Λίνα Βαταντζή, Μόχθος

Μας αποπέμπουν στην κόλαση
μας ταξιδεύουν στον παράδεισο.

Επιστρέφουμε κάθε φορά
με μια χούφτα βότσαλα –
μίτος της Αριάδνης
οι εμπειρίες απλώνονται
φως στο σκοτάδι
του ανύποπτου μέλλοντος.

Κινούμαστε σε έλος
πνιγόμαστε στη βροχή –
με τα ακροδάχτυλα
καθαρίζουμε τη σκόνη
με τα μάτια
διώχνουμε τις σκιές.

Πάλλεται η αντοχή –
επίπονη εναλλαγή εποχών.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, καμηλοπάρδαλη

Δε σε πρόσεξα
που έπεσες στο ποτάμι
και ήρθε το ψάρι και
σε πήρε

και σου έδειξε εκείνο
που είχε συναντήσει στο βυθό.

Και εσύ
το επόμενο πρωί
αφού ξυπνήσαμε μου το δωσες.

Και εγώ
το φύτεψα.
Και στη θέση του φύτρωσε ενα κομμάτι χαρτί.
Σα παιδάκι ρε φίλε
Ήρθα τρέχοντας για να
στο δείξω.

Ένοιωθα
σα να διέσχισα μια ολόκληρη σαβάνα
με τα λιοντάρια της και όλα
έτσι λαχανιασμένος
και εσύ είπες
«μα δε γράφει τίποτα.»

Θεέ μου.
Είχα τόσα νεύρα μαζί σου
δηλαδή
τόσο μεγάλη περιπέτεια
για ένα κομμάτι άδειο χαρτί

τόσα νεύρα είχα αγάπη μου
που σου είπα
να σηκωθείς να φύγεις
παρ’ ότι ήθελα να μείνεις.
Αλλα εσύ
στεκόσουν εκεί
κάτασπρη σα το χαρτί.

Νεύριασα ακόμα περισσότερο
και σηκώθηκα να βγώ απο τη πόρτα.

Αλοίμονο δε χωρούσα
και κόλλησα στο κατώφλι.
Ακόμα και οι Κάβειροι ήρθαν να με τραβήξουν
αλλα εγώ δε χώραγα.

Διάολε.

Είχα τόσα νεύρα
με εσένα
με εμένα
με τους Κάβειρους
που έκανα μια απότομη κίνηση να ξεφύγω

επέμεινα τόσο
που ξύθηκα στη πόρτα
και πέσανε τα λέπια μου κάτω.

*Από το βιβλίο «Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου», έκδοση κακός βηξ, Δεκέμβρης 2017.

Georg Trakl, Παρακμή του καλοκαιριού

Το πράσινο καλοκαίρι είναι τόσο σιωπηλό,
Το πρόσωπό σου από κρύσταλλο.
Δίπλα στη λίμνη της εσπέρας πέθαναν τα λουλούδια,
Μια τρομαγμένη κραυγή κότσυφα.

Μάταιη ελπίδα ζωής. Στο σπίτι το χελιδόνι
Ετοιμάζεται κιόλας για το ταξίδι
Κι ο ήλιος βυθίζεται στο λόφο·
Η νύχτα γνέφει κιόλας στα άστρα για ταξίδι.

Σιωπηλά χωριά· βουερά
Τα έρημα δάση. Καρδιά,
Σκύψε τώρα πιο φιλόστοργη
Πάνω στη γαλήνια κοιμωμένη.

Το πράσινο καλοκαίρι είναι
Τόσο σιωπηλό κι αντηχεί το βήμα
Του ξένου μέσα στην ασημένια νύχτα.
Το γαλάζιο θήραμα μπορεί να θυμηθεί το μονοπάτι του,

Της αρμονίας των μυστικών του χρόνων!

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Οκτώβριος 2011. Μετάφραση: Νίκος Ερηνάκης.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μονόπρακτο

Το μολύβι ξέρει να χτυπά
το μάγουλο και το πληγωμένο χείλι
που σώπασε την αλήθεια
από φόβο ή
από πόθο κρυφό
Στην ιδέα του αφανισμού τα ουράνια τόξα
βγαίνουν μόνο προλέγοντας
και τα μεθύστερα είναι τόσο μακρινά
για εκείνον που για πάντα περιμένει
Θαύμα η ζωή σου!
Θαύμα καλέ μου, εκεί
στις γυρευτές εκβολές του αίσιου τέλους
Μα εδώ,
εδώ η μπόρα δε ξεκινάει άτρωτα
τα χέρια αντιπαλεύουν
ό,τι και οι καρδιές
και είναι αλήθεια αυτό που λένε
πως οι μεγάλες αγάπες
καμώνονται με πόλεμο και αίμα
Και πως, αλίμονο, ο πόλεμος αφήνει
θύματα στους ξερούς λόφους
μηνύοντας πως
διόλου δε θα είναι τυχερό
να με βρουν οι εχθροί μου
ανάμεσα στους άπνοους εραστές
να μ’ απειλούν με προτεταμένα όπλα
που σ΄ αγάπησα,
έναν θεό που βγήκε και περπάτησε
για χάρη μου
ανάμεσα στους ανθρώπους
Ας είναι
Καμώνω ψυχή που φεύγει
-δημοσία δαπάνη-
γιατί η λαλιά μου δεν φοβάται
ν’ αληθεύσει
πάνω σε τούτο το ποίημα·

Ράνια Καταβούτα, Καρφιά

I

Συ είπας
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω

Πήρα μια πέτρα και στην πέταξα
με όση δύναμη είχα
Όχι για τις αμαρτίες σου
αλλά γιατί δεν έπραξα δικές μου.

II

Πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με

Ήταν αργά
Την πρώτη φορά
Σε είχα πια ξεχάσει.

III

Τριάκοντα αργύρια ήταν λίγα
Η απληστία σου ζητούσε κι άλλα
Όσα φιλιά τόσα λεφτά.

IV

Γενηθήτω το θέλημά σου

Αυτό ήταν, λοιπόν
Διάλεξες.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μες στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2019.

Νίκος Σφαμένος, μέχρι να πέσει το σκοτάδι

πέρα απ’τα βουνά
πρέπει να χει άνοιξη

τις καλοκαιρινές νύχτες
τις περάσαμε
στα καφενεία του νησιού
έμενες σε μια σοφίτα
στον βορρά
κι έψαχνες εκδότη
για το δεύτερο σου βιβλίο

η θάλασσα ποτίζει τα μάτια μου
μαζί με ηπείρους ολόκληρες

έπειτα σε άφησα στο αεροδρόμιο
ήταν νωρίς το πρωί
κι είχε ψύχρα
δεν σε ξανάδα από τότε
την τελευταία φορά
που μιλήσαμε μου πες
πως ήσουν με κάποιον άλλο
και περνάγατε όμορφα
«χαίρομαι»,
απάντησα

στη χώρα των λευκοχελίδονων
δε βρέχει ποτέ

τώρα καμιά φορά
κοιτάζω τη θάλασσα
έπειτα γυρίζω σπίτι και
ταΐζω γέρους γελωτοποιούς

τίποτα το μεγαλειώδες

μόνο κανά ποίημα
που και που
κι αυτό
παγωμένο παιδί

*Από τη συλλογή “Αντιηρωικό”, Εκδόσεις Φωτοτυπικόν, Μυτιλήνη, 2016.

Νεκτάριος Μπέσης, Ό,τι σας είπα

Μπορείτε να αποκαλείτε όπως προτιμάτε,
μια ποσότητα από σβησμένα φτερά,
ή ένα κρύο μελαγχολικό φτερούγισμα.
Ένα πουλί που απομακρύνεται,
εξαφανίζοντας τον πορτοκαλί ορίζοντα
και τα ξεχασμένα σκονισμένα γυαλιά,
που κρύβονται σε μια ψεύτικη έρημο,
πίσω από πελώριους περήφανους βράχους,
κάτω από ένα ερωτευμένο ξερό δέντρο,
μέσα σε μια κατάπληκτη κουφάλα.
Μπορείτε να αποκαλείτε όπως προτιμάτε,
ένα μικρό ακρωτηριασμένο πλάσμα,
με ένα στραβό αλλά γρήγορο λαιμό
και δύο απελπισμένα πόδια,
δεμένα στις θύελλες των ταξιδιωτών
και στον χορό ενός φαρδιού ρούχου.
Μπορείτε να αποκαλείτε όπως προτιμάτε,
τα στενά ζωγραφισμένα χέρια μου
και την μισοτελειωμένη αδιαφορία,
απλά μην πείτε ποτέ, ότι αυτά που σας είπα,
Ήταν ψέματα.

Ηλίας Μέλιος, ΜΝΗΜΗ

Η ΜΝΗΜΗ — ΑΥΤΗ Η ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ
ΕΞΩ ΑΠΟ ΨΙΘΥΡΟΥΣ ΧΑΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΗΜΟΥΣ
ΜΙΑ ΑΝΤΑΥΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΙ ΑΜΦΙΒΟΛΗ
ΟΜΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΡΥΘΜΗ ΑΝΑΣΑ ΜΑΣ
ΣΤΗ ΔΙΨΑ ΤΩΝ ΧΕΙΛΙΩΝ

ΙΣΤΟΡΙΑ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ
ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΥΓΚΕΧΥΜΕΝΗ — ΜΕΤΑΒΛΗΤΗ
ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗ ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ
ΟΙ ΤΕΛΕΤΕΣ ΜΑΣ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ ΠΤΩΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΤΡΑΓΙΚΑ ΜΕΤΑΚΙΝΟΥΝ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ
ΛΟΓΟΚΡΙΜΕΝΕΣ
ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΣΤΑΣΙΑΣ

ΥΠΑΡΞΗ
ΟΤΑΝ ΦΩΛΙΑΖΕΙ Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ
Η ΥΠΑΡΞΗ ΣΥΝΙΣΤΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΟ ΣΚΟΠΟ
ΔΗΛΑΔΗ ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ — ΜΑΧΗΤΗΣ ΔΙΧΩΣ ΦΤΕΡΑ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑΕΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ
ΧΑΜΗΛΩΝΕΙ ΤΗ ΦΥΣΗ ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΕΞΑΝΤΛΗΘΟΥΝ ΟΙ ΜΑΧΕΣ
ΒΑΖΕΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ
ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΑΣ ΣΚΟΡΠΙΖΕΤΑΙ
ΣΕ ΜΙΚΡΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΞΕΙ
ΞΕΧΝΑ ΤΙΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΑΣ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΘΕΑΜΑ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΟΝΤΑΣ
(ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΕΙ) ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ
ΜΑΣ ΕΡΕΘΙΖΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΒΙΑ

(1976-1984)

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 (Μάιος 2015) του περιοδικού “Κλήδονας”, έκδοση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών (σελ. 66).

Λάζαρος Γεωργιάδης, Δύο ποιήματα

ΕΠΑΦΗ

Τελευταία στον δρόμο με σταματάνε διάφοροι «τρελοί»

Άντρες γυναίκες
Νέοι μεγάλοι
Με τρία μάτια ή με φτερά αντί για χέρια

Κάθομαι να τους ακούσω

Μιλάμε
Μιλάμε πολύ
Όσο το χρειάζονται

Μου θυμίζουν εμένα

Αυτό που
Κάποιες φορές
Είμαι

Αυτό που αυτοί
Είναι
Όλη τους τη ζωή

Συνεννοούμαστε.

***

ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (A)

Το γρασίδι ήταν γκρι
Ο αέρας μύριζε καμένο πλαστικό
Και τα αγγίγματα
Τα αγγίγματα άφηναν πάντα στο τέλος
Κάτι από νεκροτομείο.

ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (Β)

Όταν γεννιούνται τα πετάνε από την ταράτσα

μισά
τσακισμένα
άλλο χωρίς πόδια
άλλο χωρίς κεφάλι
άλλο χωρίς
μάτι
ή με τα άντερα να βγαίνουν από τα ρουθούνια

*Από τη συλλογή “Τέλος”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Λαμπρινή Αιωροκλέους, Κραυγές πίσω από το παραβάν (10 βιαστικές θεατρικές στιγμές)

1.

Έχω και τί δεν έχω
Το πορτοφόλι μου είναι όσο το περίγραμμα της αυλής σου
Δε στο λέω ειρωνικά μη γελάς
Έχω δουλέψει πολύ
Είμαι μικρέμπορος τσόχας στα Βαλκάνια
Ήμουν δηλαδή
Γιατί τώρα έχω ανοίξει τρία μαγαζιά στο βορρά
Και τί μαγαζιά ένα κι ένα
Δεν είναι μεγάλη απόσταση αν σκεφτείς πως πετάς
Ούτε φορτηγά ούτε αγροτικά κοκκινισμένα πηγούνια από τα μπαχαρικά
άνθρωποι που φωνάζουν κόβοντας καρπούζι
που ζυγίζουν στη χούφτα τους το μαστό της χήνας να δουν μήπως έχει γάλα
Ένιωθα πως είμαι καουμπόης ξερή και στεγνή γη μʼ ένα λουλούδι στη μέση
Που σήκωνε πόδια και χέρια να με κοροϊδέψει σα τσαρλατάνος απʼ τη μεσόγειο
Ή ακόμη καλύτερα σαν καθυστερημένος
Δε βάζουν λόγια στις προσευχές τους
Καν δεν έχουν τρόπους κάθονται κάτω από το μοχλό της καλοκαιρίας
Και βγάζουν από μέσα τους ισχνά πουλιά
Εγώ που με βλέπεις έχω δει ό, τι κανείς δεν έχει δει
κάποιος μπορεί να σου δώσει μια εξήγηση κάποιος άλλος μια άλλη αλλά ποτέ την προηγούμενη
Εγώ έζησα σαν αργοναύτης τα ξέρω όλα για όλα
Έχω δει ωραίες κυρίες με τιράντες και ομπρέλες από σέλας
Καραφλούς άντρες που χτενίζονται στη μέση του δρόμου
Κορίτσια να κλείνουν το μάτι σε άλλα κορίτσια
Ο πιο περίεργος όμως ήταν ο Άντυ ένας υπάλληλος του δημοσίου
Μου ʽλεγε πολλά όλο κι όλο όμως θυμάμαι έναν στίχο από κείνον:

Αυτός ο κοκορεύσας
Μπροστά από την κουρτίνα του θεάτρου
-δεν έχει τίποτα-
Μία λαμπάδα στο χέρι
Κι ένα στόρι που ανοιγοκλείνει
Σαν μουσούδι
Μες την τσέπη του.

Όπως και να το κάνεις με προβλημάτισε.

2.

Η αυτοκτονία είναι μια πράξη αγάπης
Όπως ο έρωτας
Όπως καθετί αδιάφορο
Είναι στρογγυλή
Όπως τα νερά που εξατμίζονται
Σʼ έναν κρουνό από περγαμηνές
Κάποιος είπε πως το κεφάλι σου σβολιάζει
Όταν τρέχεις στην πλατεία
Και λες το έργο με κάποια αυστηρότητα
Με την κόψη της μύτης ενός άγριου ζώου
“Η γεύση έρχεται σαν κεκλεισμένη εξέδρα
σαν κάτεργο
μέσα στον οισοφάγο του λιονταριού που
το θέαμα περιδινείʼʼ
Όχι αγάπη μου η γεύση κάθεται εκεί που είναι.
Γιατί υπάρχει αυτή η συνοφρυωμένη κοινοτοπία
Στο δάχτυλο του υποβολέα.
Και όλα πέφτουν από το παράθυρο
Μια ασχημάτιστη μέρα
Με τσιμπιδάκια στα πόδια
Γιατί δεν το λες αγάπη μου
Είναι ζηλευτό• είναι
τόσο ζηλευτό όσο εσύ
Κανείς δεν έρχεται πριν την ώρα του
Οι εκπεσόντες έρχονται λίγο νωρίτερα
Αυτό μόνο
Αυτό.

3.

Τι περιμένεις
να παραφυλάξω στο σπίτι του νεκρού με την
Κοκάλινη κληματαριά
Το όνομά μου είναι ενιαίο
σαν το κροτάλισμα
Σύλλαβέ με
Γιατί ο παπαγάλος βγήκε από το κλουβί
Γιατί το σκουφάκι μου κοκκίνισε
Γιατί κανείς δεν τάισε άργιλο τον κούκο
Πρέπει να υπάρχει συνοχή
Στην ομιλία
Στο σκούντημα
Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα
σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια
-ποιος θα αρνούταν να δει-
κανείς• έβγαλε το κεφάλι του
έξω από το
παράθυρο
Μετά από λίγο το χέρι του
το πόδι του
Τελικά έγινε ένα με το χιόνι
Και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή
Ήταν ο έρωτας που μυρίζει ψάρι και τραγούδι
Σύλλαβέ με από αγάπη
Αυτό μάλιστα.

4.

Όταν σου μιλώ

Οι κούκλες σου αυτοτραυματίζονται
σαν ζώα
μέσα στη σπηλιά τους
δεν μπορώ να σου μιλώ
με τη βροχή στο στόμα
και πουγκιά ρωμαίων που μυρίζουν κανέλλα στο μεσονύχτι
γιατί οι βόλοι τρέχουν έξω από το καλάθι σου
κοκκαλιάρηδες και συριστικοί

Στο περιθώριο του στόχου που κεντρίζεται
δεν είμαι πια εγώ
η θλίψη είμαι
ενός αρχαίου κανίβαλου.

Και τα χείλη σου έχουν φωλιές
Όπου κοιμούνται τραγουδιστές και ψήλοι
κι όταν ξημερώνει στο πλάι σου
δεν είμαι πια εγώ
ο θάνατος είμαι μόνο
μεταμορφωμένος σε κουρούνα.

5.

Ο πρωταγωνιστής δεν έχει ακόμη οριστεί
Αυτό δεν σημαίνει πως το έργο δεν θʼ ανέβει
-ως το λαρύγγι σου-
Μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι περιπαθές
Από το κεφάλι μου
Σαν όρθιο κλείστρο
δες: υπάρχει ένα κοκόρι που μιλάει
πίσω στην αυλή ενώ τα πρόσωπα με τις ρίγες τρέχουν για να φτάσουν
να προλάβουν το τραμ πριν νυχτώσει
στη δουλειά
στη μέριμνα
Αυτή που φαίνεται έρχεται τρέχοντας πάνω στην κόψη
σα σχοινοβάτης μονωμένος με αλεύρι
Η ιστορία μας είναι απλή
Όλα επαναλαμβάνονται
Που και που βγαίνω έξω και κοιτάζω κάτω από τις τέντες
Ακόμη και μια κάλτσα θα μπορούσε να είναι το σχοινί της ισορροπίας
Κι έτσι ο πρωταγωνιστής διαγράφεται καλόκαρδος και εν δυνάμει
Αθώος όπως σε
Κάθε ιστορία που αναζητά μια λευκή γυναίκα να την αμφισβητεί.

6.

Όταν κάνεις την επίθεση με το κρεμμύδι στο μέτωπό σου
Μια πλεξούδα θα σου μείνει στο χέρι
Τα νωπά χείλη της γάτας θα σε φιλήσουν
Το ενδεές φουστάνι θα κατεβεί τις σκάλες κλώθοντας μια σπείρα αλατιού
Στην κοιλιά σου.

Μʼ ένα τρυγόνι στο στόμα
θα βρεις τη σωστή λέξη

Μʼ έναν τροχό στο αυτί
θα μʼ αγαπήσεις.

Πες: δεν έγινε για να μιλήσεις αυτοπροσώπως στη ρέμβη• μπορείς να συλλάβεις τον εαυτό σου επʼ αυτοφώρω• θράσεψε σαν παρελαύνων στρόβιλος.

Και οι μέρες που θα κλείνεις το στόμα θα ʽρθουν• εξουθενωτικές
όσο το κολύμπι

Είσαι μαύρο σκυλί, θα πουν
Οι αλέες έχουν σταχτιές κουτσουλιές κι
Ένα πουλί από χαρτόνι υποβάλλει το στίχο, θα πουν.

Και οι μέρες που ο έρωτας θα φορά την
Καπνισμένη μάσκα του φασισμού
Θα ʽρθουν
Μυρμηγκιασμένες όσο τα δάχτυλα της υποψίας

Η Υπαρκτή
Ενώ φωνάζει τον υπηρέτη ένα πρωινό μέθης
Οι εξαφανισμένοι θʼ ανοίξουν την αυλαία

Ξεχάστηκες, θα πουν

Και ο κουφός εργάτης άκαμπτος σαν αριθμημένη σελίδα
Θα σβήσει το φως:

να φοράς στο πόδι μια γιορτή να είναι νύχτα.

7.

Δεν σου λέω ψέματα. Σήμερα έφτασε μια επιστολή από αλεύρι και γκι. Ήταν λευκή για να βγάλει στην επιφάνεια τον μυελό μου που έσταζε από τη σταυρωμένη σαν χωνί φόδρα μιας κουρελούς που βημάτιζε.

Δεν σου λέω ψέματα. Από τα πόδια μου έρεε νερό και ήταν τόσο κρουστό όσο μπορεί να ʽναι μόνον ένας αψηλάφητος κόρφος.

Δεν σου λέω ψέματα. Κάποιος γουργούρισε γουργούρισε χωρίς να κάνω τίποτε. Δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου που λένε.

Να σου το πω ψιθυριστά όχι ενός χωριάτη ήταν καμία σημασία δεν είχε δηλαδή ξεθωριασμένη και βρώμικη όπως ήταν κοίτα να δεις

Μα που την έβαλα στο φουστάνι της πλύστρας μέσα
Στο συρφετό
Μέσα στα μαλλιά μου ή κάτω από τη μασχάλη μου
Όταν έτρεχα στο μόλο με λιπασμένα τα χέρια
Μήπως γλίστρησε και έπεσε κάτω
Την πάτησε αυτός που πουλάει δερματίνη
Μπορεί να πήγε μέχρι το Μεξικό χωρίς να είμαι καθόλου υπερβολική
θα το ξαναπώ είναι σίγουρα σε κάποια μπαγκάζια στο Μεξικό

Ούτε τι λέει δεν διαβάζω
ανακαλέσαμε λέει κάθε θανατικό προσμένοντας το επόμενο

στο φουστάνι της πλύστρας είναι μέσα
στο συρφετό.

8.

Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο για να έρθω στην ώρα μου
Μια απόλυτη τραγωδία σαν έμβρυο που διαπλάθεται πάνω στο αυχένα των
Πιθήκων
Κι ένα σφυρί
Μικρό και άκαμπτο ένα σφυρί χωρίς γωνίες μια απόλυτη επιφάνεια

Όπως έλεγα
Αυτό μόνο θέλω
Το κουκούτσι της διαύγειας
Να ανοίξει το στόμα σαν αρχαίο κτήνος
Φεγγάρι της σχιζοφρένειας απόλυτο άνοιγμα

Μα τί λέω εγώ μόνο τους ίδιους και τους ίδιους θέλω να καταπλήττω
σα να περνά ο βλάμης μπροστά από τα κορίτσια
όπως τʼ ακούς.

9.

Κάθε βράδυ που επιστρέφω στο σπίτι
Νιώθω σα φονιάς από το πολύ κοπανηστήρι
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου στην αγκαλιά του ακαριαίου θανάτου
Πυκνός σα χνούδι ελαφιού όταν έρχεται αυτός τρισάθλιος και διαμπερής
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου το αργό σώμα που κόβει και ράβει
Το ασύμμετρο τελείωμα του παραβάν
Να ʽσουν η λαίλαπα
Ο μαθητής που διαβάζει για τη λαίλαπα
Ο δάσκαλος που λέει στο μαθητή για τη λαίλαπα
Αχ και να ʽσουν ένα μικρούλι δράμα.

10.

Να τα καταμετρήσω; Όχι δεν μπορώ. Δεν μπορώ.
Μια προσπάθεια μόνο; Εντάξει εντάξει.
Τίποτα τίποτα
Δεν υπάρχει πια τίποτα που να με κρατάει ζωντανό
Το αυτοκίνητό μου είναι μαύρο
Και η αγάπη μου ελεεινή
Γιʼ αυτό σας λέω μην έρχεστε κοντά μου
Στη φαρδιά πιλοτή των ερώτων μου
σα τη χλαίνη σε χοντρές γάμπες
Ο χρόνος
υπερβολικός.

*Από το poiein.gr