Langston Hughes (1901-1967), Τζαζ μπάντα σε παρισινό καμπαρέ

Παίξε,
Τζαζ μπάντα!
Παίξε για τους κύριους και τις κυρίες,
Για τους δούκες και τους κόμητες,
Για τις πόρνες και τα ζιγκολό.
Για τους Αμερικανούς εκατομμυριούχους,
Και για τους δασκάλους
Να γλεντήσουν.
Παίξε,
Τζαζ μπάντα!
Ξέρεις εκείνο τον σκοπό
Που γελά και κλαίει ταυτοχρόνως.
Τον ξέρεις.

θα μπορούσα;
Μα και βέβαια! θεέ μου!
Μοιάζει με ρούμπα.
Παίξε, τζαζ μπάντα!
Έχεις εφτά γλώσσες να μιλήσει
Και ύστερα μερικές ακόμα,
Ακόμα κι αν έρχεσαι απ’ την Τζώρτζια.
Μπορώ να έρθω σπίτι σου, γλυκιά μου;
Βέβαια.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την Τζαζ”, εκδ. Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χριστος Αγγελακόπουλος.

Κώστας Ταχτσής, Κοιτάζοντας για τελευταία φορά

Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.

Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.

*Από τη σελίδα του Βασίλη Κουντζάκη στο facebook.

Beatriz Hausner, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΜΗΧΑΝΗΜΑ

Όταν άντρας πλησιάζει το μηχάνημα
φαντάζεται γυναίκα καμωμένη από τετράγωνα
και ψηφία, το στόμα της άφωνο και υγρό.

Εμφανίζονται αστέρια. Τα κλειδιά πολλαπλασιάζουν την καμπύλη
σε ένα άηχο σύμπαν όπου άντρας
μουρμουρίζει τον τόνο του πόθου αιφνίδιο κι ανήσυχο.

Μιλώντας σε ξένες γλώσσες σκάβει
ένα νέο θεμέλιο για τον πύργο της Βαβέλ
ενώ οι στρατοί του αφήνουν την πατρίδα πίσω.

Όταν γυναίκα πλησιάζει το μηχάνημα η αγάπη της
οπισθοχωρεί μέσα σε πρίζες όπου ζει ξέφρενα με θόρυβο.
Τρελή βασίλισσα μέλισσα χρησιμοποιεί μηχάνημα και φαντάζεται

τα φρούτα της αργά να μεταμορφώνονται σε κέικ και άλλες λιχουδιές
που κόβει στα τέσσερα σαν ατέλειωτο σώμα
ωμής σάρκας. Αιχμάλωτη των λειτουργιών του γυναίκα

απολαμβάνει την αποτελεσματικότητα του μηχανήματος, γιορτάζει
ρουφηχτούς θορύβους του μηχανικού της συντρόφου
καθώς ταξιδεύουν στο διαστελλόμενο σύμπάν του σπιτιού της.

Όταν μηχάνημα πλησιάζει άντρα και γυναίκα,
υποκείμενα ασυμφωνίας, περιφέρεται χαμένο γρονθοκοπώντας
τον θυμό του σε πλαστικές επιφάνειες, ουρλιάζοντας παράπονα

στα ασύρματα όργανά του που αντικαθιστούν την παιδική ηλικία
με τη μελαγχολία σκοτεινών οιωνών αέναα
μέταλλα που εκρήγνυνται τη νύχτα. Κλαίει

λαχταρώντας εκείνη την πρώτη ευτυχία, την εντυπωσιακή
στιγμή που εμπεριέχεται στα τρανταχτά γέλια μανάδων
και πατεράδων καθώς παίζουν στην πρώτη χώρα της ευτυχίας.

***

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΝΤΟΥΛΑΠΑΣ

Η ερωμένη μπαίνει
στην ντουλάπα βρίσκει τα ρούχα της
είναι ώριμα φρούτα προσεκτικά στοιβαγμένα
εποχικά μέλη ξεριζωμένα

κληροδοτημένα απ’ τις μανάδες
των μανάδων που έραψαν την καρδιά.
Κυρά του ταιριαστού σκοντάφτει σε άγκιστρα
και μάτια φύλακες του σε ψαρο-

κόκαλο κολάρου με ανάποδες πιέτες που πέφτουν
στον λαιμό του περυσινού
απαραίτητου φορέματος κουφαλιασμένο
δέντρο πλαγιασμένο στα αγαπημένα

χαμόγελα απ’ το πέτρινο κρεβάτι του.
Λαχανιασμένη η ερωμένη ανοίγει
τη συρταροθήκη μεταξωτά κιμονό
γνέφουν από ένα λιβάδι κόκκινα

παπούτσια που διψούν για πόδια
και δέχονται επίθεση από όχλους που καβάλα σε άλογα
καλπάζουν αντίθετα στη φορά του ρολογιού
προς το ποτάμι που διασχίζει τον άνθρωπο

από μανίκι σε μανίκι.
Οι γάτες του ξεπεζεύουν.
Εμβληματικά κουμπιά προηγούνται
των κυκλοθυμικών δαχτύλων

των χεριών του καλεσμένα της σταυρο-
βελονιάς: με πόθο στις ραφές
εκείνη προσπερνά τους άχρονους κορσέδες της
και πυροβολεί κουφόπιετες.

Η ερωμένη στέκεται δίπλα
στην ντουλάπα της καθορίζει
τη θέση των πατζακιών στα παντελόνια
κεντραρισμένα φερμουάρ σε βελούδο

σακάκια που επιβαρύνουν
την πραγματικότητα στις φούστες της.
Επινοεί κουμπότρυπες
για τον εραστή της: είθε η γλώσσα του

να υφάνει το κοράλι της μέσα της.
Αιχμηρή σαν ξυράφι η φωνή του σηκώνει
τις βουκολικές εκτάσεις των
ποδιών της που ξεδιπλώνονται οι πιέτες των προγόνων του

χαμογελούν από παλιομοδίτικα παντελόνια καμπάνες.
Πλεγμένα απ’ την καλή και την ανάποδη τα τρουκ
ενώνονται στη ρίζα όπου πρώτα
άντρας και γυναίκα ράβονται

ο ένας με τον άλλον με της αγάπης τις ελαστικές
βελόνες. Δεμένη μόλις ελευθερώνεται
η ερωμένη φτάνει βαθιά μέσα
στην ντουλάπα κλαίγοντας ύστερα

την κλειδώνει πετά μακριά το κλειδί.

*Από τη συλλογή ”Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, εκδ. Βακχικόν, 2019.
**Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.
***Πρόλογος: Μικαέλ Λεβί.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Από τη συλλογή “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”

Σύντομο δελτίο ειδήσεων.
Αυξάνονται οι ρύποι των λέξεων. Οφείλεται στην επανάληψη.
Βρωμίζουν οι λέξεις στα στόματα από την πολλή χρήση.
Δυσδιάκριτα τα νοήματα.
Κι έτσι ζητάμε συγγνώμη. Ασπόνδυλη η ενημέρωσή σας και σήμερα.[…]
Στη χώρα του Μπρεχτ, πεθαίνει ο Μπρεχτ πάνω σε ντεμοντέ βιβλιοθήκες.
Πληθαίνουν οι άνθρωποι, ασθμαίνοντα τα δικαιώματά τους.[…]
Προσοχή, ακολουθούν σκληρές εικόνες.
Εμπόριο σκληρών εικόνων.
Ακολουθούν διαφημίσεις.
Το πρόγραμμά μας αμέσως μετά συνεχίζεται.
Λέξεις ταξί, λέξεις μονόξυλα, λέξεις μαντρόσκυλα, είναι εδώ για να σας περιθάλψουν.
GPS. Έτσι βρίσκουν το δρόμο για την καρδιά σας.
(«Δελτίο ειδήσεων»)

Στην καρδιά του φύτρωσε ένας στίχος,
Εκεί που νευρικά χτυπούν οι καμπάνες της πόλης
Και τα συνθήματα μιλούν τη γλώσσα ανορθόγραφα, σαλιώνοντας τις λέξεις.
Περπατάει πιο αθόρυβα ο χρόνος εδώ.
Περιμένοντας ξεβάφει ο φόβος.
Φεύγουν με τα χειρότερα πλεούμενα οι μέρες.
Πνιγμένος είσαι. Μια ουλή της θάλασσας.
(«Το μήλο της γνώσης»)

Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.[…]
Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,
που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού[…]
Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.
Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων.
(«Πορτραίτο σε σταθμό»)

Και τα Χριστούγεννα πάντα εκεί, αριθμημένα στις φωτογραφίες,
με τα ίδια χαμόγελα και τα ίδια πταίσματα στοιχειώσαμε τα πάντα. […]
Μέτραγε.
Κι ο χρόνος την ξέχασε βουβή σε μιαν άκρη.
(«Περιγραφή μιας πτώσης»)

Μετά χωρίς να ερωτηθεί ο ενδιαφερόμενος
βλέμματα θα περπατήσουνε τις ρυτίδες του και τις πληγές του.
Κι ύστερα όλοι θα διασχίσουν τον χρόνο
όπως διασχίζουν τον δρόμο.
(«Αιφνιδίως»)

Έσφαξα το παρελθόν,
γέμισε η αυλή με αίματα
και ασήμαντες λεπτομέρειες.

Άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
(«Άτιτλο»)

Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου, […]
Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
(«Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει»)

* “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, εκδόσεις Βακχικόν.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΚΙ ΗΡΘΕΣ

Κι ἦρθες
Κι ἦρθες ὅπως τὸ παιδὶ ποὺ χαμογελάει
ὅταν κάνει σκανταλιά
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες ὅπως ἡ λέξη στὸ ποίημα
πληγωμένη ἀπὸ τὸ ξημέρωμα
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες μὲ μιὰ ἀγκαλιὰ σὰν ἄνθρωπος
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες ἀπὸ ἕνα ταξίδι μακρινό
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες κι ἦρθες ἀργά
Κι ἦρθες
Ἦρθες τώρα ποὺ οἱ λέξεις σὲ εἶχαν ξεχάσει
Τί κρίμα

***

ΒΡΑΔΙΑΣΜΑ

Ὁλοένα γεννιέσαι καὶ ξαναγεννιέσαι
Στὴ σκιὰ τοῦ φεγγαριοῦ
Γι ̓ αὐτὸ σὲ φοβοῦνται τὰ ἀστέρια
Γι ̓ αὐτὸ σὲ λατρεύουν οἱ ἄνθρωποι
Καὶ κάθε βράδιασμα
Ὁ ἔρωτας σοῦ στήνει χορό
Μὲ τὶς σκιὲς τῶν πέτρινων λουλουδιῶν

***

ΑΓΝΩΣΤΗ

Ἀγαπητή μου σᾶς παρατηρῶ κρυφά
ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ
Ἔχετε μαζέψει πάρα πολλή πραγματικότητα
Δε βλέπετε ὅτι ἀκόμα καὶ τὰ ὄνειρα
ἔχουν πάψει πιὰ νὰ σᾶς ἐπισκέπτονται
Φοβᾶμαι πὼς δὲν τὸν γλιτώνετε τὸν πνιγμό

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, εκδ. Κουκκίδα 2018.

“Της μοναξιάς καλή συνέχεια” του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους – μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα “Το ψωμί και το μαχαίρι” για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα “Μη κερδοσκοπικό”), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το “Ηρωικό”, αποτελούν αιχμές:

Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…

Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το “Χαϊκού του σκοταδιού”:
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ’ το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ’ απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα “Ζαβολιά”: (…Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. […] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα “Τρίτη ηλικία”), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο “Ηρωικό”. Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα “Θυσιαστικό”:
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή (“Ο ποιητής αντίθετο του νικητής” ή “Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος…”).

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες

Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.

*Από το Στίγμα Λόγου εδώ: http://bit.ly/2Z9ZpyJ

Μιχαήλ Μήτρας, Επαφή

την αγγίζει όταν αγγίζονται αγγίζει
αγγίζονται αγγίζεις τον αγγίζει
και με αγγίζει όταν αγγίζονται
αγγίζομαι αγγίζει όταν αγγίζει
αγγίζονται αγγίζονται την αγγίζει
με αγγίζει όταν σε αγγίζω και
αγγίζει αγγίζονται όταν την αγγίζει
αγγίζονται αγγίζεις όταν αγγίζεις
με αγγίζεις όταν σε αγγίζω με

Μαρία Θεοφιλάκου, Βικτώρια

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά ξανακυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι

*Από τη συλλογή “ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη, 2010.

Αλέξης Γεωργαντάς, ψυχικά και άψυχα μαζί

Το παντελόνι που μου ΄δωσες να φορώ-
η ησυχία που κάνει το μυαλό-
η μέρα της Κυριακής
που σιγά σιγά έχει συνηθίσει
να ξυπνά-
συνδιαλέγομαι με όλα αυτά
ψυχικά κ άψυχα μαζί-
ευλογία φέρουν.

το παντελόνι

το παντελόνι που
μου ΄ δωσες να φορώ μου
είναι φαρδύ στο πάνω του μέρος
όμως του έριξα μια διπλωσιά στο
σημείο της μέσης και μου πάει καλύτερα.
Πιστεύω πως μπορώ να το αγαπήσω.

*Aπό εδώ: https://republicasentimiento.blogspot.com/2019/06/blog-post_2.html?fbclid=IwAR28zc2diByn8RBrZ7HN7TY8UHYPm8hN68roIIcl-Xj2pFU9iTyQ1DmTn1Q