
Η κούκλα στο κεφαλόσκαλο γδυμένη
χαμογελαστή και αμίλητη
― να μπαίνουν παραμέσα οι πελάτες.

Να τσουλάνε μετά σαν κονσέρβες
με την ημερομηνία λήξης στο κούτελό τους
για τα στολισμένα ράφια τους.

20.12.2018

Χριστόφορος Τριάντης, Τρία ποιήματα

ΕΝΑΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

Το ποίημα είναι
ένας αφορισμός,
μια απέχθεια
προς τη γενίκευση,
λόγω ραθυμίας  
του δημιουργού.
Η ολότητα συγκροτείται
απ’ τα άγλωσσα μανιφέστα
σοφών και λογάδων,
τις πράξεις
θνητών κι αθανάτων
και το μίσος
για τις ψευδαισθήσεις. 


***

ΜΕ ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΦΩΤΑ

Μας πρόδωσαν τα ποιήματα.
Οι λέξεις ήταν λίγες
μπροστά στην ηδονή.
Οι σκέψεις πάγωσαν,
λόγω επανάληψης και ατολμίας.
Με σβησμένα φώτα
αποχαιρετήσαμε το ψέμα,
χωρίς να χαϊδέψουμε (λίγο)
τα νυχτολούλουδα.
Χειροκροτήματα
(αμοιβή για τους ρόλους)
ακούστηκαν έξω
απ’ τις κλεισμένες πόρτες
κι ύστερα σιωπή.

***
 
ΜΟΡΦΑΣΜΟΙ

Να, οι μορφασμοί γίνονται
μια ανεπαρκής ειρωνεία,
προς το τέλος της διαδρομής.
Και η ηδονή μασκαρεύεται
σε άδεια μικροτελετή
κυττάρων και αδένων,
αντιλογοτεχνικό λεξιλόγιο
(πέριξ της θλίψης),
που δεν αφαιρεί
τη μελαγχολία
απ’ τα βαθιά μεσάνυχτα.