Άκανθος, Σπουδή στο χρόνο

Πόρνη πληγή
στα σκονισμένα μάτια,
βρωμάει η μυρωδιά του τελευταίου…
ό,τι είδα μου ΄μεινε για να με τυραννάει,
του ανθρώπου η ανάγκη
αιτία και αρχή.
Αγαπημένο τίποτα που με προστάτεψες
από το χρόνο,
εσύ που θα με παραδώσεις πίσω
πληγωμένο κι ελεύθερο
και άσκοπα δακρυσμένο,
κομματιασμένο όπως στο πριν.
Σε χαιρετώ που εσύ είσαι το έργο μου,
είσαι όλα τα παράθυρα του κόσμου,
ένα πολύχρωμο απόγευμα
βουτηγμένο στη λάσπη
δεν το περίμενα, αλλά ήρθε…
αναίτιο,
αφόρητο
και άσκοπο.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, Εκδόσεις Provocateur 2017.

Δημήτρης Γλυφός, Τρία ποιήματα

Υπέρηχος

Στην Μ.

Με σάλιο ανακάτεψα
τα κύτταρα που ισορροπούν
στο στήθος σου.

Αποκοιμήθηκα στη στήλη σου
και ξύπνησα σαν έμβρυο,
ιστός απ’ τους ιστούς σου.

***

Πρέβελης

Κορμί που ξενιτεύεται,
σκορπίζει στα σημεία.

Με υποκατάστατα
μεθά παροπλισμένο.

Γαντζώνεται από βλέφαρα,
πνίγεται με φθόγγους.

Συντηρείται μ’ έρωτα,
το μόνο ανάχωμά του.

***

Κύηση

Απόψε,
θα γεννήσεις την ψυχή σου.
Ξέπνοα,
να σε ζηλεύει ο χρόνος.

Απόψε,
το δέρμα θα βαθαίνω
ακέφαλος -δίχως νεύμα-
με μια κοιλιά πρησμένη
όσο ο ίσκιος μου θα μεγαλώνει.

Ίδιος νύχτα.

*Από τη συλλογή “Παρεστιγμένος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνης 2015.

Αντώνης Μπουντούρης, Χωλή Άνοιξη

Πώς να περπατήσει ο Μάης
με σπασμένο πόδι
για νά’μπει καλοκαίρι;

Δεν είναι ο σπαραγμός
για τον μυρωδάτο μήνα
που γύρισε με το κεφάλι κάτω
χωλός κι ανάποδα
όσο είναι για τα λουλούδια
έξω από το βάζο.

Το παντοτινό κενό των εποχών.

Ε. Μύρων, Τρία ποιήματα

Εξέγερση

Κάθε πρωί
ακόμα λίγη μέρα
χαράζεται στο δέρμα.
Ας ελπίσυμε σε μια ανατροπή –
να φτιάξουν τα παιδιά
μια βόμβα από παραμύθι
που θ’ αφανόισει όλες τις ηλικίες.

***

Χαραμάδα

Στριμώξαμε πολλά μέσα στο σπίτι,
αβάστακτες ανέσεις στρατοπέδευσαν
ελιγμοί σε ναρκοπέδιο τα βήματά μας.

Η νύχτα λούφαξε κάτω από λαμπιόνια
οι ιαχές της, εξημερωμένες κι αυτές
πίσω απ’ τα χαρακώματα,
συνωστισμένοι σκοποί.

Στριμώξαμε πολλά μέσα στο σπίτι,
κι έγινε μια χαραμάδα η πόρτα,
ούτε το δάκρυ μας πια δε χωράει –
περιττό της ποίησης το αίμα
κι η ζωή λιποτάκτησε.

***

Μωβ ανοιχτό

Μέσα μου
μια θάλασσα χύθηκε.
Μού πνίγει το αίμα
λίγο-λίγο
ξεβράζοντάς το
στους μορφασμούς
αγνώριστο.

*Από το ποιητικό φυλλάδιο “Απνευστί”, 2019.

Βικτωρία Παπαπροδρόμου, Διάλεκτος ανάδελφη

… στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς…

Τόλης Νικηφόρου, Στη διάλεκτο της μοναξιάς (2008)

Πάντα στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
καράβια μελαγχολικά μείναν αρόδο
αργοχορεύοντας στις μουσικές τής νύχτας
βουβές και νοτισμένες οι ομπρέλες
σαλεύουν λες στον ουρανό με μια λαχτάρα προδομένη
μια λάμπα διακριτικά μπροστά τους τρεμοσβήνει
μην και φανούν τα δάκρυά τους

τις ξέχασε κι απόψε η Μαίρη Πόπινς

πάνε τα supercalifragilisticexpialidocious
μάγια που λύθηκαν
μάγια που τελικά ποτέ δεν είχαν πιάσει

Γλώσσα άστοργη που τριβελίζει τη σιωπή το αίμα
καλπάζει ως τους κροτάφους
διατρέχει ουρλιάζοντας το σώμα
χτυπάει μανιασμένο στην πλάτη τής καρέκλας
τρομοκρατεί το μαξιλάρι και το στρώμα
μεταφράζει τα όνειρα σε εφιάλτες
αντανακλάται σε φανταστικές οθόνες σ’ ανύπαρκτους καθρέφτες
πας να μουδιάσεις τις αισθήσεις, δεν σ’ αφήνει
πας να το διώξεις από μέσα σου σαν μίασμα
σε αγνοεί αντιστέκεται σε περιπαίζει
«δεν θέλω πια να υπάρχω», του φωνάζεις
«θα υπάρχεις θες δεν θες» η απάντηση

Μαζί του δεν θα συνεννοηθείς ποτέ
όσους κι αν βάλεις δραγουμάνους μάταιος κόπος

τη γλώσσα αυτή, τη γλώσσα σου
δεν τη διδάσκουν τα σχολειά και τα βιβλία
δεν έχουν κώδικες οι φθόγγοι της
ούτε κανόνες η γραμματική και το συντακτικό της
δεν είναι καν γλώσσα η μοναξιά
είναι διάλεκτος ανάδελφη

*Από εδώ: https://poiimata.com/2009/07/30/διάλεκτος-ανάδελφη-παπαπροδρόμου/

Παναγιώτης Κ., ε;

Πώς αντέχεται
τόση παρακμή
τόση ευκολία
τόσος οχετός
τόση επίδειξη
τόση φαινομενικότητα
τόσο τίποτα
τόσα καμπόσα
τόσα στολίδια
τόσα άναστρα βράδυα
τόσα ψεύτικα άστρα
τόσες οθόνες
τόσα λάικ
τόσες ήττες
τόσες νίκες
τόσες νίκες που έγιναν ήττες γιατί δεν
στοχάστηκε κανείς
τόσες ήττες που δεν έγιναν στοχασμός αλλά μόνο
φετίχ
τόσα φετίχ
τόσοι άνθρωποι που πνίγονται
τόση φιλανθρωπία από τ’ αφεντικά για τους
ανθρώπους που οι ίδιοι πνίγουν
τόσοι άνθρωποι που νοιάζονται γι’ αυτούς που
πνίγονται αλλά δεν βλέπουν ποιοί τους πνίγουν
τόσες κουβέρτες
τόσα ρούχα
τόσες σέλφι
τόσοι τακτικισμοί
τόσοι -ισμοί
τόσα “η πραγματικότητα πρέπει να χωρέσει
σ’ αυτό που λέω αλλιώς δεν υπάρχει”
τόσες επιθέσεις όλων εναντίον όλων
τόση θάλασσα να μας χλευάζει
τόσο απέραντα όμορφη η θάλασσα.

*Από τη συλλογή “Συναρμογές”, Μυτιλήνη 2017.

Δημήτρης Αγαθοκλής, Εις φίλην ξενιτευθείσαν


Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα νὰ βρῶ κάτι δικό σου…

Ἀπ. Μελαχρινὸς

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ θὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.

Θά ‘ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.

Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ θυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.

*Από τη συλλογή “Άφεσις”, Αθήνα 2013.

Λίνα Βαταντζή, Τέσσερα ποιήματα

Μετουσίωση

Λαμπρά τα χιόνια
του Βερμίου
στο πρωινό φως.
Λαμπρή η διάθεσή μου
στον ήλιο
της σκέψης σου.
Λαμπύρισμα ονείρων
στο δρόμο της ζωής μου.
Η μετουσίωση του φωτός
εγκιβωτισμένη
στην παρουσία σου.

***

Ερωτικός μετανάστης

Τα μάτια σου πηγή
ζωής. Ακτινοβολούν
ταξίδια πάθους
Θα έρθω να σε βρω-
Απαίτηση του μυαλού
Ανάγκη της καρδιάς
Ευτυχία της αίσθησης
Ερωτικός μετανάστης
του ονείρου. Στις πόρτες
της καρδιάς σου
αποθέτω τη ζωή μου,

***

Παρόν

Τώρα
σε χρόνο άμεσο
σε νοήματα σαφή
σε συναισθήματα ασαφή
σε σκοπό καθορισμένο
σε αποτέλεσμα ακαθόριστο
σε παρουσία άυλη
σε απουσία υλική
σε σχέση σχετική
με τα σχετικά σχέδια
Του παρόντος

***

Θραύσματα χρόνου

Τη λέξη “μου προσδίδω
χαρακτηριστικό στο όνομά σου
Δεν είναι της κατάκτησης-
Δεν αποτελεί κυριαρχία
του χρόνου σου,
απειλητική κατάληψη
του ζωτικού σου χώρου.
Είσαι ελεύθερο πνεύμα
ανεξάρτητη προσωπικότητα-
Η λέξη “μου”
Είναι των στιγμών μου-
Όταν ανταλλάσσουμε
λέξεις, ανάσες, φιλιά,
δημιουργικά όνειρα.
Είναι η αποκλειστικότητα
των θραυσμάτων χρόνου-
όταν μοιραζόμαστε εμπειρίες.

*Από τη συλλογή “Χρόνος προσέγγισης – Χώρος απομάκρυνσης”, 2018.

Βίκυ Δερμάνη, Ιδού κι εγώ

Ιδού κι εγώ
με του τοίχου το ρολόι
να χτυπά φθινόπωρο

με πυρετό στο αίμα
κι ανεμώνες κόκκινες
με συννεφιά στα μάτια
και πεινασμένα χέρια
να παίζουν ζάρια τη ζωή
σ’ ένα τραπέζι άδειο

ντυμένη μαύρα πάντα
το θάνατο κορόιδευα
μ’ όλο το σώμα μια πληγή
και μια φωτιά στα σπλάχνα
ο έρωτας που έπινα
ένα ποτήρι αίμα

ιδού εγώ
ιδού τα έπιπλα
η νύχτα ιδού
― μεγάλη πάντα

Jazra Khaleed, Ρέκβιεμ για τη Χομς (Κεφάλαιο 1) | Requiem for Homs (Chapter 1)

Ω κόσμε, δες αυτή την πόλη!
Πιο απονήρευτη απ’ την Γκερνίκα,
πιο γενναία απ’ τη Φαλούτζα,
πιο σοφή απ’ την Αλεξάνδρεια,
πιο ισοπεδωμένη απ’ τη Δρέσδη˙
πόλη ορφανή από μάνα και πατέρα,
από ανατολή και δύση,
πόλη χωρίς φούρνο,
χωρίς μελάνι,
χωρίς ρούχο λευκό˙
εδώ το ρύζι πωλείται με το γραμμάριο,
εδώ οι μανάδες ταΐζουν τα μωρά τους αλατόνερο,
εδώ η ζωή έχει χάσει τη μυϊκή της δύναμη.

Ω κόσμε, δες αυτή την πόλη!
Κλαίει, υποφέρει, μάχεται,
μοναχή απέναντι στον κόσμο αριστερά της
και μοναχή απέναντι στον κόσμο δεξιά της˙
μια μέρα άναψε την μπαρούτη της,
καθάρισε τον λάρυγγά της,
όπλισε τα παιδιά της με τον αραβικό της πόνο
και τα έστειλε στη μάχη˙
δεν είχαν πιάσει ποτέ στα χέρια τους τουφέκι.

Πόλη που λιμοκτονεί κάτω απ’ το βλέμμα του ήλιου,
λευκό φώσφορο ξεχειλίζει το στόμα του˙
οι άντρες, οι άντρες στην πλατεία προσπαθούν
να τον βγάλουν απ’ την τροχιά του με τα γυμνά τους χέρια:
η βία τούς έκανε αδέλφια.
Φωνάζουν: «Θάνατος σε όσους επιμένουν στο φως!»
«Ευλογημένη η μαύρη πέτρα!»
«Ευλογημένη η μέρα που η γη θα σχιστεί στα δύο!»
Πίστεψαν στα καθαρά τους χέρια, στο δίκιο τους,
πίστεψαν σε μια άνοιξη βλάσφημη και συμπονετική,
σ’ έναν πόλεμο δίχως στρατηγούς.

Ω παιδιά της αραβικής νύχτας, μαντατοφόροι του δυναμίτη,
ζητήσατε αντιαρματικά και σας στείλαν διεθνείς παρατηρητές,
κηρύξατε τον πόλεμο στη βασιλεία αυτού του κόσμου
και σας πρότειναν ένα ειρηνευτικό σχέδιο έξι σημείων˙
οι σφαίρες που σας πούλησαν ήταν αποστειρωμένες,
για να ’ναι άσηπτος ο θάνατος που σκορπίζετε.
Αυτές τις μέρες ο ήλιος καίει τις φλέβες σας,
στερεύει τα ποτάμια σας, στεγνώνει τη μνήμη σας˙
αυτές τις μέρες μαθαίνετε να τρώτε ό,τι κινείται,
σε μια πόλη που ακόμα και τα φίδια λιμοκτονούν.

Πιστή σε μια σελήνη μειλίχια, στωική,
πιστή στην κυκλική πορεία των πλανητών,
όσο αποκηρύσσει τον ήλιο αυτή η πόλη
θα είναι κοκαλιάρα και ραχιτική,
τα γόνατά της εύθραυστα, οι κόμποι της ξεφτισμένοι.
Κοιτάξτε την πώς οπισθοχωρεί γειτονιά τη γειτονιά
κουβαλώντας την πολεοδομία της στο κεφάλι
–πώς λαθεύει ο νους τέτοιες ώρες–
το πεπτικό της σύστημα στο ’να χέρι,
στην ηβική χώρα τις ψείρες της,
και μέσα, βαθιά μέσα της,
το ταξικό της μίσος σε πληθυντικό αριθμό,
πάντοτε εμπράγματο, πάντοτε σαρκοβόρο,
και ακόμα πιο βαθιά,
βαθιά πολύ,
μια λαβωματιά που δεν πήζει,
ένα τελευταίο βόλι,
μια πέτρα για να ξαποστάσει.

Δε φωτοσυνθέτει αυτή η πόλη, δεν ανθίζει,
πώς θα ταΐσει τα παιδιά της;
Δε ρίχνουν σκιά τα ντουβάρια της,
πού θα θάψει τους νεκρούς της;
Την πονάει το αίμα της, δεν το αρνείται,
δίνει πλάτος στον θάνατο, δεν το αρνείται,
προσμένει στρατιωτική βοήθεια, δεν το αρνείται˙
κουτσαίνει στις βόρειες συνοικίες της,
ορθώνει το ανάστημά της στις νότιες,
περήφανη και κτηνώδης,
αυτή η πόλη στέλνει τα παιδιά της
να πολεμήσουν τα βομβαρδιστικά με τις γροθιές τους,
να βάλουν φωτιά στον ήλιο μ’ ένα κουτί σπίρτα.

Γιατί στη Χομς σκοτώνουν, σκοτώνουν,
τα ενενήντα εννέα ονόματα του Αλλάχ,
την αραβική γραμματική και την ιντάφα,
τις διδαχές του Ιμπν Ρουσντ.
Τουφεκίζουν τους λαγουμιτζήδες και τους δυναμιτιστές,
όσους κοιμήθηκαν απ’ τη λάθος μεριά του τοίχου.
Βομβαρδίζουν τα σχολεία
για να ισοπεδώσουν την άλγεβρα,
να κάψουν το πρώτο μολύβι˙
βομβαρδίζουν τα νοσοκομεία
για ν’ αφανίσουν τη λεφτεριά
τη στιγμή που γεννιέται απ’ τη ρώγα,
για να μην ακούν τα βράδια
τις κραυγές όσων έσπασε ο πόλεμός τους˙
βομβαρδίζουν με φώσφορο και χλώριο,
επιταχύνουν την ωρίμανση του πόνου,
την οξείδωση της πληγής˙
βομβαρδίζουν τις φτωχογειτονιές,
γιατί εκεί γεννιέται το ατσάλι και η φωτιά,
το ξύλο και η κηρήθρα,
εκεί ακονίζεται η τσακμακόπετρα˙
βομβαρδίζουν τα κοιμητήρια
για να βεβαιωθούν ότι οι νεκροί δε θα επιστρέψουν.
Βομβαρδίζουν την αφή της πόλης,
το μέτωπο και τα ζυγωματικά της˙
κομματιάζουν τους γευστικούς της κάλυκες,
την περισκοπική της όραση.
Χομς, πόλη που ’χασες το πρόσωπό σου
σ’ έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων.

Διακοπή των συνομιλιών στη Γενεύη.

* Από εδώ: http://jazrakhaleed.blogspot.com/2019/03/1-requiem-for-homs-chapter-1.html