Νικόλας Λεβέντης, Ήσυχοι άνθρωποι

Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.
Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτή.
Όταν οι πράοι
αποφασίσουν να μιλήσουν
ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.

Έχουν ακούσει αρκετά
σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημένα λόγια
για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.

Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές
εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.
Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.

Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία,
η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης,
η εσωστρέφεια το νέο σπίτι της νόησης

και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν
πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.
Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.

Γιώργος Λίλλης, Δημιουργική γραφή

Φωτογραφία Δημήτρη Χαρισιάδη (1956)

Ένα σονέτο γράψτε
για τις άδειες παιδικές χαρές
για τις μασέλες και τις πατερίτσες
για εκείνον που τρώει τα νύχια του
για λεκέδες και ραγισματιές
για τρελάδικα και ανάποδους σταυρούς
για ράμματα στο κεφάλι
και ακρωτηριασμένες κλειτορίδες
για νεκροτομεία και άδεια βλέμματα
για αδέσποτους ανθρώπους
για χωματερές και ορφανοτροφεία
για παχύσαρκα κατοικίδια
και ηλικιωμένους που ψάχνουν στους κάδους
για πληγές που δεν επουλώνονται
για το ροχαλητό και τα φτερνίσματα
για τον χαμηλοτάβανο ουρανό των υπογείων
για τις αφισοκολλημένες αναγγελίες θανάτων
και τις χαραγμένες αγάπες σε παγκάκια
για γεμάτα ψυγεία και ξεχειλισμένες αποχετεύσεις
και για ρούχα που δε θα φορεθούν ξανά
για μυγοσκοτώστρες και περίστροφα
για τα γερασμένα χέρια που χαϊδεύουν ένα μωρό
Ένα σονέτο γράψτε

*Από τη συλλογή “Ο άνθρωπος τανκ”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Μοχαμμάντ Χεμματί, Όνειρο

Ένα μεγάλο όνειρο
τόσο μεγάλο που εσύ
με όλη σου την ομορφιά
μέσα του ν’ αλωνίζεις
εις τους αιώνας των αιώνων.
Θάνατος είναι που ’μαι ξυπνητός.

*Από τη συλλογή “η κούνια”, εκδόσεις Σκαρίφημα. Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Κλείνει, μα δεν ανοίγει

Ανοιγοκλείνει το στόμα
Το ρολόϊ χτυπούσε μιαν ώρα
που σαν κάθε ώρα τρέμει

Αλλά το φεγγάρι αργούσε
και το σκοτάδι προσκαλούσε
Πιο πέρα, τα βήματα της λύπης
σκέπαζαν τους ήχους των πανηγυρισμών
και οι πληγές δεν έσβηναν
παρά τους θορύβους και τα προσωπεία τους

Το στόμα ανοιγοκλείνει, “δεν μιλάει”
να σκέφτεται ξαπλωμένος με τονα χέρι προσκεφάλι
“τα δεκάξι μας χρόνια” σκεφτόταν
και τη νύχτα που η ακοή του γέμισε
από άμμο θάλασσα
αυτοκίνητα, τρένα που πήγαιναν
πανω κάτω ασταμάτητα

Δεν βρέθηκε ένα ακρογιάλι να ποτίσει αρμύρα τις ρίζες μας
Στην ερημιά της σιωπής με την αδεξιότητα
του στόματος που ανοιγοκλείνει
πως να φτιασιδώσεις την εγκατάλειψη; σκέφτηκε
κι άναψε τσιγάρο στα παγωμένα του χείλη

Στο δειλινό κόπηκε τ’ αγκάθι απ’ τον κορμό
κοράλλια σχίζουν τον βυθό της μνήμης

Πέφτει σκόνη, τα μάτια κλείνουν
τα λόγια που ανοιγοκλείνουν
δεν σμίγουν με τη σιωπή
δεν ελαφρύνουν την απώλεια
τα λόγια που ποντίζονται στον αφρό της ελαφρότητας
γυρεύουν κι άλλην απόρριψη
αλλά οι στροφές μας τελειώσανε, ήδη από χρόνια

Η παράδοση φοράει ξυλοπάπουτσα
δένει τα χέρια στην πλάτη
στην ομίχλη,
σέρνει τους μονολόγους της στο πάτωμα
στους βρώμικους δρόμους το στόμα δεν κλείνει,
δεν φεύγει το δειλινό
σταμάτησε για να σκεπάσει
τις φωνές που τελειώνουν τη μέρα
βουλιάζει στη χώρα του σκότους

Δεν γυαλίζει τίποτε,παρά η φωνή
που γέμισε μαύρα σύννεφα το μέτωπο
καθώς περνούν τα χρόνια χωρίς το τσιγάρο να καεί
χωρίς η πληγή ν’ ατενίσει τον ήλιο

Μένει μια νύχτα πικρή
εξαφανίζει τα κύματα
χάνεται από τα πόδια μας η άλλη όχθη

Απλώνει ο πόνος σιωπηλός,
αξύριστος κι αληθινός

Μάρτιος 2000

***

Έφυγες με λύπες

στον πατέρα μου Στάθη

Φεύγεις απ’ αυτό που νιώθεις
με λύπες
τώρα πια, για σένα
τώρα που έχουμε μείνει μόνοι

Στην μοναδική ημέρα που έπαιξες φυσαρμόνικα
και μετά,
καφές κι αμέτρητα τσιγάρα

19 Οκτωβρίου 2019

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Η Οδός

Μετά τον οισοφάγο
λευκή άμμος φωτός και αμμοχάλικα
στο στομάχι σου να περιφέρουν από κύτταρο σε κύτταρο
από ιστό σε ιστό
κι από όργανο σε όργανο
το θάνατο.

Χρήστο,
το σπίτι τώρα είναι παλιό
πέρασαν χρόνια από το ’61,
και από το Δάσος Χαϊδαρίου
στον Νέο Κόσμο
δεν είναι μόνο
ένα μισάωρο μ’ ένα εναέριο τραμ που δεν υπάρχει
ή μια εικοσαετία αρχιτεκτονικών κατασκευών
διαφορετικού εμβαδού και αισθητικής.

Μόνο η οδός είναι η ίδια
(25ης Μαρτίου κι εκεί κι εδώ)
γιατί η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία.
Λες και η εθνική γιορτή που λάτρεψες από μικρός
είναι μόνο αυτή που απομένει.
Χωρίς φίλους πια και συγγενείς,
σύζυγο, εγγόνια και παιδιά,
χωρίς ερωμένη
(έφυγε στα Τρίκαλα)
από την 25ης Μαρτίου 202 στο Ρετζίκι
στην 25ης Μαρτίου 2 στη Σίνδο
δεν είναι μόνο οι αριθμοί
που δείχνουν πόσα σκαλοπάτια έπεσες.

*Από τη συλλογή “Ματς Πόιντ”, Εκδόσεις Θράκα, Αθήνα 2018.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Αντανάκλαση

Remedios Varo, Bankersin Action (1962)

στο πετσί μου σκαλωμένες βουλγάρικες λέξεις
στα ριζά των μαλλιών μου φυτρώνει σκόνη και τσιγάρα
σε πλαστούς κόσμους της Νέας Υόρκης μαζεύω βίδες
χορεύω σε άδεια διαμερίσματα
τρέχω μακριά από καλώδια φίδια
κλείνω τα μάτια με την κίτρινη γλώσσα
μη δω νόημα
στα βάρη μου κόβεται η ανάσα
ξεκινώ με τα γόνατα λυγισμένα
σηκώνω εξοπλισμό πιο ακριβό από μένα
τρίζουν οι σπόνδυλοι
σπάζουν τα κουτάλια πάνω στις μέρες
στα χαλασμένα φαγητά
στους κοινόχρηστους διαδρόμους
στις δημόσιες τουαλέτες
κρεμάω σε τυχαία καρφιά
όνειρα και ψυχή
τα μάτια θολώνουν σε κρεβάτια δανεικά
οι μύες παραπονιούνται
τα στομάχια διαλύονται
με ένα φορτίο στην πλάτη
μένει μια μυρωδιά από τσιγάρα κι οινόπνευμα
μένει μία ιδέα από φελιζόλ
σε φτιαχτό πεδίο μάχης
περιμένω να έρθει το λεωφορείο
με τα χέρια γεμάτα μπογιά
ο νους μου κλεμμένος στις εικόνες
περιμένω το μετρό το τραμ
σε μία ατέλειωτη διαδρομή
ακολουθώ μία από καιρό αλλοτριωμένη αντανάκλαση

Ειρηναίος Μαράκης, Το πρόβλημα*

Α, ρε Λαυρέντη τα χρόνια περνούν
κι όλο σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι
πως μόνο εγώ ήξερα ότι είσαι κάθαρμα
αλλά ότι ήμουν ο μόνος που το παραδέχτηκε δημόσια
όταν όλοι οι άλλοι σε δέχτηκαν, τι ειρωνεία,
ως τον πολιτικό τους αναμορφωτή,
και το πρόβλημα μεγάλωσε
απόκτησε φιλολογική αξία
έγινε σύνθημα σε τοίχους ηλεκτρονικούς
και μάθημα πανελλαδικώς εξεταζόμενο.

17/11/2017

*Το Πρόβλημα: απάντηση-συμπλήρωμα στο Επιτύμβιον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Το Επιτύμβιον ανήκει στην ποιητική συλλογή Ο Στόχος (1970), που περιέχει ποιήματα γραμμένα στην περίοδο της δικτατορίας (1967-1974).

Χριστόφορος Τριάντης, Ο (μικροαστός) δημιουργός

Να, ο θεούλης της βολής
πού και πού
σ’ αφήνει να χάνεσαι
στο πέλαγος της δημιουργίας
(ευλογία για αναρρίχηση).
Όμως, δεν είσαι προορισμένος,
από μοίρες κι ενοχές
για δημιουργός μεγάλος.
Η μοναξιά είναι δύναμη
και εσύ ένας αρχιθαλαμηπόλος των συμβάσεων.
Ω, μικροαστέ μου,
δεν έχεις δημίους να φοβάσαι,
ούτε και δαίμονες να σε τρομάζουν
στα σκοτάδια
(προζύμι για πνευματικό ψωμί).
Είναι ωραία ν’ ανιάς στις συνεστιάσεις
και να κορδακίζεσαι
μπρος στις νεαρές συλφίδες
(στις χοροεσπερίδες).
Α, είναι και η λύπηση προς τους
αναξιοπαθούντες,
που συνεχώς διαφημίζεις.
Είναι μεγάλο επίτευγμα
η συμπόρευση (έστω και λεκτικά)
με τους μη προνομιούχους,
ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης,
μικροαστέ δημιουργέ.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Τρία ποιήματα

Artwork: Σταύρος Μεσσήνης

Ο μυθικός Λαβάλ

Ο Λαβάλ είναι βέβαια ο Β.Κ.

Κατέφθασε τάχιστα / αργοπορημένος μόνο κατά το
ήμισυ

ακριβώς τη στιγμή που παρέθετα το γεύμα /
οι τσέπες γεμάτες φακέλους οι φάκελοι γεμάτοι τσέπες.
Η πίεση του δρόμου εξαπλώνεται στις μασχάλες /
η φωτιά σιγοκαίει το τζάκι,
ένας ορυμαγδός εννοιών εγκαθίσταται και αρχίζει να
συναρμολογείται πρόσχαρα,
άμα τη αφίξει του.
Κάποτε ίσως να’ χε ροδοκόκκινα μάγουλα /
αλλά τότε δεν τον ήξερα
«Όχι Τζοάννα, δε γίνεται, μην επιμένεις»
οπότε λέω να ιδρύσουμε
έναν όμιλο με άψογα χαρακτηριστικά /
ο οποίος θα διεξάγει άμεσα ένα πυρετώδες συνέδριο
αντιπροσώπων
-αιρετών και ανακλητών-
-υπόλογων στον πάσα ένα-
με πλούσια χαίτη και ωρολόγιο πρόγραμμα.
Τότε και μόνο τότε, τυλιγμένος σε μια κόλλα χαρτί
θα κηρύξει επιτέλους την έναρξη των εργασιών /
λίγα μόλις λεπτά μετά το τέλος τους

***

ΜΠΛΟΥΤΟΥΘ

στον Δ.Ν.

Σε παρατηρώ με καθυστέρηση χρόνων
/ μέσα στο τροχόσπιτο /
μέσα στον ίλιγγο του τροχόσπιτου
με την πυκνή ζέστη /
τα ρευστά καλώδια / την αργιλώδη συγκομιδή
Τόσες προσπάθειες
πάνω σε τόσες προσπάθειες /
να συμπεριλάβεις μια αχανή έκταση μη-μηχανικών πτυχώσεων
σ’ ένα γαλάζιο δόντι

1,2,4 χρόνια/
ούτε εσύ βέβαια έχεις τη δυνατότητα να εντοπίσεις αυτό το πλεόνασμα
των αναερόβιων μετωπικών συγκρούσεων μπροστά στον καθρέφτη
/του μπάνιου, του χωλ, της βέσπας /
που υπογράμμισε τα μάτια σου
και τα μάτια μου

Το χειμώνα που φεύγει ο κόσμος, κάθε περίπατος στη
θάλασσα γίνεται δίπλα σ’ ένα πηγάδι
το οποίο τροφοδοτείται με τα δίευρα
που συλλέγει αυτός που αναζητά το μεροκάματό του
στην παραλία

***

ΝΑΝΑ Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ

Ο Χριστός κ’ η Παναγία
Κάνανε μια συμφωνία
Ποιος θα βγει στο δεκατρία

Η Λάρισα δεν ανευρίσκεται πλέον εις τα αποτελέσματά της

Ο σκύλος επέρχεται
Τρελαίνει τα μόντεμ
Τα μοντεμάκια τα καημένα

Οι βάρκες κουνιούνται
Τα πλοία βυθίζονται
Σείονται τα Καλάβρυτα

Ο βοριάς φέρνει κύμα
Φέρνει τσιπς
Ruffles
Καράφλες

Όλες οι λύσεις περιλαμβάνουν εξ ορισμού
το στομάχι, αυτή την αδάμαστη ιαχή κάθε σχολής
οδηγών που τυχαίνει να γνωρίζω.
Ακούς;
Ακούω να λες

Τα σώβρακα του επαναστάτη δεν πουλιούνται
Είναι πάνω απ’ τα κέρδη
Πάνω απ’ τους ανθρώπους
Οι οποίοι είναι πάνω απ’ τα κέρδη
Τα οποία είναι πάνω-κάτω τα ίδια

Είμαι τόσο βέβαιος για την αθωότητά μου
Που δε μπορώ ν’ ανασάνω

Ο χρόνος που σου χάρισα
Μου φάνηκε κενός
Έλα να σε βαφτίσω
Να γίνω και νονός

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.

Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, από την “Απορία του Τσιν”

Πώς σε λένε, είπαμε; με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.

Χθες το βράδυ ο Τσιν σκέφτηκε λίγο
παραπάνω
και
βραχυκύκλωσε.

Και αύριο μέρα είναι,
είπε.

Ο Τσιν ήθελε να πιει μαζί της.
Μου το είπε ένα βράδυ που ήταν
σίγουρος γι’ αυτό.
Το είπε και σε αυτήν που το χαμόγελο δεν
μπορεί να ξεχάσει εύκολα·
τον έγραψε.

Τώρα που είναι μακριά τη σκέφτεται πιο
συχνά,
μου είπε σε μια στιγμή σπάνιας
ειλικρίνειας.

Το είπε και σε αυτήν.

Έμμεσα.

Δεν άλλαξε κάτι,

άμεσα.

Το πας καλά;
τον ρώτησε αυτή.

Εκείνος της αποκρίθηκε αναλόγως και
αντέστρεψε την ερώτηση.

Του είπε πως

και εμένα μου αρέσουν όσα κάνω και τα
πάω πάρα πολύ καλά, καλύτερα από
οποιονδήποτε στην ηλικία μου.

Τότε ο Τσιν της αποκρίθηκε πως υπάρχει
ελπίδα αν κάνει κι άλλα.

Ο Τσιν παραδέχτηκε τα λόγια
του μεγάλου αρχιτέκτονα
και είπε πως
ναι,

το χιόνι είναι κόκκινο.

*Από τη συλλογή “Η απορία του Τσιν”, Εκδόσεις Σμίλη, Οκτώβρης 2019.