Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Tο χνώτο

Έκπτωτοι άγγελοι
τ’ αδέσποτα σκυλιά
κάτω απ’ τα πεύκα

Χώρα κι αφαγιά
κουφάρια ζωντανά
σκιές του δάσους

Βρωμάει το χνώτο σου
άσπλαχνη πόλη μου
χαρτοβασίλειο

Και δεν κατέληξες
σ’ ένα γαμημένο
γενικό συμπέρασμα.

***

Καφές με γάλα
αυγά μάτια, φέτες τοστ
εφημερίδα

***

Ένα καράβι
μας πήρε μακριά
το καλοκαίρι

***
Διαβάτης χρόνος
από τα νιάτα κιόλας
πότε διάβηκε;

***
Ζητείται νεράιδα
να πάρει τις φωνές
των ντελάληδων.

***

Πριν σβήσουνε

Προσκυνητής
σ’ άνισο αγώνα
θανάτου και ζωής
με παγωμένο ιδρώτα
κλέβεις στιγμές να παραβγείς
κάποτε ωραίος νικητής…
σαν πρώτα.

Όσο γι’ αυτό
έχεις καιρό να δοξαστείς
για τέτοια μην ανησυχείς
και ρώτα
αν πρόφτασε ποτέ κανείς
τους κόπους του να δει ευτυχής
πριν σβήσουνε τα φώτα.

***

Προτροπή

Λοιπόν, ας μη μιλάμε άλλο για μνημόσυνα…
έχουν μιλήσει προηγουμένως άλλοι κι άλλοι.
Έχουνε προσαρμοστικά υποκλιθεί
σ’ αξίες και θρησκείες κατεστημένες,
έτσι που ενυπόθηκα περνούν
στις άκρες των δακτύλων μας τα χρόνια.

***

Ρακόμελο

Ευτυχής συγκυρία
πέρασε το Μετρό
απ’ την Εγνατία.
Δεν πήγε από Tσιμισκή
―χαρές και μεγαλεία!―
Aλλού τα φτηνομάγαζα
κι αλλού τα φαρμακεία.
Αρχαίες στρατιές
τις κάλυψαν οι επιχώσεις.
Τετράρχες και ληστές
ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΣΕ 32 ΔΟΣΕΙΣ!
Ήρθαν απ’ την Ανατολή
να ήξεραν για πού πάνε.
Δίπλα στο πεζοδρόμιο
δυο νέοι ξεμεθάνε.
Πιάνουν τα κρύα
τελειώνει και το Μετρό
στην Εγνατία.
Θα πάω αύριο από κει―
θα πιω δυο μέλια με ρακή.
Έχει απεργία.

*Από τη συλλογή “Στίχοι για υγρούς θανάτους”, Σε ηλεκτρονική έκδοση εδώ: https://www.openbook.gr/stichoi-gia-ygroys-thanatoys/

Βαγγέλης Γέττος, Μ.

Η ανάσα μου,
η κοψιά μου
διασχίζουν μονίμως.

Το περίγραμμά μου με πείθει
ότι είμαι
και ένα απαλό άγγιγμα στην πλάτη σου
και ένας παλιός υπάλληλός μου
και ένα φύσημα που αλλάζει το βλέμμα

Βρίσκω τη μυρωδιά μου
εκεί που δεν μυρίζει.
Χάνω την ακοή μου
εκεί που ουρλιάζει η απουσία.

Μυρίζω το κενό.
Ακούω το σούρσιμό του.

Και όμως δεν είμαι εγώ
ή εκεί
να το γράψω
να το μοιραστώ.

Πέρασες και με άφησες με περίεργες ικανότητες.

*Από τη συλλογή ‘Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Διαδρομές

Διαδρομές με το μετρό μέσα στην πόλη
μια παραλία μπρος στα πόδια σου κοιτάς
ζωγραφισμένη, σε φωνάζει και ματώνεις
γιατί το ξέρεις ότι δεν μπορείς να πας.

Ρουτίνα, φάμπρικα, ζωή με το κομμάτι
κι εσύ το κάλεσμα της θάλασσας ν’ ακούς
μεταμοντέρνες αυταπάτες να γυρεύεις
σε κοινωνία που γεμίζει μ’ αχινούς.

Μια παραλία ζωγραφίζεις στα χαρτιά σου
στα θολωμένα κύματά της κολυμπάς
σαν καραβάκια τα χαρτιά σου θ’ αρμενίζουν
εκεί που νόμιζες πως κάποτε θα πας.

Ghérasim Luca, Οιδίπους σφιγξ

Στο όνομα
των
άνομων
του χθες
στο όνομα
των
άνομων
του σήμερα
ο επιζών του Άουσβιτς
κι ο επιζών
Ες Ες
αναρωτιούνται
στο δικαστήριο της Φρανκφούρτης
Πώς να καταδικάσεις στο όνομα του νόμου
το έγκλημα που διαπράχθηκε στο όνομα του νόμου
Πώς να συγχωρέσεις στο όνομα του νόμου
το αίμα που χύθηκε στο όνομα του αίματος
Η ερώτηση ξεπερνά την απάντηση
και ο κατηγορούμενος
το εδώλιο
Ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία
ισοβίως*
* Χιροσίμα…
Βουδαπέστη…
Κονγκό…

ŒDIPE SPHINX

Au nom
des
hors-la-loi
d’hier
au nom
des
hors-la-loi
d’aujourd’hui
le rescapé d’Auschwitz
et le rescapé
SS
s’interrogent
au tribunal de Francfort
Comment condamner au nom de la loi
le crime commis au nom de la loi
Comment pardonner au nom de la loi
le sang versé au nom du sang
La question dépasse la réponse
et l’accusé
le box
Ni pardon ni châtiment
à perpétuité*
* Hiroshima…
Budapest…
Congo…

*Μετάφραση: Ελένη Γιώτη.
**Περισσότερα ποιήματα του Ghérasim Luca μπορείτε να διαβάσετε στο εικοστό πρώτο τεύχος του Τεφλόν.

Άθως Δημουλάς, Περιέργεια προς το χάος

Χωρίς τίτλο

Τώρα που ο χρόνος
συσσώρευσε πάνω μου
μέρες και μέσα μου
μελαγχολία,
μ’ ευχαριστεί
να βλέπω
τη μελαγχολία μου
καθώς μετρά
τις μέρες
που περνούν.

***

Ταξίδι

Περιπλάνηση επιχείρησα
ως την άκρη του κόσμου.
Aπό περιέργεια προς το χάος.

Το χάος μού έφερε σαγήνη μεγάλη.

Κι εντός μου αντιστράφηκαν οι ρόλοι:
το χάος μού φάνηκε κατάλληλο
κι ο κόσμος που εγνώριζα
στεγνός, μακρινός.

***

Όλα

Όλα είναι εδώ, είπε:
τα προσωπεία του φόβου,
τα κάτοπτρα της αυταπάτης
για το ναρκισσισμό των ελπίδων,
η ψυχή πιο μέσα,
λεία της ανυπαρξίας.

*Τα ποιήματα Χωρίς τίτλο και Ταξίδι προέρχονται από την συλλογή Χωρίς τίτλο (1956), ενώ το ποίημα Όλα από την συλλογή Η μοίρα των πεπρωμένων (1979).

**Αναδημοσίευση των ποιημάτων και της φωτογραφίας της ανάρτησης από εδώ: http://apotypoma.blogspot.com/search?updated-max=2019-06-14T18:07:00%2B03:00&max-results=5

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κάθοδος τα μεσάνυχτα

Μεσάνυχτα

και ξεπηδούν απ’ τις κορφές του φεγγαριού
αφήνοντας τη βάρδια τους
και κατεβαίνουν
κι έρχονται

κι όλο περνούν μες τα βαθιά ραγίσματά μου

ο Γκανάς
η Ορνέλλα Μούτι
ο Λάγιος κυκλωμένος με χρώματα
κι ο Παπαγιώργης
η Φρανσουά Βιγιόν απαγγέλοντας σιωπηλά
η Μόνικα Βίτι
η Γαλανάκη μαζί με τον Κοέν
και η Λόρεν γυμνή
θεόγυμνη
ο Χρήστος Μπράβος βυθισμένος μες στα έλκη του
ο Περικλής Γιαννόπουλος αγκαλιά με τη Γώγου
κι ο Μουφλουζέλης κόκκινος
κατακόκκινος
ντυμένος στην πένα
σαν τρελός να γουστάρει τη Μπριζίτ Μπαρντό
μη διστάζοντας να της κάνει πρόταση γάμου
ο Γκάτσος σέρνοντας χαρταετούς
κι η Τζένιφερ Λόπεζ
η Ζυράννα Ζατέλη με το κανό της αύρας
και ο Καρούζος ανεξάντλητος
ενθουσιώδης
τύφλα μεθυσμένος μ’ αμίλητα νερά
χτυπώντας ενίοτε τον παράμεσο με το δείκτη
κροτώντας τις παλάμες στο ρεφρέν
ν’ ανοίγει τα κρυφά φτερά
και να πετά
χορεύοντας το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.

Francois Villon, Μπαλάντα (Μπαλλάντα του Διαγωνισμού του Blois)

1 ΠΕΘΑΙΝΩ άπό δίψα πλάι στην πηγή,
Ζεστός σαν τή φωτιά, καί χτυπώ τα δόντια μου·
Κοντά στην άνθρακιά ριγώ πυρωμένος·
5 Γυμνός σά σκουλήκι, ντυμένος πρόεδρος,
Γελώ μέ κλάματα καί προσδοκώ χωρίς ελπίδα·
Παρηγόρια βρίσκω σέ θλιβερήν άπελπισιά-
Αναγαλλιάζω καί δεν ϊέχω χαρά καμία-
Ισχυρός είμαι χωρίς δύναμη καί χωρίς έξουσία,
10 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τού καθενός.

Τίποτα δέ μοϋ είναι σίγουρο παρά τό άβέβαιο πράμα-
Σκοτεινό, έξόν ό,τι ’ναι ολοφάνερο-
Αμφιβολία δέ βάνω, έξόν σέ πράμα βέβαιο-’
Επιστήμη θωρώ σ’ αιφνίδιο συμβάν-
Στής μέρας τό χάραγμα λέω: «’Ο Θεός νά σάς δίνει καλό βράδυ !»
Κοιτάμενος ανάσκελα, πολύ φοβούμαι μήν πέσω-
Έχω άρκετά κι όμως δέν έχω μία-
Κλήρο προσδοκώ καί άνθρώπου δέν είμαι κληρονόμος,
20 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοΰ καθενός.

Δέ γνοιάζουμαι γιά τίποτα, βάζω δμως δλο μου τον κόπο
Ν’ άποχτήσω άγαθά καί διεκδικητής τους δέν είμαι-
Πού τό καλύτερο μοϋ λέει, είναι πού μέ πειράζει πιότερο,
Καί πού τ’ άληθινότερο, είναι πού πιότερο μέ κοροϊδεύει-
25 Φίλος μου είναι, πού μέ κάνει νά γρικάω
Γιά έναν άσπρο κύκνο πώς εΐν’κοράκι μαύρο-
Καί πού μέ βλάφτει, πιστεύω πώς μέ βοηθά τό κατά δύναμη-
Κοροϊδία, άλήθεια, σήμερα όλα μοϋ είναι ένα-
Συγκρατώ τά πάντα, τίποτα δέν μπορώ νά εννοήσω,
30 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος του καθενός.

Πρίγκηψ μακρόθυμε, παρακαλώ σας μάθετε λοιπόν
‘Ότι γρικάω πολλά καί δέν έχω νοϋ ούδέ γνώση:
Φατριαστής είμαι, όλωνών των νόμων κοινός.
Τί ξέρω πιότερο; Τί; Τα μιστά πάλι νά ’χω,
Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοϋ καθενός.

*Από το βιβλίο Francois Villon (Φρανσουά Βιγιόν), Ποιήματα, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, χωρίς χρόνο έκδοσης. Μετάφραση από τα Γαλλικά: Τρύφων Β. Νικολάου. Τα περιεχόμενα αυτού του βιβλίου δημπσιεύτηκαν στα Ελληνικά για πρώτη φορά στο περιοδικό “Εκηβόλος”, Νο 4, Φθινόπωρο 1978.

Σωκράτης Κέρκης, Jamming with Jack (αποσπάσματα)

JAMMING WITH JACK 2
Κάποια μέρα ο ήλιος θα ζεστάνει
και εσύ που τώρα κλαίγεσαι
πάνω από ένα πιάτο παντζάρια
θ’ αφήσεις το γρασίδι να χαϊδέψει το κορμί σου.
Τότε το χαμόγελο θ’ απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου και δεν θα φύγει ποτέ

JAMMING WITH JACK 5
Γυμνός στέκομαι
ακουμπώντας
στο κάγκελο του μπαλκονιού
ατενίζοντας
το πήγαινε-έλα των πορτοκαλί πολυκατοικιών.
Ένα περιστέρι περίεργα με
κοιτά
ψάχνοντας για φαγητό.
Και το κορίτσι που με μανία τρίβει τα τζάμια
ασυναίσθητα
μου χαμογελά.

JAMMING WITH JACK 9
Μέσα στο φωταγωγό των μίζερων ονείρων μας, τσίκνα από τηγανιτά ψάρια με
κουρκούτι από απορρυπαντικό την μύτη μας σουβλίζουν.

Κι όσα κουκούτσια από μούσμουλα κι αν πέταξα το δέντρο δε λέει να φτάσει στο
δικό μου παραθύρι.

JAMMING WITH JACK 22
Ξημέρωμα κι ένα πινέλο έριξε μπλε πάνω στο μαύρο
Ξημέρωμα κι οι γείτονες ερωτοτροπούν, τσακώνοντα
καθώς κρέμονται από τα μπαλκόνια.
Ξημέρωμα και το νερό του ντους ξεπλένει
την αρμύρα της νύχτας από το σώμα μου.
Ξημέρωμα και τα σκουπιδιάρικα χτυπούν
χαρμόσυνα τις καμπάνες στις εκκλησίες.
Άλλη μια νύχτα πέθανε μες στις σελίδες της ζωής,
μες στις σελίδες του χρόνου

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.

Θεόδωρος Αγγελής, Από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”

Max Beckmann, Berlin

V
Κάθε βράδυ πέφτουν
απ’ τους φανοστάτες οι σταξιές
ωστόσο λίγα προσφέρει ένα λιπόσαρκο φως
όταν ξετυλίγεται σε πρόσωπα που φθίνουν
και απ’ την τέφρα σβήνει η γραμμή
όπου τελειώνει η θάλασσα και αρχίζει ο ουρανός.

Είναι μια λύπη που δεν καταλαγιάζει
για ανθρώπους που ναυάγησαν
με γδαρμένες ψυχές
για άλλους που γέρασαν με την παραίτηση
στα μάτια, τη σήψη στις ραφές,
βολοδέρνοντας στο ξέπνοο γαλάζιο.

Πώς αποτυπώνεται ο αφανισμός
και γεμίζει το πανί φιγούρες
που ακουμπούν τα μάτια τους στη γη
ενώ αρκεί ένα τοπίο
ένα κοιμητήρι λεηλατημένο απ’ το κρύο
με τους βραχνούς θρήνους και τη φρικτή σιγαλιά.

Είναι η έρημος που μέσα σου οργώνεις
όταν δεν αντέχεις πια την απουσία,
η πίστη ψυχρή βλόγηση
δίχως την πραότητα στο απελπισμένο βλέμμα,
την υπόσχεση που χάριζε μια άκρη του ουρανού
όταν τη σφίγγαν τεντωμένα χέρια.

*“H Στάχτη στον ουρανίσκο”, Εκδόσεις Σμίλη, 2017.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Θυμικά ορύγματα

Ο κόσμος φωνασκεί στη χοάνη
της αφής
παρά της ακοής
Ό,τι μπορετό και αμπόρετο
το θυμικό σκαρφίζεται με πόνο
αγγίζει επτά στρώσεις
από πέταλα πάνω στο κορμί μου
Και όταν σταματά
σαν χέρι που τα μαδάει
από το στήθος, τους γλουτούς
και το γόνα,
πληγές αναδύονται με θλίψη πηχτή
και γόο χυμένο
στις μάχες των αθεράπευτα σαστισμένων
Παιχνιδίζει με του θανάτου
τη σιγουριά
και του θεού τη πίστη
μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά
η ζωή μου