Μαρία Σερβάκη (1930-2015), Σαν πλάσμα των ονείρων μου

Σαν πλάσμα των ονείρων μου όταν ήρθε και
στάθηκε μπροστά μου ακόμα μια φορά
Αυτός ο
Διαπραγματευτής

Των υδάτων των πουλιών των θεών των ουρανών

Γύρισε πάλι κοντά μου η μητέρα μου η νύχτα, φώναξε

Το βλέμμα του μόλις που με κρατούσε στη ζωή

Ο θάνατος δεν είναι παρά ένα υπερβόρειο χαμόγελο
Είπε

Κι έγινε νύχτα

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος”, εκδ. Εκάτη, 2013.

Paul Verlaine, Φθινοπωρινό τραγούδι

Μετάφραση: Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Του φθινοπώρου οι μακρινοί,
οι ασταμάτητοι λυγμοί
καθώς ξεσπούνε
με μιαν ανία αβάσταχτη
την τρυφερή μου την καρδιά
έρχονται και χτυπούνε.

Κι όταν ο χρόνος ο πικρός
μέσα στη θλίψη μου κι αυτός
το διάβα του σημαίνει,
μες σε λυγμούς αναπολώ
την παιδική μου τη ζωή
την περασμένη.

Και με τ’ αγέρι που φυσά
και δώθε-κείθε με πηγαίνει
αθέλητα αναχωρώ,
σαν ένα κιτρινόφυλλο
που έπεσε και χάθηκε
για πάντα πια νεκρό.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Νυχτερινή επιπλοκή

Κι ο άλλος που έρχεται
Με μια μικρή ελεγεία στους κροτάφους
Τίποτα δεν γνωρίζει από δακτυλικό εξάμετρο
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες
Πριν φας εσύ τα νύχια
Σε προλαβαίνει ο τόρνος
Δέκα συν δέκα δάχτυλα με μαθηματική ακρίβεια
τα λειώνει ένα-ένα με το χαρτί πάνω στην πέτρα
Κι ουρλιάζει το φεγγάρι ως το σούρουπο
Σαν τη ληγμένη βοδινή κονσέρβα
Που την αδειάζουμε
Κι έπειτα τη χωνεύουμε βελάζοντας στιχάκια.

Μεθαύριο το φεγγάρι θα ‘ναι τσέρκι άτσαλα κομμένο
Όταν ο πόλεμος τελειώσει θ’ αρχίσει ο θερισμός
Τα μεροκάματά μας σε σιτάρι
Μπορεί και σε μάτια. Τελοσπάντων,
αυτή η αριθμητική μ’ έχει μπερδέψει

Ξεφλούδισέ με ολόκληρη

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά

Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.

Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.

Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.

Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.

Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.

Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.

Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Βόλια (απόσπασμα)


 
ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

– Κόρη μου, πῶς να τραυλίσω ἕναν χειμώνα δυάρι
μόνο χάπια·
μόνο μίσος κι αὐτό σπασμένο

Ὁ γέρος μοῦ σπάζει καρτέλα: δέν ξέρει πῶς

’δρωνει κρόταϕος ἡ μέρα στήν πρώτη παρα –
ϕορά

καί πιάνει τήν τρέλα ἀπό τόν σπόνδυλο

– Δέν εἶμαι ἄγγελος κι ἡ γλώσσα μου κρατάει σκοτάδια

Κάποτε γαβγίζω ψώρα ὡς τό κόκαλο τήν

ἐξουσία τῆς οὐρᾶς του

κι ἔξι-ὀκτώ παίζουμε νευρικά με τα ξυράϕια

τοῦ συστήματος

Δέν εἶναι πώς ξοδεύουμε ϕλέβα στίς δομές
Τήν Πέμπτη τρῶμε 500 μιλιγκράμ μέ τά
βραστά λαχανικά μας
Καί λέμε κίνδυνο αὐτό τό ζωντανό σκουλήκιΚι ὁ Βόλια κραύγασε στή
συνέλευση: «Ποτέ οἱ Ἕλληνες δέν ταυτίστηκαν μέ τό κράτος»
Καί στά Χαυτεῖα οἱ «δικοί τους» ἄσκησαν τήν κατασταλτική
ἱεραρχία ϕύλακα καί πολίτη σέ ἀριστεριστές,
ἀνένταχτους καί συμπαθοῦντες τοῦ κινήματος.
Τσάκισες μ’ αὐτή τήν ἱστορία.

Ανανίας Ραφτόπουλος, Ηλιοτρόπια

μόλις περάσει από μπροστά μας
η αμαξοστοιχία του πρώτου θέρους
θα δούμε τα ηλιοτρόπια
σ’ εκείνες τις πλαγιές
που σπείραμε τα παιδικά μας όνειρα

φύτρωσαν απ’ τις ρίζες μας
περνώντας τις ελπίδες μας στο μπόι
πιστά στο φως μέχρι να δώσουνε το σύνθημα
και βάψουνε τα πρόσωπα του ουρανού
στα χρώματα
ενός ανέμελου χορού της εφηβείας
όσα πυροτεχνήματα απομένουνε
στις γειτονιές του ορίζοντα μας
πριν σκύψουν το κεφάλι απ’ τη θλίψη
για τη φυγή μου πριν το τέλος του καλοκαιριού

ίσως να ξέρουν
πως όταν σβήσουνε τα χρώματα
και τυλιχθεί τριγύρω τους
το έναστρο ύφασμα της ξενιτιάς
και σαν περάσει η εποχή
του ανέμελου εφήβου
η θλίψη τους θα δώσει τους καρπούς
στους νεαρούς σε παραγωγική ηλικία
που περιμένουν στην ουρά
ενός υπερταμείου της ανεργίας
και μασουλάν αμήχανα
δυο κούτες πασατέμπο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://losinnuendos.com/2019/06/20/iliotropia/

Ζαχαρίας Στουφής, Μέτρια ποίηση

Από τότε που διορίστηκα ταξιθέτρια του χάους
δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ καθόλου με την ποίηση.
Εσείς όμως, οι νεο-μυημένοι στη γραφή
και εσείς οι ακούραστοι διώκτες της σιωπής
είναι καιρός, νομίζω, να γράψετε τα αδιάβαστα ποιήματα.
Δεν θα τα τραγουδήσουν οι γενιές που δεν θα ’ρθουν
θα παραμείνουν σε βιβλία κλειστά όταν
οι σαβάνες θα πολιορκούν τα τσιμέντα.
Στο ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους
να γίνετε οι πιο μάταιοι προφήτες
(αφού κανένας δεν θα υπάρχει για να σας δικαιώσει)
γράφτε την ατραγούδιστη και ύστερη κατάσταση
του τέλους.

Βασίλης Βασιλειάδης, Naif Ποίηση

Γιά ιδές τους
μέ πόσο ιδρωμένη περηφάνεια τσακίζονται
νά αλγεβροποιήσουν τήν καθημερινή τους ζωή
όσο γίνεται περισσότερο,
γιά στήσε αφτί
ίσως μπορέσεις ν’ ακούσεις
τί φέρνει σ αυτόν τόν κόσμο
ό πολιτισμός πού ορίζεται από τούς αλγόριθμους
καί τόν χειρίζονται τεχνοκρατούμενοι εγκέφαλοι
μέσα σέ κεφάλια τετράγωνα
αποκομμένοι από τόν ουρανό καί τή θάλασσα,
σέ φώναζα,
όσο είναι καιρός
εσύ μείνε ερωτοεγκέφαλος
άτακτος καί χαοτικός,
επέμενε νά γίνεις καί νά μείνεις τό λάθος τής κατάστασης,
σέ φώναζα
έλα στήσου δίπλα μου
καταντίκρυ σέ αυτή τήν άνοη πολυνοητικότητα,
νά είμαστε μαζί, εδώ, παραέξω από τόν ζήλο τους πού είναι ό θάνατος,
νά αγριέψουμε καί νά τούς φτύσουμε,
τέτοιο φτύσιμο πάντα χαλάει τίς τάξεις καί τίς νομοτέλειες,
αλλά τό μυαλό σου ψυχαναλυμένος οπαδός τού νιρβάνα
δέν άκουγε πού έσκουζα
τώρα
καταμεσίς στόν όλεθρο
μέ ρωτάει ή ζωή σου ρημαγμένη από τήν πρόοδο
κατά πού νά πάει,
ποιά έξοδο νά πιάσει μπάς καί σωθεί;

2014, Θεσσαλονίκη

Μαρία Πανούτσου, Ουρλιαχτό 2019

είδα τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς µου ρημαγμένα
από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα

Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό 1956

δολοφονείται
δολοφονείται
ο καιρός της ελευθερίας σας
έγκειται

στις φύλακες οι έχοντες κοινό νου
όσοι δεν βάφουν με αίμα τας χείρας τους
όσοι κρατούν αντί για λουλούδι στο χέρι
την βάλανο των επιθυμιών τους
την συμπόνια, το χαμόγελο, την χαρά
το θεϊκό χέρι του Μιχαήλ Αγγέλου
τα σκέλια και το στήθος αγγιγμένα
από αγαπημένους συντρόφους,

όλοι αυτοί στις φύλακες, εμπρός
όσοι δεν έχουν αίμα πιτσιλισμένο
στο πρόσωπο
από θύματα ανίερης οργής

δολοφονείται ω!! εσείς παιδιά μιας καρδιάς
κομμένης και ραμμένης σε κομματάκια
ίδια με μαύρα σοκολατάκια
σαπισμένα και δηλητηριώδη
εσείς ασήμαντοι μιμητές του Frankenstein

Αδημοσίευτο ©Μαρία Πανούτσου 2019

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Πιάνω απ’ το σβέρκο το φως
Και του βγάζω τα μάτια
Πιάνω απ’ τα μαλλιά το σκότος
Και του ξεριζώνω τον θάνατο.

Ρίχνω στο πηγάδι τον ήλιο
Και του πνίγω τη λάμψη
Ρίχνω στο κρεβάτι το φεγγάρι
Και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Βάζω τρικλοποδιά στη χαρά
Και την αφήνω ανάπηρη
Βάζω περιορισμό στη λύπη
Και τη στέλνω αδιάβαστη.

Δίνω μια σπρωξιά στη μέρα
Και την πετάω στην άβυσσο
Δίνω μιαν ανθοδέσμη στη νύχτα
Και την κάνω ερωμένη.

Γεννιέμαι μ’ έναν έμφυτο φόβο
Πεθαίνω μ’ ένα επίκτητο πάθος.

***

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μαζεύω πακέτα από τσιγάρα
Για το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Πουλιά με κοιτάνε που γράφω
Αρπάζω ένα και το κάνω στολίδι
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς
«Σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε κρέμασα».

Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι
Κάποιο παιδί μπήκε στο δωμάτιο
Το κρύο τού περόνιαζε τα χέρια
Οι ήρωές του είχαν πια πεθάνει
Μα εγώ μάζευα μικρές καρφίτσες
Και τις έβαζα στα τσιγαρόκουτα
Τα πουλιά με κοιτούσαν παράξενα
Να τρυπώ τα χάρτινα ποιήματα
Μετά βγήκα στον δρόμο κι έτρεχα
Ώσπου με αναγνώρισε ο Θεός
Και με μεταμόρφωσε σε πουλί.

Τώρα με δύο σώματα ανεβαίνω
Στο δέντρο του θανάτου μου.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, εκδ. Στοχαστής.