William Carlos Williams, Απολογία

Σήμερα γιατί γράφω;

Η ομορφιά των
τρομερών προσώπων
της ανυπαρξίας μας
με υποκινεί:

γυναίκες έγχρωμες
εργάτες —
έμπειροι και γερασμένοι —
γυρίζουν το σούρουπο στο σπίτι
με τα ρούχα βγαλμένα
πρόσωπα ίδια
με παλαιά Φλωρεντιανή βελανιδιά.

Επίσης

τα κομμάτια που
συνθέτουν τα πρόσωπά σας με υποκινούν —
ανώτατοι πολίτες —
μα όχι
με τον ίδιο τρόπο.

*Από το βιβλίο Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα», Εκδόσεις Ηριδανός, 2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Πενθήματα του έρωτα

Francois Kollar

Πως η απουσία μετριέται με χτυπήματα
στις ρίζες της απτικής μου δεινότητας
κάτω από επτά στρώσεις
εγχειρισμένες με βελόνα και κλωστή
και με την επιδεξιότητα μιας εκκολαπτόμενης
λεπτοχειρίας

Πως ο χρόνος τεντώνεται
πάνω σε σκοινί επιβεβλημένης ισορροπίας
που λυγάει το βήμα και αγκαλιάζει
με το πέλμα σύρματα στιγμών,
το πάτημα ακούσιος ταξιδιώτης με τη δίψα της
αεναότητας

Πως το πένθημα σκεπάζει τον νου
που πίσω από την κουίντα
απεργάζεται την επιβίωση με
τα δάκρυα ν’ αφορίζονται το εδώ και τώρα,
να στεγνώνουν στον πυρωμένο ήλιο της
συναίνεσης

Πως ο έρωτας φουντώνει σαν τον άνεμο
στήνοντας χορό στις βουνοπλαγιές
και τους χρόνους παρασέρνοντας
στην παρεστιγμένη παύση των ζευγαρωμένων σημύδων,
της αλόγιστης απουσίας σου
συρίζοντας την αρχή του
πενθήματος

Πόπη Αρωνιάδα, Τρία ποιήματα

VIII

…δεν έβαλα
κουρτίνα στο παράθυρο
η αντηλιά κρύβει καλά
σκληρών γονιδίων χαρακιές
σε τόσες απόπειρες ζωής
δε χρειάζονται
σούρες ειλικρίνειας
για να φυτέψω
ένα κερί στα σκέλια
τη μήτρα του μυαλού μου
να φωτίσει το πρώτο σούρουπο
πεσμένη μπρούμυτα σε δρύινη σάρκα
μετρώ αγκαθωτές ατέλειες
και ρόζους
δίνοντας νόημα στη ζωή ευτυχώς,
δεν έβαλα κουρτίνα
στο παράθυρο
λένε πως παύεις να υπάρχεις
αν κανείς δε σε βλέπει
φλέγομαι να θαφτώ γυμνή
να είμαι ολόκληρη ορατή…

ΕΝΤΕΛΩΣ ΓΥΜΝΗ

***

XXVI

…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…

ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ

***

XLVI

…μακραίνω παράφορα
στον απέναντι τοίχο
σκιά ανατολής
φορτωμένη γαλάζιες ελπίδες
η φαντασία έσβησε δειλά
αφήνοντας στα χέρια μου
πολύχρωμο το σπέρμα της
Η κατάρρευση δεν είναι απαραίτητη
η συντριβή μπορεί να είναι
το κατρακύλισμα στην παραίτηση
Ίσως αύριο προλάβω
ν’ ανοίξω το παράθυρο στις πανικόβλητες μύγες
που κολλάνε στο τζάμι…

ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ

*Από τη συλλογή «ΠΟΚΈ», Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα 2019.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Memoria interna

Φώτο: Valli Poole

Δεν υπάρχει δάσος στο έρμο βουνό
Όπου το γεράκι να ζει
Αρμονικά με τους κυνηγούς•ούτε
Και καλαμιώνας
Όπου το βατράχι να χαρίζει
Δωρικά τραγούδια στο νερόφιδο.
Είναι όμως τόσο έξω φρενών
Που το θυμάμαι ακόμη(ενώ
Η ψυχή αρχίζει σιγά σιγά να γερνά)
Ότι οι δυο μας περάσαμε κάποτε
Καιρούς και καιρούς
Και τα μισά των καιρών σ’ ένα στενόχωρο σπίτι
Μιλώντας με κραυγές που ακόνιζαν μαχαίρια
Σα δυο εχθροί μανταλωμένοι χρόνια στα σίδερα
Που δεν μπορούν ν’ ακούσουν
Καμιάς λέξης την ευωδιά
Ούτε κανένα γλυκό τραγούδι
Από την καρδιά τού λωτού•
Τα υπόλοιπα τα πήρε μαζί του
Το βαθύ ποτάμι των λυγμών και τού γέλιου•

Αποδοκιμάστε*

το Ταχυδρομείο τον Φρανκ Μπράνγκγουτν τον Ρόμπερτσον Νίκολ τον Ατδ. Πενυφέδερ τον Γκαλογουέτ Κάτλ
(Καμπάνες) (Τσαμπιά Σταφύλια)
τον Επίσκοπο του Λονδίνου και όλους τους απογόνους του τον Γκαλσγουόρθτ τον Πρωτοπρεσβύτερο Ιντζ τον Κρότσε τον Μάθτους τον Ατδ. Μέγερ τον Σέτμουρ Χτκς
τον Λάτονελ Καστ τον Τ. Μπ. Φράτ τον Μττέργκσον τον Αμπντούλ Μπαχάτ τον Χώτρεύ τον Έντουαρντ Έλγκαρ τη Sardlea
τον Φίλσον Γτανγκ τη Μαρί Κορέλλτ τον Γκεντς την Codliver Oil τον Στ. Λόε Στράτσεϋ το Lyceum Club τον Ραμπτντρανέθ Ταγκόρε τον Λόρδο Γκλένσονερ του Γκλεν τον Βάτντγκερ τον Νόρμαν Έτντζελ τον Ναύαρχο Μαχόν τον κ. κατ την κα Ντήρμερ τον Μπίτσαμ την Έλλα
(των χαπτών, της όπερας, τον Τόμας)
τον Α. Κ. Μτχένσον τον Σίντνεϋ Ουέμπ
τη Βρετανική Ακαδημία τους κυρίους Τσάτιελ
την Κόμισσα του Ουόργουτκ τον Τζωρτζ Έντουαρντς
τον Ουίλτ Φερράρο τον Πλοίαρχο Κουκ τον Ρ. Τζ. Κάμπελ την οτκ. Θέστνγκερ τον Μάρττν Χάρβεϋ τον Ουίλλταμ Άρτσερ
τον Τζωρτζ Γκρόσμτθ τον P. X. Μπένσον
την Ανντ Μπεσάντ τον Τσέντλ την οτκ. Μέτνελ τον Πατέρα Βώχαν τον Τζόζεφ Χόλμτχρουκ την οτκ. Στράτσεϋ

*Αυτοί που αποδοκιμάζονται ποικίλλουν από περιπτώσεις μεμονωμένων ατόμων, όπως ο Αγγλος αστέρας του κρίκετ Τσαρλς Μπέργκες Φράτ, που δεν κουραζόταν ποτέ να προβάλλει τον εαυτό του, μέχρι περτπτώσεις αποδοκιμασμένων, προφανώς γτα τη χαρά της αποδοκιμασίας και μόνο, όπως η Codliver Oil. Ακόμη, αποδοκιμάζονται θεσμοί ή μέλη του κραττκού, λογοτεχνικού ή πολτιτστικού κατεστημένου (για παράδετγμα, το Ταχυδρομείο, πολυύμνητο πρότυπο της βικτωριανής αποδοτικότητας, και η Βρετανική Ακαδημία, που ιδρύθηκε το 1902 από το Βασιλικό Καταστατικό ως Εθνική Ακαδημία Ανθρωπτστικών και Κοινωνικών Επιστημών), συμπεριλαμβανομένων και ηγετιτκών μορφών του κλήρου και του δημόσιου βίου, όπως: ο Επίσκοπος του Λονδίνου’ ο Ουίλλταμ Ραλφ Ιντζ, Πρωτοπρεσβύτερος του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Παύλου’ οι Αιδεσιμότατοτ Πενυφέδερ και Μέγερ’ ο Ρ. Τζ. Κάμπελ, Άγγλος βροβιανιστής Πάστορας στον Ναό της Πόλης του Λονδίνου και πανθεϊστής’ ο Καρδινάλιος Χέρμπερτ Βώχαν, Αρχιπίσκοπος του Ουεστμίνστερ και Ηγούμενος της Καθολικής Ιεραποστολικής Κοινότητας’ ο Νόρμαν Έτντζελ, φιλετιρηνιστής Βρετανός οικονομολόγος’ ο Αρθουρ Κρίστοφερ Μπένσον, διευθυντής στο Κολλέγτο του Ήτον και συγγραφέας της ωδής για την τελετή στέψης του Εδουάρδου Ζ’. Περιλαμβάνονται, ακόμη, κριτικοί εχθρικά δτακείμενοτι στην αβανγκάρντ, όπως: ο Ουίλλιαμ Άρτσερ, κρτττκός θεάτρου γτα την επτθεώρηση Nation’ ο Σερ Ουίλλιαμ Ρόμπερτσον Νίκολ, εκδότης βιβλικών κειμένων και κρτττκός λογοτεχνίας, περιστασιακά’ ο Λάτονελ Καστ, διευθυντής της National Portrait Gallery και συνεργάτης του Λεξικού Εινικής Βιογραφίας κ.ά. Επίσης, αποδοκιμάζονται καλλιτέχνες και συγγραφείς, τους οποίους οι βορτικτιστές θεωρούν ελάχτιστα ταλαντούχους, παρά τη δημοτικότητά τους, όπως: ο ζωγράφος Φρανκ Μπράνγκγουιν, η ποτήτρια Έλλα Ουίλλερ Ουίλκοξ, οι ηθοποτοί Τζωρτζ Γκρόσμιθ και Σέιμουρ Χικς, οι συνθέτες Τζόζεφ Χόλμπρουκ και Έντουαρντ Έλγκαρ, καθώς και άτομα που σχετίζονται με «μόδες», όπως: ο Σερ Αμπντούλ Μπαχά Μπαχάτ, ηγέτης της πίστης Μπαχάτ, ή με την ιδεαλιστική κοινωνική αναμόρφωση, όπως: η συγγραφέας Μαρί Κορέλλτ’ ο Σίντνεϋ Ουέμπ, ηγεττκή μορφή της Φαβιανής Σοσιαλιστικής Οργάνωσης’ η Ανντ Μπεσάντ, θεοσοφίστρια κατ σουφραζέτα. Κάποια ονόματα (για παράδειγμα, του Ινδού ποτητή Ραμπτντρανάθ Ταγκόρε) είνατ ανορθόγραφα. Γτα λεπτομερή ανάλυση των αποδοκιμαστών και των επιδοκιμασιών στο Blast, βλ. William C. Wees, Vorticism and the English Avant-Garde (1972).

**Από το “Βορτιστικό Μανιφέστο”, Εκδόσεις Κοβάλτιο, Οκτώβρης 2016. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Χρήστος Ε. Παλαιοπάνος, από το «…ύστερα θα καούν τα σάλια»

IV
“Ούτος εκείνος” της λαχτάρας του αίματος μπορεί

να τον παθαίνει στην αφήγηση που για το «εκείνος»
λέξεις συμπαθητικές — καλημέρα στερημένη μας στέψη

μπορεί ο ήρωας

του empire state το απολλώνειο κεφάλι
εκειδά
μάλλον κι η νίκη
μάλλον

(κι η Χιροσίμα)

κι ανένδοτα το ασθενοφόρο που δαιμονισμένο κερνά
(δίχως μονιά δίχως θωριά

τα πάντα μοναχά: το ομφαλοφόρο
μιλά δαιμονισμένο — κανένας θεατής
γεννά δαιμονισμένο — αλύπητο γεννιέται)

παραγεννιέται ο νικητής
παραγεννιέται ο αφηγητής

δεσμείν και λύειν —
στις παραλύσεις και στις αφηγήσεις 
τον ήρωα τα αφάλια προσπερνούν:

στον ομφαλό του ο αγέρας και στη Silicon Valley
αγέρας
δάφνη στις γλάστρες του χρηματιστηρίου
η δάφνη
κι αυτό το ανθρωπομπάζωμα στο Γιβραλτάρ

Γιορτή
το πέρασμα
από πέρασμα απαντιέται
(απρόσωπη η μάσκα απαθής
πατιέται)

και ούτος ο ανθός της νερατζιάς στην Ευριπίδου
κι αρκεί ((εν έτει 2000))
να κάνει την οδό Ευριπίδου διάσημη: ασπάζονται
οι ενδομήτριοι όλων των περιουσιών χαλασμοί: ο ινδός
ομφαλοφόρος λέει: διάσημοι ας κάνουμε ένα τσιγάρο πάρε
ο φοβισμένος ψιθυρίζει: πόσο;
ο ινδοανθός δεν ψιθυρίζει:
ομφαλοφόροι διάσημοι στον κοινό μας δρόμο άιντε

ζορίζει

ο ήρωας γράφει

το ασθενοφόρο περνά δαιμονισμένο
π.Χ.
μ.Χ.
του κόκκου η αφήγηση αιμάτινη λάμνει

empire state

κι εκείνος
εμπνευσμένη θέαση
διάσταση έγκυρη
(στα βάραθρά της)
εποποιός
(στ’ ασθενοφόρο)
κι αμοιβός

καλημέρα αφεντικό

(το εγκώμιο στην άχλωρη συνουσία περισσεύει). Η θηλή

η θηλή των συμπαθητικών λέξεων
στην απελπισία τους: πού ομφαλοφόρο
το ασθενοφόρο; Η ροή
η ροή του αίματος

αμφιλύκη
(η κουκουβάγια εύλαλη — 2000 — χύνουν οι γύπες)
η λαχτάρα του
κράτος: χειροτονούνται θεοί
οι θεοί
θεολόγοι οπλισμένοι γράφουν: «empire state»

τα αφάλια αντι-λαλούν

κοχύλι Πένθους ούτος στη μουσική της Ευριπίδου — αντιλαλεί
Λάζαρος εκείνος
ο θεατής του

νικητής του — αμήν

μα empire state’s αγωνία: «αγάπη μου
πες μου πως μ’ αγαπάς
(κουρδίζεται τ’ αηδόνι):
μ’ αγαπά»

εκφέρεται το σύμπαν κυρωμένο
από τη θεϊκή ερωτική

(κεφαλαιοποιητική)

ουτος εκείνος μπορεί
(στον ομφαλό τους το απόθεμα των ομφαλών) — «ωκεανέ

ωκεάνειοι θα βρεθούμε — (τρεχούμενα σάλια
όντων προσόντων
της αφήγησης το μελάνι) — θα βρεθούμε

λάμνουμε
την πλώρη μας ζήσε — (τα χέρια
στο τιμόνι) — την πλώρη μας ζήσε

(γραμμένη μαυλιστική
μετρημένη σπαρακτική — χαίρεται Μίδα) — τα χέρια μας
στο τιμόνι»

δαιμονισμένο το ασθενοφόρο περνά. Κι όντως

κι εξορισμένη
από τη διάσταση του αφηγητή της η πλώρη

δαίμονας κεντρίζει
των ομφαλών — στην Ευριπίδου οργιάζουν
μια χούφτα αγριοφράουλες μικρού κοριτσιού η γιορτή
στην πλώρη
ξανασαίνοντας
στον ωκεανό. Κι όμως
μάννα αγάμητα
στην αφήγησή του
θεατής του
για μιαν αγάπη
νικητής του
μιλά
στο τιμόνι
αγγίζοντας
τον ωκεανό
κανονίζοντας
στη διάστασή του
την πλώρη

μ ανασες νομικές
empire state’s
θεολόγος οπλισμένος γράφοντας

το είδωλό του
(πού ομφαλοφόρο το ασθενοφόρο;)

στ’ ασθενοφόρο
Αγωνιώντας

τραγουδιστά
στο ομφαλοφόρο

ούτος εκείνος
της λαχτάρας του αίματος στην αμφιλύκη των απαντήσεων εντός
των ομφαλών που στέφονται αέναες προπόσεις των επαναστατικών
στο ον περασμάτων της μνήμης των μελλούμενων ομφαλών

στους ομφαλούς

στην πλώρη κεντρίζοντας
τον δαίμονα ωκεάνειοι…

*«…ύστερα θα καούν τα σάλια», Εκδόσεις Ηριδανός, Μάιος 2010.

Μαρία Πανούτσου, Είναι απλό το τραγούδι μου

Μήπως σας θυμίζει κάτι αυτό;
δείχνει ένα πανί
Μήπως αυτό σας θυμίζει κάτι;
δείχνει ένα μικρό πιθάρι
Μήπως αυτά τα πέδιλα, σας θυμίζουν κάτι;
δείχνει μια φωτογραφία
Μήπως κάποια από αυτά τα μέρη, σας θυμίζουν κάτι;
δείχνει φωτογραφίες από διάφορες πόλεις της Ευρώπης.

Με πονάνε αυτά τα μέρη. Στο καθένα, έχω αφήσει κάτι από μένα. Μην με χωρίζεται από τα μέρη που πέρασα, μην τεμαχίζεται την ζωή μου, αφήστε όλα τα κομμάτια μου, όσα η μνήμη μου επιτρέπει να θυμάμαι.
Πέρασα κάποτε από εδώ και το κράσπεδο αν μιλούσε, θα έλεγε τι αισθήματα είχα τότε, θα έλεγε, τα λόγια μου, τους ήχους που έβγαζα, πως μίλαγε το βλέμμα μου.
Θα έλεγε πως όταν ήμουν μόνη και περπατούσα και χάζευα και έβλεπα και επισκεπτόμουν κι’ όλα αυτά μόνη, ήμουν χαρούμενη και πλήρης. Και ότι μόνη ή όχι μόνη, η ανυπομονησία δεν με άφηνε γι’ αυτό ήθελα να κοιμάμαι πολλές ώρες γιατί μόνο τότε, η ανυπομονησία ξεκουραζόταν και αυτή.
Το τραγούδι αυτό, που σας λέω μιλάει για την αγάπη μου. Αυτά τα μέρη είναι πιο ισχυρά από την αγάπη μου, αυτά τα μέρη, έχουν την ιστορία τους, με περιέχουν, αυτό είναι πιο δυνατό από την αγάπη για έναν άνθρωπο.
Γι’ αυτό τραγουδώ.
Μήπως αυτό το μέρος σας θυμίζει κάτι;
δείχνει μια φωτογραφία
Είναι το μέρος που ήμουν καθισμένη και έβλεπα τον ουρανό, ή σκεπτόμουν την σιωπή.
Έπειτα ήρθε η τύφλωση, όχι κάτι τραγικό, να.. ένα ανακάτεμα από χρώματα.

Στρίψε και άσε με.
Φύγε και ξέχασέ με.
Τα πάντα εδώ γύρω.
Το πεζοδρόμιο απ’ έξω.

Ανάσκελα και ο σκύλος
Το ντέφι γυρνάει πίσω.
Τα κουδούνια του Θησείου.
Κρύψε, σήκωσε το σεντόνι.
Κρύψε ό,τι είναι σκορπισμένο.
Λάμπουν τα γραψίματα.
Τα μάτια άδεια.
Ανατριχιάζει το κρύο
Πινελιές στο τζάμι.

Μνήμες 1989-2019

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ηλίθια Κοκκινοσκουφίτσα

Ακόμα και τώρα που σε κοιτάζω με τόση αγάπη
δεν γίνεται να μη βλέπεις τον θυμό που τα μάτια μου γερνά.

Ακόμα και τώρα που ακούω την κάθε σου λέξη
δεν γίνεται να μη βλέπεις το ξεραμένο αίμα στ’ αυτιά μου.

Ακόμα και τώρα που σε αφήνω να με αγγίξεις
δεν γίνεται να μη βλέπεις τα χέρια μου πώς τρέμουν.

Ακόμα και τώρα που με φιλάς στα χείλη
δεν γίνεται να μη νιώθεις τα δόντια μου.

Μείνε μακριά, Κοκκινοσκουφίτσα.
Έχουμε κι οι δύο μάτια
και αυτιά, και χέρια, και χείλη, μα

εσύ
θέλεις να με γευτείς
κι ύστερα να πάμε βόλτα στο δάσος, και

εγώ
εγώ
εγώ
εγώ θέλω να σε φάω ζωντανή.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα πιο πέρα (ένα εκτός εποχής, ένα πάντα επίκαιρο) (Άνοιξη, μετά τη βροχή)

I ποίημα

Άνοιξη, μετά τη βροχή…
Το χώμα εύφορο, μαλακό,
εύπλαστο σαν νέα ζωή.
Πράσινη μικρή όαση παίρνει το μάτι σου
στα κίτρινα φώτα της πιλοτής,
ξάγρυπνα κι άψυχα.
Επιστροφή.
Πίσω από μια Παναγιά ένα ροδοπέταλο
πεσμένο, μωβ∙
τέσσερις τα ξημερώματα.
Ο φάρος του απορριμματοφόρου
χρωματίζει τους τοίχους
έξω απ’ το υγρό ακόμη παράθυρο.
Ντυμένα τα σπίτια γύρω
περιμένουν την αυγή.
Και ξάφνου έρχονται στο νου ψυχές
που λησμόνησαν τις λέξεις.
Ποια άνοιξη να ονειρεύονται του κόσμου ετούτου
οι απορριφθέντες
που δεν γνωρίζουν τώρα εποχές, επιστροφή∙
μόνο πόλεμο;
Άνοιξη, μετά τη βροχή…
Κάποιοι ουρανοί δεν έχουν πια χρώματα.

20/04/2019

*Πρώτη δημοσίευση εδώ https://exitirion.wordpress.com/2019/05/28/vasilis-nikolopoulos-1poem/

(Ο Άνθρωπος ενώπιον του θανάτου) Εσύ

Η νοτισμένη σου αύρα
Αυτή η μισαλλόδοξη ομορφιά σου
Ποιο δάκρυ λευκό
να προσβάλει τον μανδύα σου
καθώς μοχλεύεις το αύριο
Εσύ
Το σίγουρο του μέλλοντος φιλί
Αυτή η Θεία συνάντηση
που δεν σε αρνήθηκε
Εσύ
Τρομερέ επιστάτη
που μια μέρα δεν έλειψες
δηλώνοντας ασθένεια
Εσύ
Εραστή των ονείρων
που κρεβάτι δεν γνώρισες
μα σε νιώσανε οι έφηβοι
απ’ τα σανίδια τους
τους ρόζους να ρουφάς
Εσύ
Που τη ζωή λάτρεψες
σαν χαμένη πατρίδα
Πες μου,
θες να μιλήσουμε για ήττες;

8/11/2018

*Πρώτη δημοσίευση εδώ https://surrealistsalonik.wordpress.com/2018/12/03/%ce%bf-%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%82-%ce%b5%ce%bd%cf%8e%cf%80%ce%b9%ce%bf%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b5%cf%83%cf%8d/

**Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο περιοδικό «ΚΛΙΒΑΝΟΣ» – επιθεώρηση γραμμάτων και τεχνών – Υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσσαλονίκης,εκδόσεις ΡΩΜΗ.

###Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://pernontasmeportokali.wordpress.com/2019/10/31/%ce%b4%cf%8d%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%b9%ce%bf-%cf%80%ce%ad%cf%81%ce%b1-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82/

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες ΙΙΙ

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων

ΑΙΓΑΙΟ
Μικρά, αθώα, πεινασμένα
όλο μάτια
τρέμουν, κρυώνουν
ξαφνιασμένα απορούν.
Από το αίμα της σφαγής πλυμένα
αλατισμένα
έτοιμα σε αλουμινόχαρτο να τυλιχτούν.

Θυσία αιματηρή
στης νέας θεάς Πατρίδας τον βωμό.

– Σφαχτάρια
ξεβρασμένα από το κύμα,

ξεκουραστείτε απόψε μες στο ποίημα!

Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ
Το κάστρο χτίσαμε στη νήσο των Μακάρων
και βίον ανέφελο διάγουμε ολημερίς.
Διψάμε και αρμέγουμε δρόσον εωθινή.
Ώρα μεσημβρινή.
Πεινάμε.
Ρίχνουμε κάδο κι αλιεύουμε τον επιούσιον ιχθύ.
Πλήττουμε, αναρριχώμεθα στον ουρανό.
Όλα γαλήνια κυλούν στης υπερτάτης πλησμονής τη νήσο.

Μα εσχάτως τώρα
τη μεσημβρινή ραστώνη
ταράσσουνε
των γλάρων οι κρωγμοί
φωνές απόγνωσης απ’ την απέναντι στεριά
“Καιγόμαστε, πνιγόμαστε, βοήθεια!”
οι μηχανές των μισοβουλιαγμένων λέμβων
νηπίων κλάματα, μητέρων οιμωγές
κι ο ρόχθος των πνιγμένων.

Όμως, εδώ στη νήσο των Μακάρων
βουλώνουμε τ’ αυτιά μας με κερί
κι απολαμβάνουμε
τον τρυφηλό μας πάντα βίο.

Μονάχα, Θε’ μου, μη σωθεί, μη μας τελειώσει το κερί!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ
Από την ποιητική συλλογή Λιγοστεύουν οι λέξεις, εκδόσεις Μελάνι

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Κλάδεψαν τις φτερούγες μας
τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν
επανειλημμένα
αποτρόπαια

Πορευόμαστε
κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα
νέο ξερίζωμα απειλεί

Και με κομμένες τις ρίζες
θα σταθούμε όρθιοι
και με σπασμένα κλαδιά
θ΄ανθίσουμε
Γιατί ότι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας
Οι ρίζες φύτρωσαν εντός
μας κρατάνε στέρεα σ’ ελπίδας έδαφος
Τα φύλλα στο φυλλοκάρδι μεγάλωσαν
τα λουλούδια ανθήσαν στα μάτια
Ο σπόρος στο δάκρυ και στο χαμόγελο μέστωσε

Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν
και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ – ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πληγή αναβλύζει μέσα μου λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ‘χάσαν το ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
“Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι” *
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο

* Σεβιλλιάνικο νανούρισμα

ΜΑ ΗΤΑΝ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΤΥΧΕΡΟΥΣ
Χαράματα στο ΚΤΕΛ σωρός νέων ανθρώπων περιμέναν
Σκουρόχρωμα πρόσωπα
ανήσυχα βλέμματα σερνάμενα κορμιά
ελιές σταφιδιασμένες πρόωρα
Σ’ άλλους η αγωνία κουνιόταν πίσω μπρος
άλλοι ανακούρκουδα την είχαν καθισμένη
Ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες
έγερναν στα γόνατα στον τοίχο
σε κάποιο μπράτσο ν’ αναπαυτούν
Εκεί στης Ειδομένης τη γραμμή τους είδα
γλυπτό ιερό σ’ εναγκαλισμό ενύπνιο
Γυναίκα όμορφη στον ώμο νέου άνδρα
έγερνε το κεφάλι στην κόγχη του λαιμού του
Αυτός με το ένα χέρι την αγκάλιαζε
με το κεφάλι του άγγιζε το δικό της
και το άλλο χέρι άπλωνε στρώμα για το παιδί
Δύσκολος δρόμος μέχρι να φτάσουν ως εδώ
ακόμα πιο δύσκολος φάνταζε μπροστά
Μα ήταν απ’ τους τυχερούς

ΕΛΕΝΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Στη φλέβα της πέτρας, εκδόσεις Βακχικόν

ΤΡΥΠΙΑ ΜΑΤΙΑ
Στον Βαλεντίν
Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.

Το δικό σας σάρκινο δέρμα νoιαστείτε.

ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΦΩΝΗ ΝΑ ΜΙΛΩ
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κράδαινε εμπρός μου
ο Άμλετ)

ΚΡΑΤΗΡΕΣ ΥΦΑΙΣΤΕΙΩΝ
Η γη τους επίπεδη
σαλεύει στον γκρεμό
σέρνεται πάνω στα βράχια.
Στις λακκούβες των δρόμων καθρέφτες
κρατήρες ηφαιστείων
για τα μετέωρα πλάσματα του παράλληλου κόσμου.

Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα\στη λάσπη των ανθρώπων

ΑΤΙΤΛΟ
Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ΄τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
Παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
Και υπαγορεύουν
Το τελευταίο ποίημα.

ΑΝΝΑ Ε. ΠΕΤΡΑΚΗ
Από την ποιητική συλλογή Ζωή σε 9/8…, εκδ. Κάκτος

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΡΗΜΙΑ
Πώς άντεξες πουλί να γίνεις διαβατάρικο
μέσα και έξω από τη φωλιά σου πολιορκημένο;
Παιδί σ’ αλλοτινά χαμόσπιτα ή σε παλάτια
στον τόπο που σε λίκνισε
η μάνα σού υποσχέθηκε
τριαντάφυλλα εκατόφυλλα
και μια ζωή μετάξι
Μα εσύ οσφραινόσουνα μονάχα
του πολέμου τον αχό

Τώρα κοιτάς απορημένο
πιασμένο στου φόβου τ’ αγκίστρι
καράβια ναυαγισμένα
σωτήριες λέμβους που σε περιθάλψανε
ένα σκισμένο καραβόπανο στα χέρια
τα τρένα που σ’ απόθεσαν
σε έρημους σταθμούς

Μίσησες τα παραμύθια που σε νανούρισαν
τους ακυβέρνητους δρόμους που σε προδώσαν
τους ουρανούς που πρόσμενες
και δεν τους διάβηκες ποτέ

Πήρες στα χέρια σου φωτιά
Σαν τελευταία παράσταση
έκαψες πάνω στο συρματόπλεγμα
αμετανόητα όλα τα όνειρά σου

Αλυχτάνε οι πληγές
κάτω από τα αγέλαστα φεγγάρια της θάλασσας
Μέσα στα άδεια μάτια σου
έκπτωτοι άγγελοι
συγχώρεση
-για την εκδίκηση-
ζητούν

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΙΔΟΜΕΝΗ
Χαρτί η ζωή αετός τα ονείρατα πυξίδα η ουρά Αμόλα καλούμπα σφίξε καλούμπα Ξέφτισε η ουρά Τ’ απόνερα την τσάκισαν του ανέμου Φευγάτα σπίτια έρημες αυλές κιόσκια, παγκάκια διαλυμένα τρενάκια κούκλες ξεχαρβαλωμένες δέντρα με έρημη σκιά μονοπάτια βουνά σύνορα κλεισμένα βροχές πλέγματα σιδερένια παπούτσια ξεσκισμένα λασπωμένες σκηνές Ολάκερη η πρότερη ζωή σου περνάει εμπρός σου σε ριπές Αχόρταγος ο τρόμος σου καταπίνει την ελπίδα Σε μια εικόνα σου ασφυκτιά του θεατή ο φόβος Ο οίκτος πιότερο γεμάτος μ’ ενοχές παρά με καλοσύνη γράφει επάνω στα συντρίμμια του διωγμού σου μπαλάντα πνιγερή Εν ονόματι της Ιστορίας αλαλάζει ο πόνος εν ονόματι της Ιστορίας παραμονεύει παντού ο θάνατος -Κράτα λίγο… Πέτα ακόμη λίγο… -‘Επεσε ομίχλη. Πού είναι το χέρι σου; Μείνε στο πλάι μου Χειρότερο δεν είναι άλλο από τη μοναξιά Εκεί ψηλά που ονειρεύομαι κάνει τόσο κρύο…

Ανθολόγηση:
στίγμαΛόγου

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Στίγμα Λόγου στο: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/11/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29