Mikhael Guttenbrunner, Με τον τρόπο του Καβάφη

Μοιάζαν με χαλαζία τα μάτια εκείνα,
που έχω είκοσι χρόνια να τα δω
αλλά και πρώτα μόνο λίγο τα είδα:
Γρήγορα έφυγε δουλειά στη Σμύρνη να ‘βρει.

Μουντά είναι πια τα μάτια εκείνα, ίσως και πεθαμένα,
ασχήμηνε το στόμα και το κορμί!
Και μόνο η μνήμη τα κρατά
νεανικά κι αγνά στην ομορφιά τους.

*Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, Έκδοση Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1999. Μετάφραση: Ελένη Τορόση.

Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας (απόσπασμα)

Μια μέρα θα σου πω
πως σε ποθώ, Εκαταρίνα Ζόεβα.
Όχι πως θα σε νοιάξει.
Ούτε κι εμένα δα.
Αλλά, να:
ποιος άλλος ποιητής θα έγραφε
για σένα στίχους…
Ξοδεύτηκαν να γράφουν για τις χώρες τους
και για τις ερωμένες τους
-α, με παρέσυραν κι εμένανε, οι άτιμοι, κάποιες φορές-
μα εσύ, Εκαταρίνα μου,
είσαι ολόιδια
με το καινούργιο σαμπουάν μου,
ένα παράξενο, με μωβ πηχτό αφρό,
που διατείνεται ότι αποτρέπει
το κιτρίνισμα της τρίχας!
Α, θα το μισούσε ο Νερούντα, σίγουρα,
όταν αγάπησε περιπαθώς τα κίτρινά του.

Άκου, Εκαταρίνα:
το έχεις δείξει μάλλον σε πολλούς.
Το Χόλυγουντ σε περιμένει πια
κρατώντας τα συμβόλαια στο στόμα του
-τι ντόπερμαν κι αυτό
ή μάλλον τι γονίδιο
μεγάλων οίκων πόιντερ και σέτερ
και των εν γένει οσμιστών
θηράματος στα τέσσερα.

Πώς μπαινοβγαίνει, κλικ,
ένας φακός, Εκαταρίνα,
στις ανοιχτές σου τις φιλοδοξίες,
κλικ,
στα χείλη τα μικρά και τα μεγάλα,
κλικ,
στο στόμα σου Εκαταρίνα,
κλικ.
Έξι χιλιάδες ποδοσφαιριστές,
ατζέντηδες, χρηματιστές και μπόντυ-μπίλντερς
και άλλοι άγριοι, πρωτόγονοι
μουνιών-κυνηγοί
στα πόδια σου,
Εκαταρίνα, Εκαταρίνα.
Τι έγκαυλα φωτογραφίζεσαι, Εκαταρίνα μου,
in vitro!
Γύρω σου δεν υπάρχει τίποτε,
εκτός από μεταξωτά σεντόνια και εσώρουχα.
Χλιδή, Εκαταρίνα μου,
μονάχα έγκαυλη χλιδή,
ιδρώτας της παραφοράς,
κάθε σταλιά και χίλια ρούβλια.
Και αγκομαχητά εφήβων στο Αφγανιστάν
και στο Κονγκό και στο Ιράκ,
ακόμα και στο Ιλινόις,
Εκαταρίνα, πανσπερμία των φτωχών,
Εκαταρίνα-Χάρυβδη σπερμάτων
των αναπήρων, των ασήμαντων
και των μοναχικών, Εκαταρίνα,
κάθε σταλιά ερωτικών χυμών
και χίλια ρούβλια.

Χαίρε το σιντριβάνι των αυνανισμών.
Χαίρε η καταχύστρα η μεγίστη κάθε πόλης.
Χαίρε των πολιορκητών άνευ αιτίας.
Χαίρε Ελένη διαχρονική.
Χαίρε ο οίστρος ο οργασμικός.

*Άγγελος Ήβος, “Όπως κυλάει ο Λένας”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Lola Ridge, Αναρχική και ποιήτρια

Η Lola Ridge υπήρξε κοντινή φίλη της Emma Goldman και άλλων γνωστών αναρχικών καθώς και γνωστών συγραφέων και ποιητών όπως των William Carlos Williams, Kenneth Rexroth και Marianne Moore. Σε αντίθεση με αρκετούς ριζοσπάστες συγγραφείς του καιρού της είχε ιδίαν αντίληψη και αυθντική εμπειρία από τη ζωή της εργατικής τάξης, την οποία απέκτησε από νεαρή ηλικία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στα χωριά και τις μικρές κωμοπόλεις των ανθρακωρύχων στις δυτικές ακτές της Νέας Ζηλανδίας. Αλλά, πάνω από όλα, αφιερώθηκε στη σύνδεση της avant-garde λογοτεχνίας με την πολιτικήη δράση.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1873, όταν ο πατέρας της ήταν φοιτητής Ιατρικής. Μετά τον πρώιμο θάνατό του, με την μητέρα της εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, όταν η ίδια ήταν πέντε ετών. Η μητέρα της Emma είχε συγγενείς στη Δυτική Ακτή της χώρας αυτής και το 1880 παντρεύτηκε έναν χρυσοθήρα στην Hokitika.

Η έφεση της Lola Ridge στο γράψιμο εμφανίστηκε νωρίς και το πρώτο ποίημά της δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Canterbury όταν ήταν μόλις 19 ετών. Αργότερα άλλα έργα της εμφανίστηκαν σε άλλα περιοδικά της Νέας Ζηλανδίας καθώς και στο Australian Bulletin. Όταν ήταν 22 ετών, η Lola παντρεύτηκε έναν ανθρακωρύχο, τον Peter Webster, που ήταν και συνέταιρος σε ένα χρυσοχοΐο στον μικρό οικισμό του Kaniere, κοντά στο Hokitika. Ο γάμος τους δεν ευδοκίμησε. Ο Webster φαίνεται ότι ήταν αλκοολικός και σε ηλικία 30 ετών η Lola χώρισε και μετακόμισε με τη μητέρα και τον τότε τρίχρονο γιο της στο Σίδνεϊ, όπου σπούδασε Ζωγραφική και συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα αλλά και διηγήματα. Όταν η μητέρα της πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, η Lola και ο γιος της μετακόμισαν ξανά, αυτή τη φορά στις ΗΠΑ.

Εγκαταστάθηκαν στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης και η Lola δραστηριοποιήθηκε στο αναρχικό κίνημα. Το 1909 το ποίημά της «The Martyrs of Hell» («Οι μάρτυρες της κόλασης») εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του μηνιαίου αναρχικού περιοδικού «Mother Earth» («Μητέρα Γη») που εξέδιδε η Emma Goldman.

Η Ridge πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στις ΗΠΑ, και αναδείχθηκε σε διάσημη προσωπικότητα της ριζοσπαστικής λογοτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης. Για να υποστηρίξει τη γραφή της, εργάστηκε αρχικά ως εργοστασιακή εργάτρια, αλλά και μοντέλο καλλιτεχνών. Σύντομα έγινε οργανώτρια του αμερικανικού ριζοσπαστικού εκπαιδευτικού κινήματος, μέσα από το Ferrer Association που ιδρύθηκε από τους οπαδούς του ισπανικού αναρχικού Francisco Ferrer (Σύνδεσμος Ferrer). Από τους πρώτους υποστηρικτές της εκπαίδευσης ως απελευθερωτικής δραστηριότητας, ο Ferrer εκτελέστηκε το 1909 κατά τη διάρκεια ενός πογκρόμ εναντίον του αναρχικού κινήματος στην Καταλονία. Μέσω του Ferrer Association, η Ridge συναντήθηκε με τον David Lawson, έναν νεαρό Σκωτσέζο αναρχικό, μηχανικό στο επάγγελμα. Έζησαν μαζί για δέκα σχεδόν χρόνια πριν παντρευτούν.

Το ζευγάρι έγινε το επίκεντρο της επαναστατικής κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το “μεγάλο, ελάχιστα επιπλωμένο και με κρύο νερό πατάρι … στο κέντρο του Μανχάταν” έγινε σημείο συνάντησης της ριζοσπαστικής διανόησης της Νέας Υόρκης… Η Lola κάθε φορά που πoυλούσε ένα ποίημα ή ένα άρθρο οργάνωνε εκεί πάρτι. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της, «The Ghetto», εμφανίστηκε το 1918 και περιέγραψε τη ζωή των Εβραίων μεταναστών της εργατικής τάξης που έβλεπε γύρω της στην ανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης. Δύο χρόνια αργότερα μια άλλη συλλογή ποιημάτων, «Sun-up», ανέδειξε πτυχές της ασυνήθιστης παιδικής της ηλικίας στην Ιρλανδία και της παραμονής της στους Αντίποδες (στμ. Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία). Τα δύο αυτά βιβλία καθιέρωσαν το όνομά της σε σχέση με τον κοινωνικά αφοσιωμένο ελεύθερο στίχο.

Ενώ η γραφή της θαυμαζόταν ευρέως, η εκπληκτικά έντονη προσωπικότητά της και ο επαναστατικός της ζήλος συνέβαλαν στη φήμη της. Το όνομά της ήταν συνεχώς στην επικαιρότητα. Ήταν από τις πρώτες υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλοφίλων και των μαύρων, των Εβραίων και άλλων ομάδων μεταναστών, και χρησιμοποίησε την ποίησή της για να υποστηρίξει δημόσια και ανοιχτά τις υποθέσεις τους κάτι που πάντα έκανε με πάθος.

Το «Firehead», που δημοσιεύτηκε το 1929, είναι μια μακρά ποιητική αλληγορία για την εκτέλεση των Ιταλών αναρχικών Sacco και Vanzetti. Οι δύο άνδρες κατηγορήθηκαν για ληστεία τράπεζας στην οποία σκοτώθηκαν δύο φύλακες, δικάστηκαν σε μια γελοία δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μια παγκόσμια εκστρατεία και μια πλήρης εξομολόγηση από τον πραγματικό ληστή απέτυχαν να αποτρέψουν την εκτέλεσή τους. Τη νύχτα πριν από την εκτέλεση τον Δεκέμβριο του 1927, η Ridge με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων ξενύχτησε έξω από τη φυλακή του Charleston στη Βοστώνη. Η έφιππη αστυνομία τους απώθησε.

Την ίδια εποχή η Ridge, ανάμεσα σε άλλους, συνεργάστηκε με τον, κατά το ήμιση Ινδιάνο, εργατικό αγωνιστή και μέλος των IWW, Frank Little. Και οι δύο συμμετείχαν ή οργάνωσαν πάμπολλέες διαμαρτυρίες και άλλες εκδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο. Τον Ιούνη του 1917, ο Frank Little απήχθη από μια ομάδα μπράβων, βασανίστηκε και λυντσαρίστηκε μέχρι θανάτου. Η Lola Ridge έγραψε γι’ αυτό το ποίημα «Frank Little at Calvary».

Κατά την ίδια περίοδο της υστερικής καταστολής, ένας άλλος εργατικός οργανωτής, ο εργαζόμενος στα ποταμόπλοια του Σαν Φρανσίσκο, Tom Mooney, κατηγορήθηκε για μια βομβιστική επίθεση που σκότωσε δέκα ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Ο Mooney είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι οι διάφοροι πράκτορες και μπράβοι θα μπορούσαν να διαταράξουν την παρέλαση για να κηλιδώσουν το εργατικό κίνημα. Καταδικάστηκε με βάση καταγγελλόμενη ψευδορκία και πλαστά αποδεικτικά στοιχεία και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που στη συνέχεια έγινε ισόβια κάθειρξη. Η μακρά εκστρατεία για την απελευθέρωσή του έκανε τον Mooney ίσως τον πιο διάσημο πολιτικό κρατούμενο στις ΗΠΑ. Ως μέρος της εξαιρετικά δημιουργικής εκστρατείας υπεράσπισής του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες το 1932, έξι νέοι μπήκαν στο στάδιο με σήματα που έλεγαν «Free Tom Mooney» στις αθλητικές τους προθήκες και έτρεξαν γύρω από το κομμάτι φωνάζοντας αυτό το σύνθημα μέχρι να συλληφθούν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Mooney βρισκόταν στη φυλακή του San Quentin για πάνω από δέκα χρόνια, η Lola Ridge έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν με τίτλο «Stone Face», το οποίο τυπώθηκε και διανεμήθηκε εν είδει προκήρυξης, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες. Έγινε αφίσα και επιγραφή που διακόσμησε χώρους εργατικών συνελεύσεων και συνδικάτων κλπ. Τελικά, ο Mooney απελευθερώθηκε επί προεδρίας Ρούσβελτ μετά από 23 χρόνια.

Η Lola Ridge περιγράφηκε από τον φίλο της και εκδότη ως «ο πιο εύθραυστος άνθρωπος από φυσικής πλευράς και ο φτωχότερος από οικονομικής». Σπάνια η υγεία της ήταν καλή και πέθανε από φυματίωση το 1941, σε ηλικία 67 ετών. Σε μια νεκρολογία στην εφημερίδα «New York Times» χαρακτηρίστηκε ως μια από τις «κορυφαίες σύγχρονες ποιήτριες» της Αμερικής. Η φήμη της αναβίωσε τα κατοπικά χρόνια στις ΗΠΑ με πολλά από τα ποιήματά της να επανεκδίδονται, αλλά είναι ελάχιστα γνωστή στις χώρες όπου μεγάλωσε.

*Η σύντομη αυτή βιογραφία είναι παρμένη από το έντυπο «Where the Light of their Glory Leads – the international context of the Blackball strike», που δόθηκε ως ομιλία για την εκατονταετηρίδα της απεργίας του BlackBerry Strike του 1908, στο Blackball, στις 23 Μάρτη 2008 από τον Mark Derby.

**Μετάφραση Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

Joyce Mansour, Άνθη αμονίου

Το αύριο είναι ένας τροχός
Πύρινο το αστέρι της αυγής του βραδινού
Ύστερα πένθιμα χτυπά η κωδωνοκρουσία του κατάκοιτου κρέατος
Η καμπούρα Σταλαγμίτης
Η μαλλιαρή ώρα
Και τα συρρικνωμένα χέρια της
Αυτό το στερημένο σάρκας ξεριζωμένο τρίχωμα
Αφρώδη περιτυλίγματα
Εντερικά παράσιτα
Και τα καταφαγωμένα απομεινάρια της κορνιζαρισμένης ευτυχίας
Αποκόπτουν ουρές κερασιών
Άκου το υστερικό κλαψούρισμα της άρπας
Σύντριψε το μοχθηρό φράγμα των κυκλικών νήσων
Το γαμήσι κρατά τον θάνατο σε απόσταση
Διαχώρισε τα έμβρυα από το λάλιον
Τράβηξέ τα από την ρίζα
Πριν οπισθοχωρήσει ο ήλιος με φρίκη
Και η κατσιασμένη μέρα δείξει περιφρονητικά τα δόντια της
Πριν γίνει μια υπερθερμασμένη παντόφλα

Για έναν αρουραίο
Δέκα κομήτες μέσα στον υπόνομο
Κυνηγούν ψηλές μπότες

Περισφίξτε τους κορσέδες σας
Νκροταφεία
Ξεριζώστε τάξους από τα υγρά και ζεστά σας βλέφαρα
Ο εύθυμος άνεμος του θανάτου
Διατρυπά τύμπανα αφτιών, γκρίζες πόλεις, ογκόλιθους
Ενώ ενα παλιρροϊκό κύμα αστράφτει καθώς περνά αλέθοντας και παγοδρομώντας
Κατά μήκος της απέραντης θάλασσας της ορδής
Ζελατίνη

Κάποτε έκλαψα σε ένα όνειρο
Άνοιξα την αγκαλιά μου και τα δόντια μου έπεσαν
Στην σκιά
Κανίβαλα γηρατειά
Καλύπτουν το ρυτιδιασμένο στόμα της με ένα αφρώδες πέπλο
Ο καταρράκτης ενός παγετώνα
Αποκρύπτει τα μολυβένια της βυζιά
Αφήνοντας ψστόσο απροστάτευτο το φύλο της να κινείται
Γελώντας ξινά

Η έκλυτη πτώση ενός ασημένιου φύλλου
Στην κινούμενη άμμο του ύπνου

Και σπέρμα εκρήγνυται όπως μια σαύρα από το δέρμα της
Όπως η φωτιά από μια τίγρη
Ή ένας όρκος από μια ομπρέλα
Εκείνο το σφυρί που ο χειμώνας δεν θα καρφώσει ποτέ
Ένα χαραδρολούλουδο στην γλώσσα σου
Νείλε

Ένα φωτεινό καθαρό δωμάτιο
Μαστιγωμένο από μούχλα
Ύπνος
Ξεχασμένα πράγματα και απόηχοι κατσάδας
Κισσέ
Φοβάμαι πως θα ανακαλύψω ότι είσαι μικρότερος
Σταθερά εγκαταστημένος στην τροχιά του πόνου
Σαν την ελιά στο μάγουλο της γιαγιάς μου
Καταβροχθισμένος
Καραβροχθίζοντας
Γκάφες και ιξόκολλα
Ενός καταπλάσματος σύκων
Μερικοί θα θέριζαν τον χρυσό
Που επιπλέει επί των υδάτων
Όπως ακριβώς η ομίχλη θα αναζητήσει την νεκροφόρα
Στο σουρωτήρι των βλεφαρίδων της
Άλλοι βγάζουν κάποιο μέλος του σώματός τους
Πλούσιο μάννα για τα έκτακτα ορκωτά δικαστήρια
Απροσδιόριστο όπλο φουσκωμένο από το αίμα
Ασετυλίνη
Και χτίζουν βωμούς από αφρό θαλάσσης
Εποποιίες για το αλάτισμα του ψωμιού του Ειρηνικού
Επαύριοι για καθισμένους περιπατητές
Γλοιώδεις γαγγραινώδεις άνδρες περνούν από το κόκκινο στο ωχρό
Σύννεφα από αράχνες που βαστούν ειδωλολατρικά γκονγκ
Τρέχουν προς τα πάνω αντίστροφα στον δρόμο
Οδηγούμενα από την παλλόμενη ποιμαντορική ράβδο
Της ομελέτας
Υστερία

Η σιωπή απαιτεί ένα ουρλιαχτό
Όπως ακριβώς το κενό απορροφά τον άνεμο
Ο νυχοκόπτης του πατέρα δεν θα φύγει από αυτό το σπίτι
Τεντώνονται και παίζουν
Μακριά γαϊδούρα
Με την κλειτορίδα του καλού
Παιδιού
Το μεσημέρι
Η ιδιάζουσα όψη της συνοικίας Les Hailes
Τα μεσάνυχτα
Η εφιαλτική λύση
Επειλεγείσα ελεύθερα
Περισσότερα τώρα είπε ο απαγχωνισμένος άνθρωπος
Στην άβουλη ρόμπα
Και ο ατημέλητος ιππόκαμπος
Είχε ακόμη μια ακουστική παραίσθηση

Εκεί κοντά
Το εφηβαίο από στυπόχαρτο ενός μικρού κοριτσιού
Χασμουριέται, ρεύεται και εισπνέει απαλά
Σκελετούς
Προνύμφες
Νεκρά πουλιά
Τον τέτανο και την συντροφιά του
Είναι σκληρό να πεθαίνεις σε ένα μελαγχολικό κρεβάτι
Σκουριασμένος σκουπιδοτενεκές μιας διαρκώς γλοιώδους ζωής
Τα μεγάλα ψευδόμενα μάτια της
Και άγρυπνες νύχτες σαν την πυώδη ύλη εκείνης που πιστεύει ότι είναι
Παρθένα
Αιθέρας φορμόλης και η γαλάζια ψυχή των νοσοκομείων
Κόβοντας τα ξερά κούτσουρα της ανάμνησης
Ακόμη και ο σταυρός με τους σαν ρολόι χτύπους του και τους γόνιμους σπόρους του
Ανοίγει διάπλατα
Τα πόδια του

*Πρωτοδημοσιεύθηκε ως αυτοτελής ποιητική πλακέτα, με εικονογράφηση του Reinhoud, από τις εκδόσεις τέχνης Fratelli Pozzo, Τορίνο, 1970. Εμείς το πήραμε από το τεύχος 6 (Μάιος 2015) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Βασιλική Λόη, Ποιήματα

Ramses Younane (1913-1966): Without Title (1939)

ο άνθρωπος είναι καιρός
με τη βροχή, με τη λιακάδα στα βλέφαρα
με την ομίχλη στη φωνή

*

λόγος δια την αργυρή δόση
των εξήντα πιστωτών χρόνων.
στο μωσαικό της εικόνας, λείπει
το γυρτό στόμα
που πληρώνει το τίμημα της καθυστέρησης.
και πάλι συνεχίζει αγόγγιχτα
ο λόγος δια την ενέργεια,
ανίδεη η τελευταία τιτλοφορεί
την λιπαρή έννοια της (αδράνειας)

*

χαμόγελο και πίσω το πλαίσιο που τοποθετείται
ιριδίζον χείλη
αναίμακτη θυσία της μοναχικής μου διαδρομής
δίνουν οι ήχοι τους άτακτα δομημένοι
σας χτύπησα;

*

αβαθή πραγματικότητα
κερματισμένη σε λεπτά
ασημάδευτων δεικτών,
οι νερωμένες χειραψίες
αντιγραφές

*

αρχειοθετώ τα βλέμματα
βαστάζουν πολλές κατευθύνσεις
της προσφοράς, του δισταγμού
αρχειοθετώ τις κινήσεις
κοφτές νότες
(αγέννητου τραγουδιού)
εγώ, σκυμμένος μικρός λογιστάκος
στα ριζά της λάμπας
που θρέφονται οι αριθμοί
και πληθαίνουν

*

ορισμένη η όραση, πινέλο
τραβάει γραμμές κύκλους
χηματίζει την υπομονή
και ψηλαφεί τον χώρο γύρω της,
αν και η θέρμη του καλοκαιριού
διαστέλλει το εύρος των κλειδώσεων
συστέλλει των χειλιών το παράπονο

*

στη νυχτερινή περιπολία της ανίας,
μοναδική φλυαρία
ο φορτικός λίθινος μονόλογος στο πέλμα
από το πέρασμα των τυφλών.
είναι κι η συνήθεια ακατάδεκτος συγγενής.
αποστειρώνομαι με της λήθης την αλκοόλη

*Από τη συλλογή “μελιδόνι”, σε ηλεκτρονική έκδοση, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2016.

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

ΛΑΧΤΑΡΑ

Κι αυτή ψιθύρισε:

Πώς να αρνηθώ
σ ́ αυτή τη λέξη
τη γεύση της στοργής

Στο μικρό
υγρό λάμδα της

Όταν ανάσκελα το ξαπλώνεις
πάνω στο χαρτί.

***

ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Της έγραψε:

Έτσι ξέρω να φέρνω
το ηλιοβασίλεμα
στα παράθυρά σου

Και χαράζοντας
το χέρι του
με το αμφίστομο των λέξεων

Σκόρπισε πάνω στα τζάμια
το άλικο της απουσίας.

*Από τη συλλογή “Ασκήσεις συναιθληματος”, Πάτρα 2013.

Micheline Maurel, Θα πρέπει να θυμηθώ / Il faudra que je me souvienne

Θα πρέπει να θυμηθώ
Αργότερα, αυτά τα τρομερά χρόνια
Ψύχραιμα, σοβαρά, χωρίς μίσος,
Αλλά και με ειλικρίνεια ακόμα.

Αυτό το θλιβερό και άσχημο τοπίο,
Τo διαρκές πέταγμα των κορακιών,
Τα μεγάλα μπλοκ σ’ αυτόν το βάλτο
Κρύα και μαύρα σαν τάφοι.

Αυτές τις γυναίκες τις μισοτυλιγμένες
Παλιό χαρτί και κουρέλια,
Αυτά τα φτωχά ξυλιασμένα πόδια
Που χόρευαν στο μακρύ προσκλητήριο.

Τις μάχες με κουτάλες,
Με κουβάδες, με γροθιές.
Τα συσπασμένα χείλη
Όταν η σούπα δεν αρκούσε.

Εκείνους τους “ένοχους” που βούταγαν
Στις γούρνες με το λασπωμένο νερό
Αυτά τα κιτρινισμένα μέλη που ροκάνιζαν
Μεγάλα φουσκωμένα έλκη

Αυτόν το βήχα σε κάθε ανάσα,
Αυτή την απελπισμένη ματιά
Στραμμένη προς τη μακρινή γη.
Θεέ μου, βοήθα μας να επιστρέψουμε!

***

Il faudra que je me souvienne

Il faudra que je me souvienne,
Plus tard, de ces horribles temps,
Froidement, gravement, sans haine,
Mais avec franchise pourtant.

De ce triste et laid paysage,
Du vol incessant des corbeaux,
Des longs blocks sur ce marécage
Froids et noirs comme des tombeaux.

De ces femmes emmitouflées
De vieux papiers et de chiffons,
De ces pauvres jambes gelées
Qui dansent dans l’appel trop long.

Des batailles à coups de louche,
À coups de seau, à coups de poing.
De la crispation des bouches
Quand la soupe n’arrive point.

De ces « coupables » que l’on plonge
Dans l’eau vaseuse des baquets,
De ces membres jaunis que rongent
De larges ulcères plaqués

De cette toux à perdre haleine,
De ce regard désespéré
Tourné vers la terre lointaine.
O mon Dieu, faites-nous rentrer !

*Από τη συλλογή “Ravensbrück”, Δεκέμβρης 1944. Μετάφραση/Απόδοση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Αλεξία Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

Κορυφές

Ανέβηκα στις κορυφές
μήπως από ΄κει δω πώς θα ΄ναι το αύριο.
Μα μάταιος κόπος.
Δεν ήρθες εσύ. Ούτε και οι άλλοι.
Μόνο ένα σμήνος πουλιά είδα να φεύγει,
για πού δεν ξέρω.
Πώς άλλωστε θα μπορούσα.
Αυτά ανοίγουν τα φτερά και χάνονται.
Ενώ εγώ, εδώ, γήινη πάντα,
μαζεύω κλωνάρια και άνθη,
στεφάνι ένδοξο μια μέρα να πλέξω.

***

Επανάληψη

Έτσι κυλούν πάντα οι μέρες
σ’ ένα σπίτι πληκτικό.
Οι λεύκες γιγαντώθηκαν
κι έκλεισαν τη θέα που απολάμβανα
τα απογεύματα προς το βουνό.
Κάθε μέρα μοιάζει ίδια
με αυτήν που αποχαιρετώ,
καθώς ντύνομαι και γδύνομαι τα ρούχα της αγάπης
σε μια αέναη επανάληψη
απ΄την ανατολή στη δύση.
Τι κι αν το σώμα μαθημένο ανήμπορο, νωθρό,
πασχίζει να μου θυμίσει ό,τι είναι πια από καιρό σβησμένο.

*Από τη συλλογή «Λέξεις στην άμμο», Εκδόσεις 24γράμματα, 2019.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, memoria pluvialis

“rain
midnight
rain
nothing
but
the
wild
rain” • βρέχει
Αδειάζουν οι ουρανοί τα ποτάμια τους
Και τα δάχτυλα γυρεύουν τα μαλλιά σου•εκεί έξω
Κάποιος νομίζει όμως
Ότι ξαναβρήκε τη χαμένη του λογική
Ρίχνοντας δυο φορές πάνω απ’ τά δέντρα
Πιστεύοντας πως έτσι θα τρομάξουν
Όσοι δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν
Ενώ
Τα δάχτυλά μου ακόμη γυρεύουν
Τη δροσιά στα μαλλιά σου
Και τα κλαδιά πετούν τα χρυσαφένια τους φύλλα
Και ένα αυτοκίνητο κόβει τη νύχτα στη μέση
Ενώ ξυπνώ ξαφνικά και νιώθω
Αυτό εδώ το τρίξιμο στην εξώπορτα
Που ίσως να μην είναι ο άνεμος
Ή ο κρότος από έναν παράλληλο κόσμο
Νεκρών και ζωντανών
Που τσουγκρίζουν ποτήρια γελώντας
Αλλά κάτι
Που γίνεται λάθος μέσα στο μυαλό μου
Γιατί αν τώρα
Αν τώρα λέω με έβρισκαν
Κοκκαλωμένο στο κρεβάτι
[ας πούμε λόγω overdose
από Tennessee Whisky
ή κάτι χειρότερο]
Με το πικ απ να παίζει
Μπλουζ χωρίς τέλος
Θα ήθελα πάλι
Να έχω το χέρι μου στα μαλλιά σου
Ξέροντας πια τόσο καλά -πόσο αργά μαθαίνουν οι ηλίθιοι-
ότι
δεν
είσαι
παρά
ένα
σκατο
θήλυκο
που
τα
κάνει
όλα
πουτάνα•

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος και Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Νάνος Βαλαωρίτης*

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.

*Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29