Ντέμης Κωνσταντινίδης, τρία ποιήματα από τα “Εφημερόπτερα”

Σέρνουν οι ελέφαντες το τελευταίο βήμα.
Χωρίς τους πάγους πνίγηκαν οι αρκούδες.
Μεγάλη πολιτεία με τους χαμένους μύθους!
Αταύτιστη, αγραναπαυμένη -ρίζα παραδομένη
σε τρακτέρ, σε εκσκαφείς, στην ασθένεια…

Μετά την ξαφνική βροχή
Γλιστράν οι στέγες
Οι χείμαρροι εξαντλημένοι
Χάσαν την ορμή ̇
Λίμνες στην άσφαλτο
(Υγρά υπολείμματα)
Γεμίζουν χάσματα
Τώρα απουσίας…

Αλίμονο!
δεν είναι πια
ένα επιπόλαιο καλοκαίρι.
Επίσημα καταδικάστηκε σε ορυχείο
με ζώα εξόριστα πικρά νερά στείρα εδάφη.
Αλίμονο!
δε θα ξανακουστεί
το τραγούδι του δάσους.

*”Εφημερόπτερα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα.

Μαρία Κούρση, Κ.Κ.

Μια λάμπα ιστορούσε τα περασμένα
Πεταμένα.

Ποτέ δεν άκουσα βήματα. Και τα παπούτσια
που κοιτούσαν το παράθυρο ήταν καινούργια.

Ένα θρόισμα ρούχων και σκόνης
Δεν έφευγαν

Φιγούρες φωσφόριζαν τυχαία μέλη
Αιφνίδια κομμένα

Ολόκληρα θα εξαπατούσαν
Καθόταν κίτρινο παντού.

Το σπίτι πουλήθηκε ξαφνικά.
Γρήγορα γέμισε γλαστράκια
Σκούπες, πετσετάκια.

Η σκόνη πετάχτηκε μαζί
και τα παπούτσια.

Αντρικά ήταν. Επίδοξα παιδάκια
τσαλαβουτούν τα πόδια τους.

Και τα πονάνε.

(Αθήνα, 1958)

Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.

Μιχάλης Ανθάς, Δεν κράτησε πολύ τούτη η αναμονή

ΔΕΝ κράτησε πολύ τούτη η αναμονή με τους αραδιασμένους
ουρανούς να φουμέρνουν το απολλώνιο φως
και το ξερό κλαδί μιας ανϊσκιωτης πέτρας.
Η θύελλα έχει το δικό της βάλσαμο,
η βίγλα το δικό της άχτι
και γίνηκε
ταξίδι αγκαλιαστά της άπνοιας,
και γίνηκαν
τα χαμόγελα απάγγιο στις περδικότσιχλες,
νάμα αζήτητον στη κάψα.
Εκεί,
με τα μαραγκιασμένα ανθόστηλα
φτάναμε στου μεσούρανου το ξεροστάλιασμα
ολάκερο τον όλβο.
Σχισμένα κασκέτα απόσερναν σιωπηλά
το φεγγοβόλο διάδημα,
εγκάτινο λαμποκόπημα του μετώπου.
Ας αποθέσω το λάφυρο της δόξας
στο πρωτόστεμμα της νίκης,
στη φυλαγμένη της αγάπης αμάτωτη θωριά.
Ερυθρό πλάνεμα νιόφαντων ονείρών,
πολεμίστρα διάφανη, μισιτή σφήκα
του αυγινού κλωναριού
σού ‘στειλαν μεθίβγαλτους κόπους,
ασίτευτους καρπούς χρόνων.
Έστειλες γιορτές σε μεγαλωμένους τοίχους,
θράκα στην παγωνιά των βωμών,
σού ‘στειλαν δυο ανέμους, δυο πανιά,
κράτησες τον ένα να τον κάνεις θύελλα
στα ξερά κλαδιά.
Τον άλλο τον γύρισες στην αναμονή μιας Άνοιξης,
που θά ρθει πάλι από σένα.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, εκδόσεις “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Benjamin Peret, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΝ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΙΝΟΥΣΗΣ

Πρώτο λουλούδι καστανιάς που υψώνεται όμοια μ’ αυγό
μες στο κεφάλι των μεταλλικών ανθρώπων
σκληρό σαν προκυμαία
όταν
μες στη βροχή μελάνης που με διαπερνά με καθρέφτες
τα μάτια σου μαγικά σα δέντρο σφαγμένο
κράζουν σ’ όλους τους τόνους
Είμαι η Ρόζα
σ’ αγαπώ όπως η αλλοτινή φτέρη αγαπά την πέτρα που την έκαμε εξίσωση
σ’ αγαπώ μ’ όλες μου τις δυνάμεις
σ’ αγαπώ σαν κόκκινη σόμπα μες σε σπήλαιο
Ας με ξεσχίσει το φόρεμά σου από συρματόπλεγμα
με μέγα κρότο πιατικών που πέφτουνε σε σκάλα
σ’ αγαπώ σαν αυτί που το ’χει πάρει ο άνεμος
που σφυρίζει Περίμενε
Περίμενε το σίδερο να κάψει το πουκάμισο της δρόσου
για να κάμει ν’ ανθίσει η αντανάκλαση του κρυστάλλου που κρύβεται μες σε συρτάρι
Περίμενε τη σαπουνόφουσκα
αφού σκάσει σαν τσάρος των τυφλοπόντικων
που ποτέ δε θα σκεπάσουν τους αγαπημένους ώμους
ν’ αναγεννηθεί μες στη σκόνη τη σκοτωμένη από τον ήλιο που έγινε γαλάζιος
και που εγώ τον παραφυλάω από την κλειδαρότρυπα
τη μαλλιαρή
την παγωμένη
της φυλακής των πολικών λειχήνων όπου μ’ έχεις έγκλειστο
Περίμενε υιέ άλατος
περίμενε οίνε της βραχώδους ακτής που μόλις συνέτριψε μιαν αιγίδα
περίμενε άντερο φωσφόρου που δε σκέφτεται παρά τις πυρκαγιές των δασών περίμενε
Περιμένω

***

ΝΤΕΡΑΠΑΡΙΣΜΑ

Γιατί να μην έχεις τον πόθο του κορυδαλλού που ρίχνεται στην ουράνια βράκα χωροφύλακα
να τη διαπεράσει δίχως ποτέ να τη βρει
θα είχες συναντήσει τον καθρέφτη του ματιού μου
που θα ’χε γίνει σα σπόρος σταριού στην πυραμίδα της πτήσης σου
που οικοδομεί τριγύρω μου μια φυλακή καιομένων βάτων
εάν φύγεις όπως ένα σπίτι λιώνει μες σε μπανιέρα λάβας
ή σκέψεων ιπταμένων και καταβροχθισμένων από φιάλη οξέος
εάν κοιτάξεις μες από το μάτι πόρτας που χαμογελά τότε σαν την πλατεία Ντωφέν
προτού να εμφανισθεί η κόπρος δικαίου
θα είχα έτσι μάτια αγρίου κύματος
για σένα
που θα ήταν άνθος αγαύης στο χείλος πηγαδιού ορυχείου
όπου θα φαίνονταν αντιλόπες στο σχήμα αυτιών
θέλω να πω βιολετών
που λέγονται έτσι διότι κρύβουν τσίνορα ίριδος
που πλαισιώνουν χλόη ηλεκτρική ικανή να με βάλει να ροκανίζω τα κρανία των προπατόρων μου

*Από το βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ – Απαγορεύεται η αφισοκόλλησις και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Σωτήρη Λιόντου και Νίκου Σταμπάκη, Εκδόσεις Ύψιλον, 2007.

*Artwork by Matthieu Bourel

Ρογήρος Δέξτερ, Η Σχεδία ενός “ταραχοποιού”

Όλοι αυτοί
Οι καθισμένοι καιρό στο στομάχι μου
Που αντί να κάνουν έρωτα
Ή αγάπη
Στις νόμιμες συζύγους (ή τις ερωμένες τους)
Τρέχουν σαν τα πειθήνια σκυλάκια
Πίσω από κομματάρχες και πολιτευόμενους
Ενόψει εκλογών κι αναμετρήσεων
Πατριδοκάπηλων σωτήρων κι ανακαινιστών
[Όπου ο ένας καρφώνει τον άλλο
Στα πιο βλακώδη αλληλομαχαιρώματα
Αλλά κι εγώ καμιά φορά που ξεσπαθώνω
Με το πλήθος των τυφλών
Και με τον άνεμο]
Θ’ αράξουν μετά βαριεστημένοι
Σε ένα – φτυστό η ζωή τους –
Ακόμη πιο βαρετό καφενείο•
Κι όταν αρχίσει να βραδιάζει
Θα κόψουν τα χαρτιά θα ρίξουν ζάρια
Βαριές βλαστήμιες για την άδική τους τύχη
Παίζοντας ώρες με τις χάντρες στο σκυλόσβωλο
Ενώ τους περιμένουν
Καρτερικά στο σπίτι
Έχοντας συγυρίσει τα πάντα
Η Μέλπω η Φανή η Πηνελόπη•κι
Ενώ στον αχυρώνα
(Ή σε μια αποθήκη άδεια στην ερημιά)
Το δικό τους χρόνο λογαριάζουν
Με ένα άχυρο στα χείλη
Τόσα πρώτα λεπτά τής ώρας στημένες
Η Λουντμίλα η Ντενίσα η Οξάνα
[Τυλίγοντας και ξετυλίγοντας
Τα χρυσαφένια μαλλιά τους
Αθέριστα στάχυα που ανεμίζουν
Πάνω σε ρόδινα στήθη
Σα βελούδινα πέταλα]•
Όλους αυτούς
Που με τον άλφα ή το βήτα τρόπο
Κουβαριάζονται στις ταραχοπρωτιές
Μόλις στηθούν οι κάλπες –
Όλους αυτούς τους γελωτοποιούς
Πικρούς χαλασοχώρηδες και δημοκόπους
Αλλά και την ολομέλεια τού ψευτορωμαίικου
Που λάμπει στο πορνείο της
Θα ήθελα να τους ξεράσω
Μετά από μια νύχτα κραιπάλης και ποτού
Μια και καλή μέσα απ’ τό στόμα μου.

26.5.2019

Κατερίνα Κούσουλα, Δύο ποιήματα

το κόστος

πράσινα μικρά αχλάδια από το δέντρο
ένα πλακάκι πια παλιό με κομψό σχέδιο
αμαρτωλό βιβλίο περί αγιότητος
τούτος ο δέκτης ο πομπός το βάσανο

ένα φυτό που ρίχνει ρίζα δίχως χώματα
καμένη ανησυχία που βρωμάει
συρράπτω κάτι. γράφω; κόβω – κόβομαι
τόσο σκοτάδι στον φτενό φανό της σκέψης

όμορφα τα συντεταγμένα τούτα κείμενα
η απαντοχή πάνω απ’ τα έπιπλα να ρέει
άνεμος ο απέξω κόσμος τα σκυλιά
ένα το φως κι ανατριχιάζει επικίνδυνα
χλωμό το πρόσωπο η μέρα καμινεύει

στο εργαστήρι του τυφλός, αυτός
πάλι τα τιμαλφή ξεχώριζε;
τόσο κοστίζει η λαμπάδα αποχώρησης,
μα κι η παραμονή σου εδώ πόσα κεριά να καίει;

***

η θέα

τσούρμο ανεβήκαμε το λόφο του προφήτη
να δούμε το χωριό από ψηλά – τη θέα
φτάσαμε κάποτε σε ξέφωτο απ’ όπου
φαινόταν πια η θέα κατακάθαρα
επιστρωμένες οι αυλές κόκκινες στέγες πάπρικα
όλα καλά. μα η θέα τίποτα δεν έδειχνε

σε κάποιο άλλο γήπεδο η επίθεση γιατί
ανέκφραστο της χίμαιρας ημέρας προσωπείο
μετρά τα πρώτα ιδρωμένα της ανάποδα λεπτά
την πορφυρία ύπαρξη στο φόντο ανασκευάζει

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018.

Χριστόφορος Τριάντης, Το μεγάλο προαύλιο

Φυλακισμένοι είμαστε
σ’ ένα μεγάλο προαύλιο.
Και με τους φύλακες,
το ίδιο γίναμε (εδώ και καιρό).
Διαφορές δεν έχουμε μεταξύ μας,
ούτε και με τους πρίγκιπες
που αιώνες -λογικά-
μας κυβερνούνε.
Χάθηκαν οι ταξικές διαφοροποιήσεις
στους δρόμους
της συνήθειας και των λογαριασμών.
Ο χρόνος με τον θάνατο
πλέον ταυτίστηκαν (ελλείψει άλλου δέους)
και μορφή σαν του Σίσυφου πήρανε,
γελώντας απ’ τους φανοστάτες.
Ευτυχώς, οι προαυλιζόμενοι κρατούνε
κάτι απ’ τον χαρακτήρα τους.
Κι όταν βγαίνει το φεγγάρι,
αρπάζουνε έναν ρόλο,
κοιτάζοντας οθόνες (απλανώς)
και τραπουλόχαρτα (προσηλωμένοι).
Να, οι πρώην ναυτικοί
ξέχασαν τη θάλασσα
και τις γριές μανάδες τους σέρνουν (νοερώς)
στα παραπήγματα.
Οι δάσκαλοι πρόλαβαν
να βάψουν τα μαλλιά τους.
Είναι το μάθημα
που προσφέρουν
στους προαυλισμένους.
Οι άρχοντες (ευρύτεροι και τοπικοί)
δείχνουν την κατεύθυνση: απολήξεις,
φωνάζοντας: υπάρχει μέλλον.
Στ’ ανήλιαγα τραπέζια,
οι εργάτες βρίζουν
μοίρες κι ερωμένες
που ανύπαρκτες
φάνηκαν τόσον καιρό.
Και οι πανδοχείς
βρόμικα σεντόνια
έχουν συντροφιά
και μασκαρέματα (πάσης φύσεως).
Οι έμποροι ακόμα σκέφτονται
τιμές, τέκνα κι αισθήματα,
με σοβαροφάνεια και ταχύτητα περίσσια.
Να τοι,
φαίνονται κι οι προβατοτρόφοι.
Μισούν μέχρι θανάτου,
δέντρα, αετούς και στοχασμούς.
Αλλά και τα παιδιά
μοιάζουν πολύ με
τους προαυλισμένους.
Ούτε τον ήλιο –κατάματα- κοιτούν,
ούτε τον ουρανό.
Μόνιμα, επιθυμούν (κι αυτά)
στο μεγάλο προαύλιο να ζουν.
Είναι ένας στόχος (όντως).

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

Το βράδυ πέφτει
αργά σαν υποδόριος ήχος
ένα νάιλον ύφασμα, που
σκεπάζει το μπαλκόνι μου.

(«Νυχτερινή σκηνή»)

Η καθημερινότητα του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα, του ποιητικού υποκειμένου του Βαγγέλη Αλεξόπουλου σε αυτή την τέταρτη κατά σειρά, εξαιρετική συλλογή του, περιέχει μεγάλες δόσεις σκοταδιού και νύχτας. Μάλιστα, η νύχτα γίνεται συχνά η σκηνή μέσα στην οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα, απλώνονται οι επιλογές και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Καθώς η νύχτα ή το σκοτάδι είναι αδιαφανή και οπωσδήποτε αδιάφορα για τα τεκταινόμενα, τα τελευταία λαμβάνουν ακόμη μεγαλύτερη ένταση, σαν να έχουν μπει σε έναν πολλαπλασιαστή. Από αυτή την άποψη, δεν είναι μάλλον καθόλου τυχαίο το όνομα του ποιητικού υποκειμένου: Ντε Λα Βέγα, που σημαίνει «από τον Βέγα» και θυμίζω ότι ο Βέγας είναι ο άλφα αστέρας του αστερισμού της Λύρας και το δεύτερο λαμπερότερο αστέρι στο ουράνιο βόρειο ημισφαίριο.

Μιλούσα όμως για τη νύχτα ως σκηνή και στην ποίηση του Αλεξόπουλου οι σκηνές ή οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο (είτε είναι η νύχτα είτε το σκοτάδι ή οτιδήποτε άλλο) δεν τίθεται έτσι απλά: συνήθως ο τρόπος που παρουσιάζεται δημιουργεί αδιόρατη ανησυχία στον αναγνώστη. Στη συνέχεια, το ποιητικό υποκείμενο προβαίνει σε πράξεις που πέφτουν αδιακρίτως στο κενό. Τότε μπορεί να παρουσιαστεί μια εναλλακτική λύση, η οποία όμως επίσης οδηγεί σε αδιέξοδο κι έτσι το ποίημα τελειώνει με διπλή αποτυχία. Πρόκειται για μια εκφραστική διάταξη που έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες συλλογές του ο ποιητής, όμως σε αυτή τη συλλογή χρησιμοποιείται εν παραλλήλω προς μια δεύτερη. Η δεύτερη διάταξη είναι ουσιαστικά μια δεύτερη φωνή, που αναπτύσσεται παράλληλα με την πρώτη μέσα στα ποιήματα.

Πρόκειται για μια φωνή που παρουσιάζεται με πλάγια γράμματα και δεξιά στοίχιση, εκεί που δίπλα από τους στίχους του ποιήματος συνήθως υπάρχει κενό. Η κατάργηση του κενού ή η κατοίκησή του από αυτή τη δεύτερη φωνή είναι μια νέα σύμβαση που διαφοροποιεί την ποιητική λειτουργία. Με το κενό στα δεξιά των ποιημάτων τυπικά σηματοδοτείται μια στιγμιαία σιωπή, όπου ο αναγνώστης βρίσκει την ευκαιρία να προετοιμαστεί για τον επόμενο στίχο, την επόμενη σκέψη, την επόμενη ιδέα. Στη συλλογή του Αλεξόπουλου όμως το κενό ή η σιωπή μετατοπίζονται ενίοτε στα αριστερά και έτσι ο συνηθισμένος ποιητικός τρόπος αντιστρέφεται, ενώ ο αναγνώστης αποκομίζει με την πρώτη ματιά την αίσθηση του αντίλογου σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Δεν πρόκειται ωστόσο για αντίλογο: η δεύτερη φωνή συνήθως επεξηγεί και συπληρώνει την πρώτη ή τουλάχιστον βρίσκεται σε διάλογο μαζί της, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η μέσα μας φωνή συζητά με τον εαυτό της στην προσπάθειά της να κατανοήσει και να αποσαφηνίσει τα επιμέρους στοιχεία της καθημερινότητας. Γίνεται, με αυτό τον τρόπο η συλλογή βαθιά ανθρώπινη και αποκτά μια διάσταση που, ενώ ξενίζει, την ίδια στιγμή δημιουργεί οικειότητα στον αναγνώστη.

Μία άλλη καινοτομία που απαντάται σε αυτή τη συλλογή είναι η εισαγωγή του ερωτικού στοιχείου, το οποίο στις προηγούμενες συλλογές του Αλεξόπουλου σημείωνε εκκωφαντική απουσία. Εδώ απαντάται περισσότερο σαν αισθησιασμός και μάλιστα καθαγιασμένος, κάτι που ενδεχομένως αντανακλά την υποσυνείδητη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου (ή του ίδιου του ποιητή) να συμβαδίζει με τα καλώς κείμενα και τα καθώς πρέπει:

Η ευλογία
Ηλεκτρικές γροθιές σφυροκοπούν το σπίτι
Στην ασφάλεια του μικρού μας δωματίου
υπό το φως χιλίων κηρίων, δοκιμάζουμε
όλες τις στάσεις του Kama Sutra
[…]
Στους τοίχους οι κρεμασμένοι άγιοι
μας παρακολουθούν και χαμογελάνε
ευχαριστημένοι

Σε αυτό το ποίημα, όπως και σε πολλά άλλα, δημιουργείται στον αναγνώστη απορία για το πώς είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά που εξιστορούνται, αφού κάτι στην όλη σύνθεση δεν είναι αναμενόμενο ή αποτελεί παραδοξότητα. Σε αυτό το αναπάντεχο ή την παραδοξότητα έχει τις ρίζες της και η λεπτή ειρωνεία που διέπει τα περισσότερα ποιήματα, όπως και η αίσθηση της συμπαγούς, αδιαπέραστης μάζας που δημιουργούν πολλά από αυτά και που τα μετατρέπει τελικά σε δυσεπίλυτο γρίφο. Μήπως όμως και η ίδια η καθημερινότητα δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι; Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ο Αλεξόπουλος δεν την περιγράφει απλώς ούτε την αναπαριστά· τη μιμείται. Μιμείται τους τρόπους με τους οποίους η καθημερινότητα καθορίζει την ύπαρξή μας.

Ο βασικός προβληματισμός του παραμένει και σε αυτή τη συλλογή το μυστήριο της ύπαρξης. Η φαντασία, που παρεισδύει στις επαναλαμβανόμενες καθημερινές δραστηριότητες, κάνει το μυστήριο ακόμη πιο βαθύ, ενώ οι ίδιες οι δραστηριότητες παρουσιάζονται σαν σειρές από προδικασμένες ακολουθίες που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια λυπηρή κατάληξη. Τα στοιχεία είναι ελλιπή κι έτσι είναι τελικά η αμφισημία, και η συνακόλουθη αβεβαιότητα την οποία αυτή προκαλεί, που καθορίζουν την αντίληψή μας για τη ζωή και τον κόσμο:

Στην Αθήνα δε βλέπουν
ακούν μονάχα τους διερχόμενους διαβάτες

Έτσι τους νομίζουν άλλοτε αγγέλους
και άλλοτε τέρατα

(«Πώς γράφονται στην Αθήνα τα ποιήματα»)

Η εν λόγω αντίληψη διαμορφώνεται ενίοτε από μικρές αυταπάτες:

Ο κουμπαράς
Ποτέ δεν χορταίνει την πείνα του
Έχει έναν κουμπαρά
ο κουμπαράς είναι πήλινος
τον αγόρασε πριν από χρόνια
Ρίχνει μέσα μικρά κέρματα
Νομίζει πως έτσι θα εξασφαλίσει
τις επόμενες γενιές

Τα ποιήματα είναι στιγμιότυπα γεγονότων που συμβαίνουν σε μια παρένθεση στο μεταίχμιο των πραγμάτων και σε χρόνο που είναι συχνά μετατοπισμένος: λίγο πριν ή λίγο μετά από το καθαυτό γεγονός. Συχνά αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα κρυφή, πέρα από εκείνη που γίνεται άμεσα αντιληπτή – μια πραγματικότητα σε αναβρασμό, η οποία εκδηλώνεται στην πρώτη ευκαιρία. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο κόσμος παρουσιάζεται σαν ένας τόπος εξορίας «στο καμένο χωράφι του σύμπαντος». Πολλές φορές, οι συνειρμοί είναι εύθραυστοι, το νήμα τους λεπτό και δημιουργείται η εντύπωση πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να σπάσει, καθώς τα επιμέρους στοιχεία παρατίθενται σε χαλαρή σύνδεση. Ωστόσο, το ποίημα πατάει πάντα γερά.

Θεματικά, δεν λείπει ο προβληματισμός για την ιδιότητα του ποιητή («οι ποιητές είναι/ οι χειρότερες περιπτώσεις/ κανείς θεραπευτής δεν τις αναλαμβάνει» – από το ποίημα «Οι εξαρτήσεις»), την ίδια στιγμή που διάφορα ζώα (λύκοι, ενυδρίδες), κυρίως όμως γάτες, μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα. Η γάτα παρουσιάζεται σαν ένα πονηρούτσικο ον που αντιπροσωπεύει μια ομορφιά αποστασιοποιημένη, ανεξάρτητη και νωχελική. Είναι μια ομορφιά που ίσως «θα έρθει κουρασμένη, να ξαποστάσει στα πόδια» του Αλέξιου Ντε Λα Βέγα και τότε εκείνος θα την τραυματίσει, όπως ακριβώς ο Ρεμπώ που την βρήκε πικρή. Η ομορφιά επομένως δεν αποτελεί έξοδο από την παραδοξότητα της πραγματικότητας, όπως βλέπουμε σε άλλους ποιητές, ο έρωτας όμως, καίτοι συνυφασμένος με τον θάνατο, μπορεί να δώσει τη δύναμη για μια τέτοια έξοδο:

Να παραδοθούμε άνευ όρων
στον ταυτόχρονο οργασμό
Η κάθε μας κορύφωση θα είναι
ένας μικρός χαρούμενος θάνατος

Και έτσι, απόλυτα ευχαριστημένοι
απόλυτα εξαγνισμένοι,

θα επιτεθούμε στο εργοστάσιο
(«Όταν δυο υβριδικές ενυδρίδες παραγωγής 2018, από το εργοστάσιο ΜΠΥΕ Θ & Υιός ΙΚΕ, κάνουν έρωτα»)

Πέραν του ερωτικού στοιχείου, αρκετά ποιήματα λειτουργούν σαν πικρά σχόλια της αντίθεσης ανάμεσα στον μύθο ή την παράδοση και αναδεικνύουν τη φθίνουσα πορεία της σημασίας τους για τον σύγχρονο άνθρωπο και συγχρόνως την απομάγευση που έχει συντελεστεί στο πλαίσιο της σημερινής ζωής:

Η Σαρακοστή
Ήχοι από κλασικά λαϊκά άσματα
εμπλέκονται με αυτούς από πιρούνια
που χτυπάνε πάνω σε πιάτα

[…]
Ο Ιησούς ξεκινάει
την πορεία στην έρημο

Ταυτόχρονα, αποτελούν έναν προβληματισμό για την ισχύ των μύθων πάνω στους οποίους μαθαίνουμε να χτίζουμε τη ζωή μας, όπως στο ποίημα «Λένε πολλά ψέματα για τους λύκους», όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική ανάγνωση του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας.

Κι αν η Χάρις δίνεται («Βρέχει αστραφτερό φως/ από τον ουρανό/ Ξεδιψάνε οι μυστικοί κήποι/ τα εσωτερικά τοπία φωτίζονται» από το ποίημα «Φυσικές καταστροφές και άλλες επαναλαμβανόμενες σκηνές»), πέφτει κι αυτή στο κενό, είτε επειδή στο μεταξύ επισυμβαίνει κάποια, φυσική ή άλλη, καταστροφή («τρεις νύχτες τώρα ουρλιάζει ο θάνατος/ στα λιθόστρωτα σοκάκια/ της Πομπηίας/ της Κωνσταντινούπολης/ του Σαν Μιγκέλ Λος Λότες» από το ίδιο ποίημα) είτε επειδή ο άνθρωπος είναι απορροφημένος στον μικρόκοσμό του («Η γυναίκα γυμνή, κοιμάται στο πλευρό της/ αμέριμνη ονειρεύεται/ Του τυφλού υπνοβάτη το παράπονο/ Κατακαλόκαιρο και βλέπει μάλλινα όνειρα» από το ίδιο ποίημα). Το πολύτιμο αντικαθίσταται από το ευτελές και η αντικατάσταση αυτή έχει αλλάξει τον κόσμο. Εντέλει, το υπερφυσικό και το μεταφυσικό εκθρονίζονται και οι ρόλοι θεού και ανθρώπου αντιστρέφονται:

Ο χειμώνας είναι μια άλλη ιστορία
Ο Θεός ζητάει βοήθεια
κάθε απόγευμα, το καλοκαίρι,
κάπου μεταξύ οκτώ με εννέα η ώρα

[…] Ο Θεός κάθε απόγευμα το καλοκαίρι
ζητάει βοήθεια και οι άσπλαχνοι
άνθρωποι του την αρνούνται

Χωρίς θεό, χωρίς κάποια υπερφυσική δύναμη που θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, με μόνη την τυφλή δύναμη της φύσης, ο άνθρωπος στέκεται αβοήθητος μέσα σε σκηνές φρίκης:

Το υπόγειο έχει πλημμυρίσει
αίμα και αλκοόλ
ή αλκοόλ και αίμα
– δεν ξέρω –

Στον κήπο πάντως έχει φυτρώσει
ένας ροδώνας κατακόκκινος

(«Σκοτάδι που στάζει φως»)

Τελικά, ο κόσμος είναι ένα μέρος σκοτεινό, ένα βαρύ φορτίο, μια πέτρα στο στήθος:

Η τζαζ ανήκει στους αγγέλους
που πίνουν πρώτα τον οίνο τον καλό
μετά τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο

[Αυξάνεται η ορμή με την ταχύτητα
θαμπώνει το γυαλί στον καταψύκτη
Σκουραίνει η φωτογραφία]

Το σκοτάδι, ένα βαρύ σακί στους ώμους τους
(«Οι σκοταδο-κουβαλητές»)

Θα ήθελα, για το τέλος, να σημειώσω την αίσθησή μου ότι τελικά ο Αλέξιος ντε λα Βέγα είναι ένα προσωπείο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος έχει συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία σε πολλά ποιήματά του, κυρίως όμως σε σε τρία: «Τα γενέθλια», “Killing floor” και «Είναι κάποια βαθιά νυχτωμένα απογεύματα γενεθλίων». Σε αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο, μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε και τον εαυτό μας να κάνει τα τυποποιημένα, καθημερινά του βήματα που, σαν αλγόριθμοι, μετατρέπουν τη ζωή σε έναν επαναλαμβανόμενο χορό από τον οποίο είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξεφύγουμε. Εγκλωβισμένοι σε μια τέτοια καθημερινότητα, με όλες τις μεγάλες αφηγήσεις να έχουν διαψευστεί, ζούμε σε μια πραγματικότητα τεχνητών και όχι φυσικών στοιχείων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή καθενός μας:

Περπατάω στον άσηπτο διάδρομο του σφαγείου που οδηγεί στο killing floor
και ανάβω διαδοχικά τα φωτιστικά σώματα ψευδοροφής με τους λαμπτήρες
φθορισμού κυανού χρώματος. Η αντανάκλαση του ήχου των βημάτων μου
αναμιγνύεται με τον ήχο των starters των φωτιστικών σωμάτων.

(“Killing floor”)

Το σκοτάδι με κάθε λέξη βαθαίνει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Στα σκοτάδια της καθημερινότητας”.

Από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/05/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Γρηγόρης Σακαλής, Αστάθεια

Μέσα σε κατάσταση
συναισθηματικής αστάθειας
που σου προκαλούνε άλλοι
κι ας είναι αγαπημένοι
γράφεις ποιήματα
να εκφραστείς
μα τι να εκφράσεις
όταν επιτρέπεις στους άλλους
να σ΄ επηρεάζουν
όταν στραπατσάρεται
το εγώ σου
και οι ιδέες σου
φυλλορροούν
κανείς δεν σου φταίει
όσο δεν αποκτάς
την ανεξαρτησία
την αυτονομία σου
όσο δεν είσαι
ολοκληρωμένη προσωπικότητα
ν΄ αρπάξεις την τύχη σου
να την πετάξεις κάτω
με τα χέρια σου
να τη σχηματίσεις
τότε μόνο θα εκφραστείς
και θα εκφράσεις.