Γιώργος Ζησιμόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΡΩΡΑ

Απόψε θα ταξιδέψω
χωρίς πανί
χωρίς αστέρια.
Μόνο με το σφυγμό σου
κι ένα παράθυρο
στο στήθος σου
ανοιχτό
να ξαγρυπνώ τη μνήνη.

***

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Στην αρχή τρελαινόμουν να νιώθω.
Μετά ένιωθα ότι τρελαινόμουν.
Προβλέπω τη συνέχεια
σε χρόνο Υπερσυντέλικο.

***

ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Όταν γνωριστήκαμε
ήθελες
έναν άνθρωπο
να περάσει ο καιρός
και εγώ
έναν άνθρωπο
να περιμενω.
Έτσι
γίναμε
αγνώριστοι.
Με τον καιρό.

***

ΟΛΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΔΥΟ

Όταν μ’ εγκαταλείψει
το άπειρο
από τα χείλη σου
θα κρεμαστώ
να σώσω
την ορμή μου.

*Από τη συλλογή “Αφήλιον ήμαρ”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2017.

Benjamin Peret, Δύο ποιήματα

Ο Benjamin Peret με την Remendios Varo, Villa Air-Bel, Μασσαλία, χειμώνας 1940-41.

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΑΝΟΣ ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΑΧΝΙ

Εάν είχα πάνω στο κεφάλι όλο τον σανό που έχω κόψει
που έχω κόψει στα τέσσερα
θα είχα μια κόμη αυγής και φρέσκου βουτύρου
όμως ο κομμένος σανός πηγαίνει στο ποτάμι
όπως το φτερό στον άνεμο
Το ανεβαίνει και το κατεβαίνει
χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει
και τα πλοία που τον καταδιώκουν δεν θα τον φθάσουνε ποτέ
γιατί ο κομμένος σανός έχει φτερά
φτερά που τον οδηγούν όπου να είναι
μέσα στα μέγαρα και τις φυλακές
μέσα στο αφτί των κουφών
μες στον λαιμό των θανατοποινιτών
πάνω στους επιφανείς τάφους
και μες στα επιχορηγούμενα θέατρα

Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος

*

ΦΤΩΧΟ ΣΤΑΡΙ

Ο βασιλιάς έλεγε στο λαό του
Να βάλουν όλοι το ‘να πόδι στη γη
και να καρτερούν τ’ άλλο ν’ ανθίσει
Και τα πόδια τεντωμένα βγήκανε μες απ’ τα στάχυα
ωραία σα ρολόι που χάνει ώρα
Ισορροπούσαν στις πνοές του βασιλιά
Σαν πλοίο παμπάλαιο
και τα κεφάλια τους συγκρούονταν
με τον κρότο σκελετού που κατεβαίνει πέτρινη σκάλα

Έτσι σκεπτόμενος πως ο λαός του ήτανε ώριμος σα στρατηγός
ο βασιλιάς σηκώθηκε απ’ το θρόνο του
χαστούκισε τη βασίλισσα
και παίρνοντας το δρεπάνι το έμβλημά του
τον ψιλόκοψε τόσο
π’ ο άνεμος πήρε για πάντα
ένα σύννεφο σκόνης λευκής

*Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης

*Από το βιβλίο “Αφισσοκόλλησις”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2007. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος – Νίκος Σταμπάκης.
**Εδώ τα πήραμε από τη σελίδα της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών στο facebook.

Ρογήρος Δέξτερ, από τις “Σχεδίες”

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Όνειρο στο Everglades (Γ’)

Εκείνη τη συντροφιά των τρελο-Ιρλανδών
Που ούρλιαζαν για τον παροπλισμένο I.R.A.
Τσουγκρίζοντας ποτήρια μαύρης μπίρας
“Ορόν-νε-Βηίν” τραγουδώντας
“Amhran-na-bhFiann” σα βροντή
Κεραύνια στ’αφτιά μου ( “- Αφήστε
Τους Άγγλους να βράζουν στο ζουμί τους!”)•
Εκείνα τα μεθυσμένα λόγια
Όταν πάνω στο αφρισμένο ποτό
Μιλούσαν με θέρμη για τον τόπο τους
Των μυστικών χρωμάτων και τα μέρη
Τής ομίχλης των καλών ξωτικών
Και άλλα όνειρα στη φυλλωσιά
Φιόνα Ελέανορ Πάτρικ και πρώτα εσύ Jill
Αγαπημένο αερικό φωνή νεράιδας
Που σε νερά κρυστάλλινα λούζεσαι ακόμη
Στις όχθες παραμυθιού όπου για λίγο έζησα
Δεν ξέρω γιατί – πόσο παράδοξο, Θεέ μου –
Αλλά τα νιώθω
Σπασμένα γυαλιά μέσα στα μάτια μου.

***

Αυτοσχέδιο στην άκρη τού μπαρ

Ενώ ρωτιόταν τί γυρεύει πάλι
Με αυτά τα χαμένα κορμιά
Που παίζουν στα ζάρια την ψυχή τους
Αναμμένοι εδώ κάτω
Απ’ τό νερό τής φωτιάς
Κοιτάζοντας λοξά το στήθος τής γκαρσόνας και
Πόσο γλυκά γυμνώνονται
Οι καρποί των εσπερίδων, ναι
Τί στην ευχή γυρεύει
Ο ηλίθιος με όσους γδέρνουν αισθήματα
Ή θα ξεπουλούσαν δίχως οίκτο
Ακόμη και τη μάνα τους
Στα κωλοχανεία τής αγοράς•κι ενώ
Τρωγόταν μέσα του
Ξέσπασε σαν ποτάμι το αίσθημα
Από μια θυμωμένη πληγή
Πως η καρδιά του μοιάζει μήνες τώρα
Πικρή όπως ένα φύλλο ξερό
Σ’ ένα πανέρι με βατόμουρα
Που ανακατώνουν οι σκέψεις
Όταν νυχτώνει•και
Μήπως τελικά
Όλα ήταν όνειρο
Εκείνη να βγαίνει απ’ τά κύματα
Στάζοντας θάλασσα
Κι αυτός να τσαλαβουτά
Στα πιο βαθιά τού ύπνου• αλλά
Ίσως να μη γίνουν ποτέ γεγονότα οι προβλέψεις
Και σιγά σιγά θα χαθούν όσα πίστεψε
Οι φουσκωμένες ιδέες και η άποψη
Ότι σε κάθε γωνιά περιμένει η Μοίρα
Για το καλό που σκέφτηκε να κάνει
Σε αγνώστους ξαπλωμένους στο πεζοδρόμιο
Σε γνωστούς που έψαχναν καιρό
Να βρουν τον πιο εύκολο τρόπο να πεθάνουν•
Η ψευδαίσθηση ότι δυο άνθρωποι
Αν αφήσουν χάμω τα μαχαίρια
Ή την ερώτηση
“Πόσο νερό κύλησε κάτω απ’ τή γέφυρα”
Θ’ αγαπηθούν ξανά κάποτε
Σα μεθυσμένοι μετά από τόσα μαχαιρώματα.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Μη φοβηθείς

βάλε το κορμί σου εκεί
όπου γουστάρεις
και αν δεν συνάδει κάψ’τους
μη τους αφήσεις να σε πάρουν για τρελό
μη μαραζώσεις
για σένα κόσμος έγινε
για σένα κόσμος πάλεψε
κι ας μη σου φανερώθηκε ποτέ
έχεις ακόμα ρίζες για να ψάξεις
ύστερα να σηκωθείς ψηλά
στιγμή μη φοβηθείς
στιγμή να μη σε νοιάξει
τα δέντρα πώς αντέχουν
που σαν τα κόψεις γδέρνουν
σχίζουν μπετά σχίζουν χαρτιά
σχίζουν μυαλά και σπίτια
δώσε μια γκρέμισέ τα δεσμά σου
να τρελαθείς, να φωνάξεις, να τσιρίξεις
για αυτές που τις έκλεισαν το στόμα
για αυτές που τις αγγίξανε με τη βία
για αυτές που έφυγαν μικρές από λάθη ανθρώπου
για αυτές κι αυτούς που χάνονται και πίσω δεν γυρίζουν
ούρλιαξε για το άδικο
κι αυτά τα τραύματά σου
για το άδικο των άλλων
αυτών που αγαπάς κι αυτών που αγαπάνε
στιγμή να μη τρομάξεις εμπρός στο τέρας
να το πατήσεις κάτω, μη ξανασηκωθεί
πίσω μη δεις και μη τυχόν γυρίσεις
κι όποιος σου πει πως αντιδράς
στάσου απέναντί του
πες του ευθέως τι τραβάς τον θάνατο πολέμα
αν η ζωή ρημάδεψε
κανένας μας δεν φταίει
δουλειές που μας σκοτώνουνε δεν αξίζουν στάχτη
να πάει ο διάβολος σεργιάνι
τους αρχηγίσκους όλους να ραντίσει
κι όποιος στη φύση αντισταθεί
αυτή να του χιμήξει

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ένα σπίτι

Είμαι ένας Βλάσφημος που εξορίζεται από τους Βλάσφημους•
Αιρετικός που εξορίζεται από τους Αιρετικούς•

και για όλα φταίει εκείνη η λέξη:
Σπίτι.

Γιατί πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος
αξίζει ένα Σπίτι.

Όχι, δεν μιλάω για σπίτια, δωμάτια, ή κελιά.
Μιλάω για Σπίτι.

Σε όποιο σπίτι, δωμάτιο, ή κελί κι αν βρίσκεται ένας άνθρωπος
κάθε άνθρωπος αξίζει ένα Σπίτι.

Συμφωνείς; Σε παρακαλώ, ας συμφωνήσουμε και σ’ αυτό:

Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος
ό,τι κι αν έχει κάνει
αξίζει ένα Σπίτι.

Σε παρακαλώ, ας συμφωνήσουμε και σ’ αυτό:

Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος
ό,τι κι αν έχει κάνει
ακόμα κι αν το έκανε πριν πέντε λεπτά
αξίζει ένα Σπίτι.

Κάθε άνθρωπος αξίζει ένα Σπίτι
γιατί δεν έχει γεννηθεί άνθρωπος
που να μπορεί να είναι άνθρωπος
χωρίς Σπίτι•
και δεν μπορώ να δεχτώ
πως υπάρχει κάποιο σημείο
κάποιο σημείο που αφού το περάσεις
δεν σ’ αφήνουμε πια
να είσαι άνθρωπος.

Κάθε άνθρωπος
ό,τι κι αν έχει κάνει
αξίζει ένα Σπίτι:

Να δέχεται αγάπη, να τον κοιτάμε σαν άνθρωπο
ώστε να βλέπει τον εαυτό του σαν άνθρωπο•
να του λέμε πως, αν το επιλέξει,
μπορεί ν’ αλλάξει.
Πως “το κελί είναι μονάχα ένα κελί•
σημασία δεν έχει για πόσο θα σ’ αφήσουν στο κελί•
σημασία έχει ότι ακόμα κι αν γεράσεις στο κελί
εσύ να μη χρειάζεσαι το κελί
για να μπορείς να είσαι άνθρωπος”.

Σ’ έχω κουράσει με τις παραπάνω λέξεις; Σ’ έχω εκνευρίσει;
Σ’ έχω προσβάλλει; Σ’ έχω κάνει να βαρεθείς;
Εντάξει, τότε ξέχνα όσα έγραψα.
Κράτα αυτό. Μόνο αυτό:

Ό,τι κι αν έχεις κάνει
ακόμα κι αν το έκανες πριν πέντε λεπτά
θέλω σε αυτό το ποίημα να βρεις ένα Σπίτι.

Θέλω σε αυτό το ποίημα να θυμάσαι ότι κι ο Εωσφόρος
έχει δικαίωμα να δακρύζει μπροστά στη μουσική.
Κι ενώ δακρύζει, ο Θεός σιωπά•
ενώ δακρύζει, ο ίδιος ο Παράδεισος κηρύσσει ανακωχή.

Ό,τι κι αν έχεις κάνει
ακόμα κι αν το έκανες πριν πέντε λεπτά
σε αυτό το ποίημα θα έχεις πάντα ένα Σπίτι.

Ακόμα κι αν εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρέσω
ακόμα κι αν ο Θεός δεν μπορεί να σε συγχωρέσει
θα σε συγχωρέσει αυτό το ποίημα. Το έχω φτιάξει έτσι.

Κλείσε την πόρτα. Άνοιξε το παράθυρο• το νιώθεις;
Η δροσιά δροσίζει ήδη το δωμάτιο. Σε αυτό το ποίημα έχεις ένα Σπίτι.
Σου έχω στρώσει τ’ αγαπημένα σου σεντόνια. Σε αυτό το ποίημα έχεις ένα Σπίτι.
Πλύσου• ξεφορτώσου το ξεραμένο αίμα•
το δικό σου και των άλλων. Σε αυτό το ποίημα έχεις ένα Σπίτι.
Πέσε να κοιμηθείς. Δες πόσο καθαρός είσαι. Πιο καθαρός κι απ’ τα σεντόνια.
Έχεις ένα Σπίτι.

Ενώ σε παίρνει ο ύπνος, ενώ ξυπνάς:
Άκου. Ακούς; Ακούς
ό,τι εσύ λαχταράς ν’ ακούσεις.
Το νιώθεις;

Είσαι Σπίτι.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Allen Ginzberg, Ποίημα ερωτικό πάνω σε θέμα του Ουίτμαν

Θα πάω στην κάμαρα σιγά και θα ξαπλώσω
ανάμεσα σε νύφη και γαμπρό,
κείνα τα σώματα πεσμένα απ’ την Παράδεισο γυμνά
κι αγωνιόντα,
προσμένοντας, μπράτσα στα μάτια γερμένα μέσα στο σκοτάδι,
θάβουν μέσα στους ώμους τους, τα στήθια τους το πρόσωπό μου,
το δέρμα τους μυρίζοντας, χείλη, λαιμά χτυπώντας και φιλώντας,
την πλάτη ανοίγόντας,
γνωρίζοντάς την,
πόδια ορθωμένα να δεχτούν, ψωλή μέσ’ στο σκοτάδι
πορευόμενη, βασανισμένη, θυμωμένη, εξεγερμένη
όλη, απ’ τη ρίζα της ως με την κορωμένη κεφαλή της,
γυμνά κορμιά φριγμένα, κολλημένα, χείλη καυτά και κωλομέρια
στριμωγμένα και μάτια, μάτια αστράπτοντα, γοητευτικά
ανοιγοκλείνοντας σε βλέμματα κι οργασμούς,
κραυγές, κινήσεις, στεναγμοί, χέρια ορθωμένα, χέρια
σε μπούτια ανάμεσα,
χέρια σε υγρότητα και χείλη απαλά, πάλλoυσα σύσπαση κοιλιών,
ως με να ρεύσει η ασπράδα στων σεντονιών τη δύνη
κι η νύφη για συγχώρεση να κλάψει κι ο γαμπρός
να τυλιχτεί με δάκρυα πάθους και συμπάθειας
κι εγώ να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, τελειωμένο πια απ’ τις τελευταίες
χειρονομίες και τα φιλιά του αποχαιρετισμού —
όλα ετούτα πριν ξυπνήσει ο νους, πίσω από σκιές και πόρτες
κλειστές σ’ ένα σπίτι σκοτεινό
όπου οι ένοικοι γυρίζουν στερημένοι μέσ’ στη νύχτα γυμνά φαντάσματα,
αναζητώντας το ‘να τ’ άλλο στη σιωπή.

*Από τη ενότητα “Σκόρπια ποιήματα” που περιλαμβάνεται στο “Ουρλιαχτό”, Εκδόσεις Ελεύθερο Τύπος, 1987. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας-Δημήτρης Πουλικάκος.

Ειρήνη Παραδεισανού, Να δανειστούμε τις φωνές

Ελάτε ν’ ακουμπήσουμε την άκρη του μυαλού μας με χρυσάφι
Ελάτε να γευτούμε την ανάσα του γκρεμού
Ελάτε να σωρεύσουμε την πίκρα μας
Σε δυο λακκούβες άμμου στην άκρη του δρόμου
Να δανειστούμε τις φωνές
Να γίνουν φτυάρι ατσάλινο
Να θάψουμε τη φρίκη

*Το ποιήμα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού:
http://wwwpareisakth.blogspot.com/2019/11/blog-post_17.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Λεωνίδας Γαλάζης, Ανίατα ρολόγια

«Αιών παίς εστι παίζων, πεσσεύων-
παιδός η βασιληίη».

Ηράκλειτος

Άραγε γνώριζε ο επιστάτης
που κοίταζε όλη μέρα το ρολόι του τοίχου
καταγράφοντας αδιαλείπτως την παραγωγή σας
άραγε γνώριζε
πως οι λεπτοδείχτες εξαπατούσαν τους ωροδείχτες
πως οι δευτερολεπτοδείχτες δεν άντεχαν άλλο
τη μαύρη σκλαβιά και κωλυσιεργούσαν
κι ότι γενικώς το ρολόι
βρισκόταν εκτός ελέγχου;

Ποιος ξέρει αν κι αυτό δεν ήταν προϊόν
ωρολογοπο ιού σιωπηρώς διαμαρτυρομένου
ενός τελοσπάντων
που τρελάθηκε ν’ ακούει μέρα-νύχτα
τους βουρλισμένους χτύπους
εκατοντάδων ρολογιών;

Είπε κανείς στον επιστάτη σας
από τότε
ότι τα ρολόγια τις αυταπάτες μας
μόνο μετρούν;
Κι αν κάνει πως δεν καταλαβαίνει,
γιατί δεν καταγγέλλουμε μονομερώς την εξαπάτηση;
Κι οι ρολογάδες; Με ποιου το μέρος επιτέλους τάσσονται
κι όλο σκύβουν με τους φακούς τους σωπαίνοντας
πάνω από τους μηχανισμούς των ανιάτων ρολογιών;

*Από τη συλλογή “Δοκιμές συγκολλήσεως”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιανουάριος 2003.

Χριστόφορος Τριάντης, Η ήττα της ποίησης

Στάλες ηδονής σκέπασαν τις λέξεις.
Η ποίηση μολεύτηκε
απ’ τις επιδράσεις του σώματος.
Το πνεύμα της ηττήθηκε
απ’ τα μασκαρέματα
και τις απολήξεις.
Φτυαρίστηκε στους περιβόλους
(των ταχυπληρωμών)
και των μάταιων προσδιορισμών.
Ο ποιητής σαν ταγός τής καταλλαγής,
έπλεξε το εγκώμιο του θανάτου,
μιας κι οι ώρες του τέλους
είναι πασαλειμμένες με χρώματα
(κι αρώματα) ηδονικών καταστάσεων.
Πλησίον όμως, των ναυαγίων
(της αθανασίας).

Λαμπρινή Αιωροκλέους, Τα παιδιά του φύματος

Αφροδίσια παντρέματα,
Αποφορτισμένα,
Ανελέητα σχοινιά
Σιαμαία.
Προσανατολισμός ευθύς,
Προς εσένα.

Το φλέμα του ιππόκαμπου διυλίζει τους τρίχορδους μηρούς μου
κληρονομιά αδένα.

Με την κίνηση του αλόγου αναμετράμαι,
σαν πεπτάμενη αστέρα.

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.