Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Το ποίημα έφεραν οι γλάροι

τη γέφυρα καθώς διέσχιζες
τρεις μαύρες γάτες είδες
και σε τρόμαξαν
μες τ’΄όνειρο
πρωί ‘που χρύσιζε το κόκκινο

‘ς τη γέφυρα του Γαλατά
το καλοκαίρι ‘που μας έφυγε
δώδεκα ‘μάτια, φίλε, είχε ο θάνατος
γαλήνης
και την οδό Φορμίωνος
μες τις παλάμες του

για σενα – νοτισμένες.

Αντώνης Μπουντούρης, Ήρθες

Έργο Σάββα Πετράκη

Κουβαλώντας στα μάτια σου
Εσπερινούς
Αγρύπνιες
Μπουρλοτιέρηδες Αγίους
και τα ξόρκια της Κασσάνδρας
ήρθες.

Στο καντήλι κρεμασμένη μιά αγάπη
από τα παλιά.
Το βλέμμα σου χαροκαμένης Παναγιάς
Η απόστασή σου μέχρι τη καρδιά μου
ορφανεμένη.

Γιατί ήρθες;

Λίνα Βαταντζή, Ενώπιον

Δεν στάθηκα γυμνή –
Ήμουν ντυμένη ζωή
εμπειρίες το ένδυμα
ζωγραφισμένο με
χαρά και λύπη.

Γυμνή ήταν η ψυχή –
Παράθυρο ανοικτό
στο ψύχος
πέταλα ευαίσθητα στο
θρόισμα του αέρα.

Δεν μπορώ να σταθώ-
Είμαι γυμνή ντυμένη
τραύματα
καθρέφτες είμαστε
πληγές του χρόνου.

Lale Alatli, Εκείνο το παιδί

Σχέδιο: Χρήστος Αλαβέρας

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δεν με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό των δέντρων σου στις σκιές,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
κανείς δεν θυμάται πλέον
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλοντον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κατάπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας σου
μια ομιχλώδη μέρα σαν σήμερα,
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε τη δίκιά σου ιστορία.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”. Το σκίτσο της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα.

Ali Cobby Eckermann, Kumana

There is no life
but Family.

When I am young
I live with my Family.

When I grow up
I leave my Family.

When I am lonely
I miss my Family.

When I am drunk
I reverse-charge my Family.

When I pass away
I unite my Family.

There is no life
but Family.

KUMANA

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

Όταν είμαι νέα
ζω με την Οικογένειά μου.

Όταν μεγαλώσω
αφήνω την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι μόνη
αναπολώ την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι πιωμένη
επιβαρύνω την Οικογένειά μου.

Όταν πεθάνω
ενώνω την Οικογένειά μου.

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Τέλλος Φίλης, Εν Βοδενοίς

Τα Βοδενά, σημερινή Έδεσσα

στον Μάρκο

σήμερα έχασα το χώμα μου
οι λέξεις δεν φυτρώνουν στα τσιμέντα
θέλουν αγέρι, χώμα και νερό
να σκαλιστούν, να ποτιστούν, να ταξιδέψουν

κι έμεινα καράβι α α α αταξίδευτο
καταμεσής της άκαμπτης ασφάλτου
που πατρίδα δεν ξέρει τι σημαίνει

*Από το “Εντευκτήριο”: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_2.html

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (15)

Τί κι αν μας πήραν στο φαλάγγι
Τί κι αν μας νίκησαν στον πετροπόλεμο
Κι αν μας χλευάζουν
Που χάσαμε τα υπάρχοντά μας
Που φάγαμε όλο το μάννα τ’ ουρανού
Στην έρημο
Που μας άφησαν μόνους
Τα χέρια των κοριτσιών με τα βελούδινα βλέμματα
Και τα χαμόγελα απλωμένα στον ήλιο σα λιακάδα
Η έκσταση πέφτει από ψηλά
Και γίνεται τόξο
Στα χέρια τού Θεού
Φαρέτρα γεμάτη στίχους
Που όσο κι αν κοκορεύονται οι αλαλαγμοί στην έπαρση
Θα γίνουν κάποτε τραγούδι στην ερημιά
Τρυφερού κοριτσιού που φανερώνει με χάρη
Την όαση που κρύβεται πίσω απ’ τά πέπλα της.

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (2)

Σε κούρασαν τα πήγαιν’-έλα
Οι αργές εκστρατείες για το ανώφελο δέρας
Νησιά των Μακάρων-Αχερουσία-Γάργαρα Άκρα
Οι δούρειοι ίπποι που βόσκουν στους λειμώνες τού Κάικου
Οι τόσοι εξωκεανισμοί τού γαλαξία
Κήρυκες στα τείχη
Που φωνασκούν με σούρτα φέρτα
Ή τάχα κόπτονται για τις μεγάλες ταραχές
Ομηρικών πολέμων•να γύρεις εδώ
Πριν οι καημοί φτάσουν στον κόμπο
Πριν έρθει ο τετελεσμένος χρόνος
Που κάθε μέρα συντάσσει
Τις συντριβές και τις αποδημίες•
Εδώ κάτω απ’ τά πράσινα φτερά
Τής φυλλωσιάς των δέντρων
Όσα ονειρεύτηκες κάποτε
Έγιναν ξέφρενα άλογα που θα σε φέρουν
Στ’ αέρινα λιβάδια τής αμαζονίας
Στη χώρα με τα κοπάδια τού ήλιου που βελάζει•
Πιο πέρα ένα σουραύλι που βουλιάζει τραγουδά
Το τραγούδι τού βοσκού που ανεβαίνει με σκάφανδρο
Απ’ τό βυθό βαθιά τού ύπνου των ονείρων
Των συνειρμών κόρης εκστατικής που τρέφει
Κι από ‘να αηδόνι σε κάθε της μαστό•
Να το θυμάσαι
Αλλιώς θα πέσουν τα ζάρια
Και οι προθέσεις αύριο θα ονομαστούν γεγονότα
Και τα τριζόνια θ’ αφήσουν να πέσει
Γλυκά το μέλι στη φωνή σου
Όπως αφήνουν και πέφτουν τα φιλιά τους
Οι γυναίκες που μας αγάπησαν στο μέλλον
(σκιρτούν με σφρίγος σα δορκάδες οι μαστοί τους
και οι ρόγες τους είναι αιχμές στού έρωτα τα τόξα).
Όσο κεντάς τον ίμερο θα υπάρχεις
Με το χωνί μιας ανεμώνης άκουσέ με
Μακριά από τους νυγμούς τής Σφίγγας
Μακριά απ’ τά πλήθη που τεκταίνουν τις πλεκτάνες τους
Τα χρόνια κυλούν σα βράχια
Βραχωμένα ψηλά σαν όνειρα
Και τα γεγονότα γίνονται μνήμη
Ο χρόνος μας τελειώνει,δεν το βλέπεις
Σε λίγο
Θα κολυμπάμε στην κλεψύδρα τ’ ουρανού.

Νίκος Νομικός, Πέντε ποιήματα

Πρόθεση

ξάστερο το μέτωπο του δικαίου
πρόλαβε να σώσει το αίμα του
μόλις άνοιξε τις πόρτες του ο ήλιος
στα παγκόσμια σκοτάδια.

***

Ψηλαφιστά οράματα Α’

Αμυδρό του φεγγαριού το φως
και στο νυχτερινό παράθυρο
μοναχική ορθώνεται η φυλλωσιά
της λύτρωσης, απ’ τον μεγάλο αγώνα.
Η νύχτα πάντα με γεμίζει προσφορές
με τα λυχνάρια της ασκητικής
από τα χρόνια εκείνα των Κεράμων *
με βήματα και σύμβολα, παλιάς μυσταγωγίας
έτσι που να ’χει ο μισεμός περαστική ηλικία.
Απόψε, απλώνεται παθητική η σκιά
στου αρχάγγελου τα χέρια
κι αρχίζουνε οι αλλοτινές μου ζωγραφιές
να λυώνουνε στα πρωτοβρόχια
στ’ ανέπαφο σημείο της καρδιάς
που διώχνει τρικυμίες.

*Κέραμοι. Περιοχή της Αλεξάνδρειας με τον αρχαίο ναό του θεού Άμμωνος.

***

Ψηλαφιστά οράματα Β’

Σε όλες τις μέρες της ανάστασης
του τρίτου φωτός, έχει κρεμάσει
η συννεφιά στα μάτια του δικαίου
των παθών μου τον τάραχο.

Κι ερωτώ τον φιλάδελφό μου Ιππότη
με την μεγαλωσύνη της ρομφαίας του
μήπως, τελειώνουν οι δημιουργίες
στις μέρες μου.

Μήπως, δεν βιάστηκα να προλάβω
τ’ αλύπητα χρέη μου
και να μη διάβασα σωστά
τον κανόνα των αγίων παθών.

Μ’ έταξε όπως βλέπεις, η αιώνια μάνα μου
να προσέχω τα έργα και τις μέρες της
σαν έρχεται να με σώσει
μια πλημμύρα ανοιξιάτικη
στην οδό της κρίσης.

Σεπτ. 2010
Δυτικά της Ερήμου
Εμιράτα

***

Οι μεγάλες ώρες

Είν’ ο καθείς και η λάμψη του
κι απ’ της ανάσας τον σεισμό
θα σωριαστεί η θλίψη
κι έτσι όπως τη βλέπεις
να αποσύρεται, η νύχτα ετοιμόρροπη
καινούργιος ήλιος θε ν’ ανθίσει
μέσα απ’ το βάθος της πηγής.

***

Εφιαλτικό

Τα κίτρινα φώτα
μη τα βλέπεις πια
παντού υπάρχουν
εραστές του σκότους.

Οι καλές ώρες θρυμματίζουνται
τα είδωλα γιορτάζουνε
την θλίψη της καρδιάς.

Δυο δάκρυα παιδικά
φοράνε ακόμα τ’ αποφόρια
της όμορφης ευημερίας.

Ο ονειροπόλος της θεάς Καλλής
κουράστηκε να καταγράφει
τις φθορές, κι αξόδευτους αφήνει
τους πάμφυλλους ροδώνες.

Σεπτ. 2010

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, Εκδόσεις “Στοχαστής”.

**Ο Νίκος Νομικός ζει και δημιουργεί στη Μελβούρνη.

Στη μνήμη του Μάρκου Μέσκου – Όνειρα στον Άδη – Τρία ποιήματα

ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Το άδειο ποτήρι του νεκρού είναι·
μην τσουγκρίζεις μαζί του.

Σταγόνα δεν πέρασε ποτέ
Νέκυια σε ονόμασαν παλιά και Άδη
και Τάρταρα της Γης έγκατα λυώνοντας
τα κόκκαλα όσων έζησαν στο πάνω Φως·

Ου Τόπος
που με πουλιά κι ανθούς
χαράματα και δειλινά και νύχτες μαγικές
τον τραβούσαν κάτω – όλα πονούν εδώ μονολογούσε
(υπάρχουν πετούμενα στον Άδη; Γιατί
δεν απαντούν οι λέξεις;)

Αν πρόλαβε κάποιο κερί ν’ ανάψει
λίγο κατόπιν έσβησε στον άνεμο
τρεμούλιασε η λάμψη του και χάθηκε οριστικά
από ανίκητο μαύρο του θανάτου.
…Καιρός των θηρίων πάλι.

(Θεσσαλονίκη, 22.2.2016)

~~..~~

ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Φαρμακωμένα τα γηρατειά ψέματα λένε

Δεν άνοιγαν τα χείλη του πώς να μιλήσει
σαν κάτι μεταξύ ζωής και θανάτου –

κοσκίνιζε το χιόνι ο ουρανός
χειμώνα καιρό δίσεκτα χρόνια
το φόρτωνε στα μονοπάτια της σιωπής

τώρα λευκά τα ρόδα τ’ ουρανού στο χώμα
κάτω από το πέλμα της περαστικής ζωής
εκεί που ο νεκρός ασάλευτος
ετοίμαζε τα λευκά του δώρα εξισωμένος
στον Βοριά στον Νοτιά στην κόκκινη Δύση
και στα προνόμια της άπιστης Ανατολής.

(Θεσσαλονίκη, 28-31.1.2017)

~~..~~

ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

Εδώ που όλα πονούν

Ανήσυχο
από το πρωί
στα κλαριά
της γκορτσιάς
ανεβοκατεβαίνεις
σαν την ψιλή βροχή
πουλί μου
σκορπίζοντας τη στάχτη σου
τραγουδώντας.

(Θεσσαλονίκη, 10.3.2017)

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: http://apoikia.gr/markos-meskos-oneira-ston-adi/?fbclid=IwAR2m7A0xNnSEhjBTm-RQqdrz3dDyWYtk-9DV2-OjWKtL4w_ORmexubCbx38

**Στο βίντεο της ανάρτησης ο Μάρκος Μέσκος καταθέτει τη δική του συνεισφορά με τίτλο “Παραλειπόμενα από την καθημερινότητα της ομάδας των ‘Σημειώσεων'”, στο Διήμερο για το περιοδικό “Σημειώσεις” που έγινε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβρη του 2017.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Εξομολόγηση

Σιωπηλός, συγχώρεσε τα κρίματά μου.
Λυκόφως βιολετί κάνει να σβήνουν τα κεριά.
Βαρύ το πετραχήλι πέφτει πάνω
Στους ώμους και την κεφαλή.

Μην είναι η φωνή που λέει: “Κόρη! Σήκω…”
Χτυπάει η καρδιά πιο δυνατά…
Τ’ άγγιγμα χεριού απ’ το υφάδι πάνω
Εκείνης, που ταραγμένα, προσκυνά.

1911
Τσάρσκογιε Σελό

***

Βενετία

Στο τρυφερό, το πράσινο, το λαμπερό νερό
Χρυσός περιστερώνας πλέει.
Τ’ αγέρι τ’ αλμυρό τα ίχνη σβήνει
Από τις μαύρες γόνδολες.

Στο πλήθος, πρόσωπα τρυφερά, παράξενα
Σε κάθε μαγαζί παιχνίδια λαμπερά:
Σε μαξιλάρι είναι κεντητό των λεόντων το βιβλίο
Σε μάρμαρο είναι σκαλιστό των λεόντων το βιβλίο.

Σαν πίνακας αρχαίος, ξεθωριάζει,
Ο σκουρογάλανος ουρανός σαν παγώνει
Σε τούτα τα σκοκάκια στενάχωρα δεν είναι
Η υγρασία και η ζέστη δεν σε πνίγει.

1912

*Από το βιβλίο ΄Ροζάριο”. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Εκδ. Φίλντισι/σαμιζντάτ, Μάρτιος 2012.