Χρήστος Μαθιουδάκης, 4 ποιήματα γραμμένα στην πλατεία

[1]

Πλατεία Εξαρχείων
Απομονώνομαι εδώ
παρότι οι τρελοί
δεν με αφήνουν
Οι έντονές τους χειρονομίες με ενεργοποιούν
Οι τσάμπα τσαμπουκάδες
των πότηδων
Ένας νομίζω είναι ασφαλίτης
Παίρνω αντιβίωση
Δεν θα πιω. Πίνω. Δεν θα πιω
Πίνω
Το έδαφος μου ανήκει
Καθώς μετακινώ τις πέτρες
Και κόβω τους λαιμούς των τρελών
Οι φωνές τους λένε να φύγω
Οι φωνές που μου λέγαν
να περιμένω
Οι φωνές της γειτονιάς μου
Τα λόγια κάτω απ’ το χαλί τους
Που νικάνε το χαρούμενο
φιλί μου
Στο μέτωπό τους
Τους χαιρετώ ως ηττημένος
Τα παιδιά μου
Οι φρίκες μου όλες μέσα τους
Πόσο τις ξέρω
Πόσο τις αγαπώ
Ξερνώ την ελπίδα να επιστρέψουν
Μαζί τους κι εγώ
Να φύγω
Ένα έμψυχο πτώμα
Μια σάρκινη πίσσα
Να φύγω
Στα καταφύγιά τους
Στα παλιά μου λημέρια
Όλα ανάμεσα στις σκιές
ενός ήλιου καταπληκτικού
Στα αγόρια του έρωτα
Κατάχαμα στη μέση
της πλατείας.

[2]

Πλατεία Εξαρχείων
Έλα πιο κοντά
μου λέει ο Θόδωρας
Τι πιο κοντά του λέω
Να κλείσει η τρύπα, μου λέει
Σήμερα μόνο μια φωτιά
Ο καιρός ζέστανε
Κλείνουν οι τρύπες ρε, του λέω
Μόνο μπαλώνονται
ε;
Μόνο μπαλώνονται.

[3]

Πλατεία Εξαρχείων
Ο Θόδωρας έπεσε στην πρέζα ξανά
Δεν είναι αυτό μου λέει, έχω γνώθι εαυτόν
Ο Αποστόλης βαριέται
Ενώ ο Κώστας σταμάτησε ν’ ακούει φωνές
Γιατί ρε μαλάκα τα μπούμπλε στην κάλτσα;
δώσ’ τα μου να τα πετάξω
Και πώς θα κοιμηθώ ρε Χρήστο;
Πώς θα κοιμηθώ;
Χιλιάδες ψυχές, στρίβω τσιγάρο, ματώνουν
Ίδιες μαζί μου, συντροφεύουν την τρέλα
Πουθενά δε ζουν, δε μαζεύουν κομμάτια,
μα αναγνωρίζουν
Έπειτα αποδέχονται
Ύστερα αγαπούν
Μετά πεθαίνουν
Πήγα να κατουρήσω
Ο Κώστας άσπρισε
Ο Θόδωρας προσκύνησε
Ο Αποστόλης έφερνε κύκλους
γύρω απ’ το κορμί του
Είμαστε κάτι…
Το παίζουμε κάποιοι…
Ενώ δεν είμαστε τίποτα.

[4]

Μας μάθανε να γράφουμε
Όλα καθαρά γραμματάκια
στη σειρά
α βου γου δου
Τιμωρία
Έπειτα μικρές λεξούλες
Πάντα ήταν ο τρόπος που τις προφέρεις
Αργότερα περιγραφή συναισθημάτων
Στρογγυλοποίηση του τετραγώνου
Μεγαλώνουμε σκοντάφτοντας
σε συναρτήσεις λογικές
Ωραιοποιώ κι αρέσκομαι
Γελάω, φοβάμαι να τσαλακωθώ
Κι αρχίζω να διαβάζω θεωρίες
Χρειάζεται να εξω-στραφώ
προς κάθε κατεύθυνση
Χρειάζομαι να ανήκω
Να επικοινωνώ με τον θεό σάρκα
Την υλοποίηση της εξιδανίκευσης
Της ιδέας
Τον υλοψυχισμό των πραγμάτων
Την ανθρώπινη πιστότητα
των λέξεων.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν (απόσπασμα)

αχ ένας πόλεμος να γινότανε
ένας πόλεμος για μια γελοία αιτία
ας πούμε επειδή ο κρεοπώλης στη γωνία έγινε χορτοφάγος

ένας πόλεμος να γινότανε
επειδή χώρισε ο Πέτρος τη Μαρία

δε με νοιάζει εμένα η αιτία
ούτε για την ωραία Ελένη έχω έγνοια

ένας πόλεμος να γινότανε έστω με μισθοφόρους
μήπως και σ’ αντίκριζα στα καταφύγια
-γράψτε και τον Αρχίλοχο για εαυτό τώρα που το θυμήθηκα-

να κοιταζόμασταν
να γνώριζα το χρώμα των ματιών σου

(ό,τι κινείται
κι είναι κίτρινο στην πόλη
κάπου μας πάει
το ταξί
το σχολικό
το ασθενοφόρο
το ιπτάμενο λιβάδι στα μάτια σου

μη σταματάς να με κοιτάς
θα πέσω)

Ένα χαϊκού για τον Έμμεττ Λούις Τιλλ

1.
Τα άκρα σου θαμμένα
στον βόρειο μυ, φέρουν
ακόμα το δικό τους παλμό

2.
ο Μισισιπής σε εγρήγορση
παγιδεύτηκε
σε κλίσεις του πόνου…

3.
ένας νεαρός απ’ το Σικάγο
τραυλός που
σφυρίζει κάτι πέρα από τη σάρκα

4.
οι πόροι στο δέρμα σου
άγρια αστέρια π’ αγκαλιάζουν
τα μάτια του νότου

5.
χνάρια που ανθίζουν
μες στο σκοτάδι θυμούνται
το αίμα σου

6.
σε τούτη τη σχολική αίθουσα
στο νότο
το καλοκαίρι κρυσταλλιάζει ένα χειμώνα

7.
ακούω τον παλμό σου
που καταπίνει
ένα φως της αδιαφορίας

8.
τα άκρα σου
απογειώνονται απ’ το έδαφος
σαν μικρά πουλιά

9.
έχουμε γευτεί
την τελετή αίματος
από τα χέρια του νότου

10.
μπλε μεταμεσονύκτιες
ανάσες διασχίζουν
χαμογελαστές γλώσσες

11.
μη λες άλλες λέξεις
ο χρόνος καταρρέει
μέσα στα δάση

12.
τα μάτια κάποιας μάνας
που θυμούνται ένα λίκνο
προσεύχονται γοερά

13.
περπατώντας στο Μισισιπή
κρατάω σφιχτά τ΄ αστέρια
ανάμεσα στα δόντια μου

14.
ο θάνατός σου
ένας πόνος
που δεν κατευνάζει το ποτό.

*Ο Έμμεττ Λούις Τιλλ ήταν ένας δεκατετράχρονος Αφρο-Αμερικανός από το Σικάγο, που δολοφονήθηκε το 1955 στο Μισισιπή επειδή σφύριξε στο δρόμο σε με μία λευκή γυναίκα. Ο Τιλλ αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του τραυλισμού συχνά σφύριζε γιατί αυτό τον βοηθούσε με τη βελτίωση των συμπτωμάτων του. Η γυναίκα, ενώ κατέθεσε πως είχε υποστεί παρενόχληση και συγκεκριμένα πως την είχε αρπάξει από τη μέση, κάποιες δεκαετίες αργότερα σε μία συνέντευξη με τον Τίμοθι Τάισον, παραδέχτηκε πως αυτό ήταν ψέμα. Ο σύζυγός της και ο αδερφός του απήγαγαν το παιδί και αφού το χτύπησαν, το ακρωτηρίασαν και το πυροβόλησαν στο κεφάλι, πέταξαν το σώμα του στον ποταμό Ταλαχάτσι. Στην κηδεία του, που έγινε με ανοιχτό φέρετρο έπειτα από προτροπή της μητέρας του, ήταν εμφανής η παραμόρφωσή του από τα βασανιστήρια. Μέχρι σήμερα, διάφορα σημεία αφιερωμένα στη μνήμη του στο Μισισιπή καταστρέφονται συστηματικά από ακροδεξιές ομάδες όπως η Κου Κλουξ Κλαν. Δεν καταδικάστηκε ποτέ κανείς για τη δολοφονία του. Αυτό τον Ιούλη θα έκλεινε τα 78.

**Μετάφραση: BlackCat

***Από την ποιητική συλλογή της Sonia Sanchez με τίτλο «Morning Haiku»

****Φωτογραφία: Μamie Till

*****Πηγή: BlackCat – 3/7/2019

Θεόδωρος Μπασιάκος, Κι’ είπεν ο Μαρξ

Κι’ είπεν ο Μαρξ:
Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
Κι’ είπεν ο Ρεμπώ:
Ν’ αλλάξουμε την ζωή.
Κι’ είπεν ο Λένιν:
Χτες ήταν νωρίς αύριο θάναι αργά
Κι’ είπαν οι χίπηδες στα Μάταλα:
Σήμερα είναι η ζωή το αύριο δεν έρχεται ποτέ
Κι’ είπεν ο Καζαντζίδης
– και ξανάπεν κι’ ο Πουλικάκος -:
Υ π ά ρ χ ω !
Κι’ είπεν ο Σίμος ο Υπαρξιστής:
Η κατάστασις είναι κρίσιμος αλλά όχι απελπιστική
Κι’ είπεν επίσης ο αυτός:
Εάν απελπισθείς μην απελπίζεσαι.

– Αυτοί οι παλιοί ξέραν τί λέγαν, να τους ακούτε τους παλιούς!

Αντιγόνη Ηλιάδη, Στο μέλλον

Στο μέλλον
φυτεύουμε τα χέρια μας
σε λασπωμένα νερά
να βγάλουμε ζωή από το τίποτα
κρυβόμαστε σε τεχνητούς πλανήτες
και βουλώνουμε τις καρδιές μας
να μην ακούγονται
κλείνουμε τα μάτια στην κόλαση
φτιάχνουμε τη δική μας
με συνταγές από το παρελθόν
δεν αντέχουμε το φως
κυκλοφορούμε πάντα νύχτα
μέσα σε μάτια αγνώστων
μη και τυχόν μας καταλάβουν
ότι υπάρχουμε ως έτσι
ακούμε τη δυστυχία να σφυρίζει
αλλάζουμε δρόμο
πηγαίνουμε πάντα πλάι σε γέφυρες
σε ετοιμότητα να χαθούμε
μη και μας κοστίσει
ό,τι υπόσχεται το απέραντο
δεν αξίζουμε δεν μας αξίζουν
γδερνόμαστε αντί να αγαπηθούμε
όλα τα καλά άγνωστες λέξεις
που πειράζουν τον αέρα
με κομμένη την ανάσα
με σπασμένη τη γλώσσα
κολλάμε σε τσιμέντα παστρικά
γκρεμίζονται όλα
μένουν μόνο φύλλα
που θροΐζουν άδικο αίμα

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://cignialo.gr/antigoni-iliadi-sto-mellon/?fbclid=IwAR3kdCTrfXOr-IzPgNXqfGbKINJ3PK2YuEmRHE7yi0RSvykYDzdrX7IcWLo

Αντώνης Μπουντούρης, έρχεται σα σιωπή που βρυχάται…

Από τα έγκατα μια σιωπή

η πόλη σε ακινησία

ελάχιστοι ακούν τα πατημένα χώματα

που μουρμουρίζουν

ελαφρά σα στάχυα

ελάχιστοι νιώθουν την πληρότητα

των επερχόμενων.

Alex Antonopoulos, Today

Today I thought about how they were always right:
I will never change the world;
for this world changes only through tick boxes and numbers
and I don’t speak tick boxes, I don’t speak numbers.

They make their boxes that way;
they make them tight enough;
no poetry can fit in.

I will never change the world. They were right.
I will never change this world.
I will never save this world. And perhaps this world
never needed saving.

I will never change the world;
but today I got this moisturizing cream
and my skin looks fucking amazing.

*For more poems by Alex Antonopoulos: http://www.alexantonopoulos.com

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες – Άμιλλα φαντασίας & πραγμάτων (Β’)

Αν ήταν
Κι έτρεχε στα φωτεινά λιβάδια τού ήλιου
Θα στοιχημάτιζα όλα τα χαμένα αισθήματα πάνω της
Αφού το γέλιο της ακούγεται να είναι
Το χρώμα στη ράχη μιας μέλισσας που ζουζουνίζει
Μαζεύοντας τη γύρη των άστρων
Σα μέλι από σκέψεις γλυκές
Χυμένο μέσα στις κυψέλες• ωστόσο
Αύριο θα τη δω και πάλι
Αμίλητη και σκεφτική στους δρόμους των μεθυσμένων
Στο τρίτο μέρος τής νύχτας
Και ίσως πάρει καιρό μέχρι να καταλάβω καλά
Πόση αξία κρύβεται στο να φτιάχνεις με δυο λόγια
Από το πουθενά και το τίποτα την ευτυχία
Εκεί όπου δε θα μπορούσε να υπάρξει.

α.Π., Ανατολή

Φωτογραφία 24/7/19 στη Δύση

Κράτα μου λίγο πιο ψηλά
την Ανατολή,
να ζεσταίνει όσο γίνεται τη Δύση μου.

Παίξε μαζί μου.
Θυμήσου τότε που ήμασταν παιδιά,
μοιραζόμασταν μόνο τσίχλες κεράσι.

Γέλα μου ώς τη λεφτεριά των συνόρων.

Θα έρθω στην Ανατολή.
Ως τότε θα ψιθυρίζω λέξεις γέρικες.
Ματωμένες, χιλιοειπωμένες
και τα χνώτα μου,
θα σου στέλνουν μηνύματα.
Γιατί τα αισθήματά μου έχουν βάθος
και ο ήλιος μου λαύρα,
που κάνει όλο τον πλανήτη μας Σαχάρα.

Να!
Κοίτα, κατεβάζουν τις καμπάνες.
Δε χρειάζονται πια.

Άκου οι ανάσες μας τι θόρυβο κάνουν,
από Ανατολή σε Δύση
και το αντίστροφο.

Έλα να τα κάψουμε
και να τα στήσουμε
ξανά.
Άπλετη ελευθερία.
Έλα να τους τρομάξουμε,
να αισθανθούν ζωή…

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

Παραμύθι

Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι’ αλλού

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο

ο ύπνος στένευε ολοένα
άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι
χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης

Κανείς δεν άκουγε
μόνο ο ύπνος.

***

Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό

Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα
ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά

– Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα
τι όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!

***

Στον σκουριασμένο ουρανό

Το φεγγάρι ξεροβήχει
ρίχνει ομίχλη ο τεχνικός
και τ΄ ασημένιο φως
ο υποβολέας λέει τα λόγια
που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά

το τυφλό φεγάρι

που κάποτε συνέφαγαν

Το παιδί
Η μάγισσα
κι ο λύκος

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

*Από τη συλλογή “Ψαλιδιστής”, εκδ. Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, Κύπρος 2018.