Ειρήνη Καραγιαννίδου, Τρία ποιήματα

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΙΚΗΣ

Χθες είδα μια στιγμή
Στο άνοιγμα της πόρτας
Εκείνον που επιμένει να με κατοικεί
Σαν να ’χε μεταμορφωθεί
Σ’ ένα σπιτίσιο πράγμα
Σ’ ένα ακόμη έπιπλο.

Οι φοινικιές θ’ ανθίσουνε κι εφέτος
Όπως θα ’λεγε κι ο ποιητής
Παίζοντας το ψέμα στα δάχτυλά του.

Όλα ήταν όπως τ’ άφησε
Πράσινα, κόκκινα, μαβιά
Μ’ ένα σακάκι μαύρο θάνατο
πάνω απ’ την ομορφιά τους.

***

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΑΣΤΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ

Είναι κάτι απίθανες ώρες
Που παύεις να μιλάς για πράσινα άλογα
Και πιάνεις να θερίζεις χόρτα
Κρεμασμένους κήπους Βαβυλώνας κι άλλες αηδίες.

Ο καλός μου έχει καρφίτσες στα μάγουλα
Ένα τρύπιο μπαλόνι σφυρίζει συνθήματα
Και τότε ο κόσμος μεγαλώνει
Μου περνά στο χέρι ένα κουλούρι σουσαμένιο
Μπορεί και να το νόμιζα βραχιόλι.

***

ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΔΕΚΑΕΠΤΑ

Αν έλειπε η κίνηση
Θα πίστευα πως είναι μια σκιά
Στο τζάμι της κλεισμένης πόρτας
Τους έβλεπα στην ίδια θέση πάντα
Είχαν μια έκφραση απόμακρη
Πλατιά διαστήματα κενού
Συμπαρασύρανε στην πτώση τους
μικρά κομμάτια θόλου
Που τα ’χα δει ποιος ξέρει πού
και πότε

Δύο σελήνες οι αστράγαλοί σου
Πόσο πιο χαμηλά να βρίσκεται ο ουρανός

Σαν να μην σου ’κανε εντύπωση καμιά.

*Από τη συλλογή “Παραθαλλάσιο οικόπεδο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνης 2017.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες

 “Love is a crushed cat”(*1)
     (Τέσσερα αυτοσχέδια σε διάζευξη)

                       Στη γαλαρία
                                 Ή
                   Ο Buk παλεύοντας
      να βάλει σε τάξη λίγες σκέψεις
     αραχτός στο τελευταίο διάζωμα

Απόψε θαρθεί
Το δίχως άλλο
Πάνε δυο μέρες και τρεις ώρες που δε φάνηκε
Η σκύλα –
Ούτε τηλέφωνο δε χτύπησε καθόλου
Ούτ’ ένα περιστέρι με κλαδάκι ελιάς
Να μου θυμίσει στο αφτί των ήχων
Ότι είμαι ζωντανός
Ότι υπάρχω ακόμη
Παρά τις φήμες που με θέλουν
Μακαριστό και μακαρίτη
Κωλόγερο που καταβρόχθισε
Τα λιγοστά ψωμιά του
Και τίναξε τα πέταλα
Που είδε τα ραδίκια ανάποδα στον κήπο
Ή πήγε στα ψηλά κυπαρισσάκια
Και δε γύρισε
Να κοιμηθεί για πάντα στη γλυκιά σκιά τους•
Θαρθεί σας λέω
Κάτι φωνάζει μέσα μου με σάλπιγγες
Γιατί δυο μέρες και τρεις ώρες τώρα
Μιλούσε μόνο η σιωπή
Και άξαφνα άναψαν φωτιές
Τόσες φωνές στα σωθικά μου
Πως θα φανεί και θά ‘ναι σαν παλιά ταινία
Ρομαντική σε ανθισμένους τόπους
Πάνω στα μυρωμένα χρώματα τού κόσμου
Μπροστά με χάρη γέρνοντας το στήθος στον καθρέφτη
Για να μου ψιθυρίσει λιγωμένη
Όπως μονάχα η Λυν ξέρει καλά να κάνει
Όταν καυλώνει και πετά τα ρούχα της στο πάτωμα
Να την ξεσκίσω
Μ’ εκείνη την αξέχαστη ηδονική ορμή τής νιότης.

                                 ◇

               “I kneel in the nights
                before tigers
                that will not let me be”(*2)

                                  Ή
  Καμιά απειλή για την αθανασία μου(*3)

Αν αγοράζεις σήμερα φυλλάδες
Είναι σα να κάθεσαι στη λεκάνη τής τουαλέτας
Σα να ξερνάς
Όσα ποτά σε κέρασαν χτες βράδυ
Πελάτες βαρετοί και μεθυσμένες
Μωρές παρθένες και κυρίες
Μεσόκοπες με στήθος
Που δε θυμάται να γεράσει
Με το χαμόγελο
Κάποιου πρώτης τάξης παγετώνα
[που τον φαντάζεσαι
να κατεβαίνει απ’ τό Βορρά
και να κινείται προς Νότο
αθέατος φτάνοντας μέχρι τους Τροπικούς
κατά μήκος 9 και πλάτος 16
περνώντας κάτω από τον αστέρα τού Αλδεβαράν,
το α τού Ταύρου]•
Ίσως κι εκείνη η ξέστηθη
Σειρήνα που βγαίνει από τα πιο παράφορα όνειρά σου
Λες και την ξέβρασε ένα ηφαίστειο που εξερράγη
Ή το θεόρατο κύμα τής ακτής των θεών
Δεξιά στο ψηλό τραπεζάκι καθισμένη
Σταυροπόδι σε μάτια πυρακτωμένα•Θα είχα
Κι άλλα πολλά να πω
Για το πόσο κουραστική γίνεται κάποτε
Η ανία τής νύχτας
Να βαρεθείτε κι εσείς
Όπως βαρέθηκα κι εγώ
Οι σιωπηλοί όταν έπρεπε να φωνάξετε
Οι σκυμμένοι όταν έπρεπε να ξεσηκωθείτε
Οι φτηνοί όταν δεν έπρεπε να πουληθείτε
Και οι μονάκριβοι
Όταν ξεπουλούσατε ιδέες κι αισθήματα
Στην πλήθουσα αγορά μαζί με τον όχλο
Αλλά βλέπω το πρόσωπό σας
Να με κοιτάζει στον καθρέφτη
Και τις Μοίρες ακούω που χαχανίζουν
Σαν πόρνες γελαστές σε σταυροδρόμι
Λίγο πριν σκίσω πάλι τα χαρτιά που γράφω
Και ξεκινήσω απ’ τήν αρχή
Τα ίδια και τα ίδια συναξάρια.

                                 ◇

                       Kiss my ass
                                 Ή
              Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι
                         μονολογεί
      πιωμένος σ’ ένα αλλόφημο μπαρ

[Αυστηρώς ακατάλληλο – σύμφωνα με τις διατάξεις τού Νόμου τάδε και των μικροαστικών κανόνων “περί τρέχουσας ηθικής, πορνογραφίας και ασελγών πράξεων ” – για σεμνότυφους άνω των 18].

<>

                                 ◇

                      εκείνη κι εγώ
         
                                 ή
                   γιατί στο τέλος
                   λαχαίνει πάντα
        να θυμάμαι τον Μπουκόβσκι

εκείνη κι εγώ στο αυτοκίνητο
και το αυτοκίνητο στο δάσος
χωμένο ανάμεσα στα δέντρα
με τις φυλλωσιές ν’ ανεμίζουν τού καλού καιρού
και τ’ άστρα να λάμπουν ψηλά στον ουρανό
και άλλα τόσα έντομα
να παίζουν τη δική τους μουσική
τρυπωμένα στη χλόη•
μιλούσαμε για τα χτεσινά
και τα τρεχούμενα
για το αύριο όπως το θυμόμουν
για περιστάσεις ή γεγονότα
που ίσως να ξέρουν καλύτερα
όσοι νεκροί δε γεννήθηκαν ακόμη •
για το αν η αγάπη είναι ο έρωτας
και ο έρωτας με τη σειρά του
ένας σκύλος που τό ‘σκασε απ’ τήν Κόλαση•
με άκουγε με προσοχή • τα μάτια της
άστραφταν πάνω μου •
τα στήθη της όμως ήταν που μιλούσαν
πιέζοντας σφιχτά
το εφαρμοστό μπλουζάκι που φορούσε•
γδύθηκε βιαστικά • και τότε μόνο
εγώ κατάπια επιτέλους τη γλώσσα μου
κι εκείνη
όλους τους στεναγμούς μου
μέχρι και την τελευταία τους σταγόνα.

*(Σημ.)
1.Τίτλος ποιήματος τού Ch.Bukowski από τη συλλογή “The Night Torn Mad with Footsteps”.
2. “for Jane”(ποίημα τού Ch.Buk.)
3.Πρβλ “a threat to my immortality”.

Μαρία Αγγελοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

4.
Έχουν

και τα γυρίσματα
κάτι καιρούς
που εμφανίζονται

-δεσμευμένους-

Όταν, έχεις συμφιλιωθεί με τον μινώταυρο
κάνετε έρωτα,
κι η επαφή
τριχώματος με δέρμα
αρχίζει και σ’ αρέσει.

Τότε.

Μπροστά σε σένα
κόκκινη κόκκινη
ξετυλιγμένη,

η άκρη από το νήμα.

5.
Ο οχετός

προελαύνει
με τον ρεαλισμό,
στη λεωφόρο “Κινητικότητας”
του κατακτηθέντος μύρου.

Δίχως λάβαρα.
Δίχως αλαλάζοντες χειροκροτητές.
Δίχως αποδέκτες.

Οι αφισοκολλητές καμικάζι
ως αντιπυρικοί προστάτες
αρνούνται την απομύρωση.
Η παραπλεύρωση
αποφεύγεται
με κόπο
γι’ άλλη μια φορά.

Από
ανοργασμία παγίδευσης
πάσχω

όσο
“αγαπιόμαστε”.

6.

Ξέχασες
άφησες πίσω
ξέφτια και κλωστές.
Κάτι κίτρινα τυφλά μάτια
δάχτυλα χωρίς νύχτα
μαύρα δέρματα με μελανιές

και πόνους.

Ξέχασες να πάρεις μαζί σου τους πόνους.

Μαζί σου, με: φρύδια, στήθος, μαλλιά, αίμα, σπλήνα
Μαζί με ένα δικό της, ματωμένο συκώτι
τρύπιο
ξέχασες
τους πόνους.

– Γριά…
Τα δάχτυλά σου λιώνουνε
– Μωρό…
η ανάσα σου μπαινοβγαίνει γρήγορα
– Γυναίκα…
όχι, γυναίκα δεν είσαι
– Εσύ…
δε σε ξέρω

Μόνο τα δόντια
τα δόντια και τη φωνή σου
θυμάμαι…

7

μεταξεταστέοι*

*Οι ζωντανοί

*Από τη συλλογή “η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα 2016.

Χριστόφορος Τριάντης, Η λέσχη των ποιητών

Δυσπιστία σε σας,
κύριοι της λέσχης των ποιητών,
δεν μας αρέσουν οι εντυπωσιασμοί σας.
Ας λέτε ιστορίες (νυχθημερόν)
σε μειράκια
και ενθρονισμένους (παλιούς και νέους).
Κρατήστε σφιχτά επιλογές και  ιδέες.  
Το συντακτικό σας
(με ολίγη χυδαιότητα):
αρμονία εκφραστική για τραγουδάκια
και λογοτεχνικές συνάφειες.
Ω, ο κόσμος ένα ηλιόλουστο προάστιο
θέλετε να γίνει
με ευτυχισμένες οικογένειες
κι ωραίες εργασίες,
υψηλή ευχή
του παρόντος και του μέλλοντος.
Λογοδρόμια κατασκευάζετε
(λίαν αποδοτικά)
για ημερίδες και ανθρωποστάσια
κι οι μεταφορές τον λόγο σας στολίζουν,
εντυπωσιακά
(διαθέτετε πνευματικότητα υψηλή).
Εμπρός αισιόδοξοι της λέσχης,
σας ταιριάζει
να μισείτε τους ανήθικους.
Φτιάξτε κανόνες ηθικούς
και χρηματοκαμωμένους.
Διδάξτε και συμπεριφορές
σε σχολεία κι αποθήκες.
Στους ωροδείχτες κρεμαστείτε
και τις μέρες γεμίστε
με παραγράφους και εκδόσεις.
Ω, την αισιοδοξία στεντόρεια προτάξτε,
διαφήμιση για συγκεντρώσεις
σε πολυκαταστήματα.
Και ναι οι αλλαγές είναι μπροστά,
αλλά δίχως τραύματα και ανοιχτά κρανία.
Με τα φώτα πια αλώνεται η Βαστίλη.
Οι λέξεις πρέπει να ‘ναι
θετικές για τον λαό.
Και εμείς (οι αντιηθικοί)
άλλον τίτλο – μεσσιανικό – έχουμε
απέναντί σας: δύσπιστοι και απαισιόδοξοι,
έως της συντέλειας (του αιώνος).

Clarisse Nicoidski, Τα μάτια

Nedret Sekban, Zenya, 2003

Και πώς να λησμονήσω
τα μάτια σας τα χαμένα
και πώς να λησμονήσω
τις νύχτες
όταν τα δικά μου έκλειναν
και τα δικά σας
παρέμεναν ανοιχτά
όταν από το φόβο
άνοιγαν τα μάτια των νεκρών
για να μας δώσουν αυτό το φως
που ποτέ δεν έσβησε
πες
πώς να λησμονήσω
*
Αν μου ’δίνες τα μάτια σου θα μπορούσα να φτιάξω
με το ένα μια βάρκα
με το άλλο το πανί
αν μου ’δίνες τα μάτια σου
θα μπορούσα να πάρω τους δρόμους της θάλασσας
της θάλασσας
που κλαίει
γύρω από την ξηρά
επειδή δεν έχει μάτια
επειδή δεν βλέπει
επειδή μόνο κλαίει
Σχίστηκαν τα μάτια
για να δουν
το κόκκινο πέπλο που μας τυφλώνει
σχίστηκαν τα μάτια
σαν ύφασμα
που την αλήθεια κρύβει

σχίστηκαν
*
Αφηγήσου μου την ιστορία
που στα μάτια σου περιδιαβαίνει
όταν τ’ ανοίγεις το πρωί
όταν ο ήλιος
βυθίζει τη φωτεινή του βελόνα
στα όνειρό σου

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 47, Ιανουάριος-Μάρτιος 2018.

Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

Είναι εκείνες οι λίγες,
οι ελάχιστες φορές
που γίνομαι καλάμι.
Φυσά μέσα μου ο άνεμος
κι αρθρώνω άγνωστές μου φωνές.

Είναι εκείνες οι λίγες στιγμές
που η φωτιά με δροσίζει,
το αίμα μου απλώνεται
σε χρυσές αποχρώσεις.

Νοιώθω τότε
σαν να είμαι εγώ ολόκληρη
του σύμπαντος μια φωτοτυπία.

*

Στο σώμα μου δίνω
σχήματα νέα.
Το ακουμπώ σ’ άλλα σώματα
ν’ αλαφρύνει το βάρος.
Το μοιράζω.
Το φθείρω.
Παθαίνει.
Κι όμως εκεί στο βάθος
(πέρα από κάθε συνθήκη)
φέγγει βουβή η ύλη του,
όχημα τρυφερό και μάταιο
όλο υπομονή κι υπόσχεση,
Σχεδόν γεμάτο αγάπη.

*

Να κύλαγα με την πρωινή δροσιά,
να χόρταινα μπουκιές του ήλιου,
να ήμουν κίνηση φτερούγας,
αεράκι στα χέρια της κλαίουσας,
η παύση στα μεσοδιαστήματα.

Η μέθη πριν τον τρύγο
να ήμουν ήθελα η χαρά
πριν από την αιτία,
ο ήχος πριν το χτύπημα,
το δάκρυ από την απώλεια πριν
και θάνατος να ήμουν ήθελα,
θάνατος δίχως εξορία.

*Από τη συλλογή “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Εύα Σπαθάρα, Τρία ποιήματα

Καημένε Κάντιε

Σιωπή
Ρυθμίστε
τα ρολόγια σας
Περνάει ο Κάντιος
Ο αδερφός του κρυφά τον κοιτάζει
από το τζάμι
Τον βρίσκει γερασμένο
και κυρτό
Καημένε Κάντιε μισός απόμεινες
μόνο και μόνο για να την πεις στον Χιουμ
Ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά ούτ’ έρωτες
και σώμα ιδρωμένο
Πες μου
τουλάχιστον τις νύχτες αγγιζόσουν
ή ήταν κι αυτό νοούμενο

***

Το αυτί του καπιταλισμού πονάει Αίσωπε

Το ρ που τρυπώνει στον τόπο
και τον μετατρέπει σε τρόπο
ενοχλεί
Αυθαδιάζει
όπως κι ο θάνατος
που μοιάζει α
θάνατος
Το ξέρω
το έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα αυτό
Η χρήση του στερητικού τσακίζει

Όμως αυτή η επανάληψη
Αυτή η ταλάντωση
της απεραντοσύνης
στη φθαρτή πραγματικότητα
το εκκρεμές μιας ενδεχόμενης ανατροπής
είναι –πώς να το κάνουμε– η μύγα
στο αυτί του λιονταριού

***

Ένα παραμύθι ενός από τους Γκριμ

Είσαι το δάσος
που μέσα του θα ’θελα
να ανθίσω
να χαθώ
να μην αφήσω ίχνη
και με βρουν

Κάνε όμως γρήγορα κάτι
κι εσύ γιατί τα πόδια μου
με γυρίζουν πίσω
κι είναι κοντά
ο δρόμος της επιστροφής

*Από τη συλλογή “Ντάλιτ”, Εκδόσεις Θράκα.

Ιάσωνας Σταυράκης, Τέσσερα ποιήματα

Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

***

Τυχαία γνωριμία

Γνώρισα τελικά τον άγνωστο
ποιητή…
Δεν είχε θέση ανάμεσα
σε αγάλματα…
Ούτε ποιήματα
δεν είχε γράψει…

***

Σίσυφος

Δεν είμαι ξένος εδώ…
Βλέπεις εκείνη
την κηλίδα ψέματος
που ανθίζει
μια φορά τον αιώνα
στην καρδιά της στέπας;
Βλέπεις στα μάτια
του ελέφαντα
το χάρτη
του πεπρωμένου;
Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο
που τρίβει τους αγκώνες
και στο σκοτάδι μου φωνάζει…
Σίσυφε,
Δε με θυμάσαι;

***

Fuga

Δεν υπάρχει εμβόλιο για τη φυγή,
ακριβέ μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια”.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Σχιζοφωνητικά (12 ποιήματα)

Στο παρόν cd περιέχονται 12 ποιήματα, τα οποία απαγγέλθηκαν με ιδιόρρυθμο «σχιζοφωνητικό» τρόπο έκφρασης, από τον συγγραφέα και εκδότη Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Ιούνιο του 2006. Τα ποιήματα έχουν απαγγελθεί στο παρελθόν από τον Λ. Χρηστάκη πολλές φορές -από το 1983- σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ αρκετά από αυτά έχουν εκδοθεί και κυκλοφορήσει, σε έντυπα του απαγγέλοντος. Τη «σχιζοφωνητική» εκφορά εμπνεύστηκε ο Χρηστάκης το 1963 στις όχθες του Σηκουάνα, όταν άκουσε για πρώτη φορά Γάλλους ποιητές και μουσικούς να απαγγέλουν με αντίστοιχο τρόπο. Καλή ακρόαση.

1. Εισαγωγή (Ανδρέας Κάλβος)
2. Η χώρα μου (Νάνος Βαλαωρίτης)
3. Ο χορός των καλών μασκοφόρων (Νατάσσα Χατζηδάκη)
4. Σύναξη ψυχών (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)
5. Μη με ξεχνάς τις νύχτες (Γιάννης Αλεξανδρόπουλος)
6. Άτιτλο (Ντόρια Μαρνέρη)
7. Περί πληροφορίας (Λεωνίδας Χρηστάκης)
8. Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι (Μιχάλης Κατσαρός)
9. Άτιτλο (Σάκης Τότλης)
10. Μπέσκος (Δημήτρης Βέσκος)
11. Girl I want to be with you for the last time (Τέος Ρόμβος)
12. Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα (Λευτέρης Πούλιος)
13. Στρογγυλή συμφωνία (Νικόλαος Κάλας)

Eavan Boland, Κεχριμπάρι

Σημασία δεν είχε ότι κάποτε υπήρξε απέραντος θρήνος:
δέντρα στις λοφοπλαγιές των δασοτοπιών τους να κλαίνε γοερά—
πλαστικός χρυσός να στάζει
στο έδαφος στο διάβα των εποχών και των αιώνων,
μέχρι σήμερα.

Αυτό το υπέροχο σεπτεμβριάτικο απόγευμα που εσύ λείπεις
Κρατώ, λες και το χέρι μου μπορεί να το φυλάξει,
ένα στολίδι κεχριμπαρένιο
που κάποτε μου έδωσες.

Να τι λέει η λογική:
Οι νεκροί δεν βλέπουν τους ζωντανούς
Οι ζωντανοί δεν θα ξαναδούν ποτέ τους νεκρούς.
Ο καθαρός αέρας που χρειαζόμαστε για να βρούμε ο ένας τον άλλον
έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μα
τούτο το ρετσίνι κάποτε
μάζεψε σπόρους, φύλλα, ακόμη και μικρό φτερό καθώς έπεφτε
και έπεφτε

και τώρα με τη λιακάδα δείχνουν τόσο ζωντανό όσο
ήταν πάντα
λες και το παρελθόν μπορούσε να είναι παρόν και η ίδια η μνήμη
μέλι Βαλτικής—
μια ενόχληση στις παρυφές του θεατού, μια επίδειξη του πόσα
μπορούν να διαφυλαχτούν
μέσα σε μια ημιδιαφάνεια με ψεγάδια.

*Απόδοση: Τούλα Παπαπάντου
**Η Eavan Boland, γεννημένη το 1944, είναι Ιρλανδή ποιήτρια, συγγραφέας, ακτιβίστρια και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.
***Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”.