Μαριάννα Πλιάκου, Συμβαίνει καμιά φορά

ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ

να λέμε ψέματα.

Ας πούμε,
όταν είπα στον πατέρα
πως το μικρόβιο στην καρδούλα του
έφυγε, στη θέση του λουλούδι φύτρωσε,
και ρίζωσε, βαθιά στην αορτική βαλβίδα.
Το δείχνει καθαρά η τελευταία ακτίνα:
ανθός λεμονιάς.
Μοσχοβολάει ολόκληρος,
και δε χρειάζεται άφτερ σέιβ
να του βάζω, μα διασκεδάζω
με τους γιατρούς που γύρω του μαζεύονται,
τους φοιτητές που ακολουθούν
και μπερδεύονται (στα κλωνάρια των μαλλιών του).

Το καλύτερο, όμως, (ψέμα)
το κράτησα για ’μενα ‒διόλου μικρό πταίσμα:
είπα πως με πίστεψε.

*Από τη συλλογή “2017”, εκδόσεις Κύφαντα. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://frear.gr/?p=17885&fbclid=IwAR1CBHCtJRuwhrL5HL4yMvkuAu51KpoEZOpDcxy11of8sW9BwPbeyDVhAos

Γιώργος Σαράτσης, Απολογισμός

Γενάρης. Οι Κυριακές θυμίζουν περιγραφές από τη Ναυτία του Σαρτρ. Τα κείμενά μου ημιτελή, σα να χρειάζονται περισσότερο θάνατο για να υπάρξουν. Όσο πονάει η ομορφιά, πονάει κι η ασχήμια. Μόνο στη φθορά υπάρχω.

Φλεβάρης. Κρατώ σημειώσεις να θυμάμαι τη γεύση ενός πρόχειρου γεύματος, την πίκρα ζεστού καφέ σε χάρτινο ποτήρι. Δεν είναι θνητότητα∙ πληρότητα θανάτου είναι. Κάποιες ηλιόλουστες ημέρες τις αισθάνομαι άδειες, καθόλου φιλόξενες.

Μάρτης. Παρομοιάζω τις μέρες με αδέσποτους σκύλους ή με άστατα καιρικά φαινόμενα. Υποφέρω κάποτε ανάμεσα σε ανθρώπους. Σῶσόν με ἐκ στόματος λέοντος καὶ ἀπὸ κεράτων μονοκερώτων τὴν ταπείνωσίν μου. Ξημέρωμα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το πιο συχνά, λησμονούμε. Έπειτα, χανόμαστε.

Απρίλης. Μεγαλοβδόμαδα στην πατρίδα. Μία κίνηση ν’ ακινητήσω κάπως τον χρόνο. Είναι μέρες που δεν υπάρχω διόλου. Όλα συμβαίνουν εν αγνοία μας. Υποδυόμαστε μέχρις εσχάτων. Φταίει που ζήσαμε και ζούμε και αύριο πεθαίνουμε.

Μάης. Να σώσουμε τον μόνο τρόπο που μπορεί κανείς να βλέπει. Να μείνει βλέμμα χωρίς άνθρωπο. Τα μπουρδέλα της οδού Βύρωνος κλειστά. Σε κάθε πόρτα ένα ενοικιάζεται. Η παρακμή μιας χώρας φαίνεται πρωτίστως απ’ τα κλειστά της μπουρδέλα.

Ιούνης. Ολόκληρη η ύπαρξη, μια επιβεβαίωση. Οι θεωρίες δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τη σφαγή του καιρού. Υπάρχει μια συνθήκη όπου όταν βιώνεις την ύπαρξη είσαι περισσότερο υδρόβιο φυτό παρά άνθρωπος.

Ιούλης. Δεν μιλώ γι’ ανθρώπους. Μιλώ για όραση, γεύση, ακοή. Στο βάθος τ’ Άγραφα και αδιάφορα νέφη. Τα καλοκαίρια καθορίζουν το τέλος μας. Η ποίηση του σήμερα συντηρεί μονάχα πτώματα.

Αύγουστος. Παραμονή Μεταμορφώσεως. Συνοδεύω τις λέξεις στην ύπαιθρο. Η γεωγραφία των οσμών. Ο τρόπος που κοιτώ είναι ο τρόπος να υπάρχω. Έρχεται μια στιγμή τόσο δεδομένη και ακέραιη που οι άνθρωποι τρομάζουν.

Σεπτέμβρης. Η πόλη από ψηλά, ένα τίποτα που απλώνει. Ο μέσα μου ανυπότακτος βγάζει δόντια, κλωτσά. Ο ύπνος έρχεται για να μας βασανίσει. Πώς χώρεσαν κάποτε μέσα μας τόσοι άνθρωποι;

Οκτώβρης. Όλα έχουν διαπραχθεί. Περισσότερο προσπαθώ να περιγράψω, παρά να ερμηνεύσω τον κόσμο. Καταγγέλλω το ανηδονικό του βίου. Ο θεός να μας φυλάει απ’ την ανοησία της ύπαρξης. Ποίηση θα πει να πεθαίνεις και να πεθαίνουν όλοι.

Νοέμβρης. Ο Βαρδάρης δεν είναι άνεμος. Είναι απάντηση. Ο τόπος υποβάλλει τρόπο. Από μια ανοιχτή στο στήθος πληγή μπαινοβγαίνει το μέλλον μου. Όσο αδιαφορείς για τη ζωή, τόσο εκείνη χαρίζεται απλόχερα.

Δεκέμβρης. Βρέχει σαν να μην υπάρχει αύριο. Κάποτε ο πρωτογονισμός θα ταυτιστεί με την καλλιέργεια. Όσα συμβαίνουν αποσκοπούν στη βύθιση. Ποτέ δεν αστόχησα τόσο όσο ένα πρωινό του Δεκέμβρη με υγρασία και ήλιο λιποβαρή.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://apotypoma.blogspot.com/2019/12/blog-post_29.html

Έρμα Βασιλείου, Όταν η άφιξη μιας εποχής

Όταν η άφιξη μιας εποχής αναγγέλλεται
με κρίνων σάλπισμα
το γνωρίζεις πρώτα απ΄τα πουλιά
το αλάθητο της φύσης φτερούγισμα
της αλλαγής

κι όταν οι ρόζοι στο τρυφερό το δάκτυλο
αντέχουν το γκριζωπό μολύβι
το ξέρεις πως γίνεσαι μηχανότρατα
στη θάλασσα των λέξεων…
…ύπτια να κοιμηθείς νωρίς
με τα πουλιά
που λαχταρούνε μέρες τώρα
άνοιξη να γυρίσεις

…με τα όργανα που παίζουνε τα έντομα
η μυρωδιά της χρυσοφόρου γύρης
σε μεταφέρει κείθε, πιο πέρα
απ’ τη φωνή…
στη δροσερή φωτιά της γέννησης της φύσης
είσαι κι εσύ φωνή που θε ν’ ακούσεις…
και σαν η άνοιξη σε κάνει εργόχειρο
του αγέρα, σε πλημμυρίζει μυστικά της γης,
πιστή μαθήτρια του κύκλου της σελήνης

κι η απόσταση των εποχών,
όσο στο καλεντάρι σου κι αν φαίνεται ίδια
καμία δεν είναι απόιδια με την άλλη

Εδώ στους αντίποδες έμεινες να μετράς αντίθετα τους μήνες
μα να το ξέρεις πως πάντα η χελιδόνα
θα πετά με στόμα ολόγιομο
στα μικρά της…
κι όταν τα στήθη σου γεμίσουν μύρα του αιθέρα
ανακαλείς το ψέμα πως όλα επαναλαμβάνονται
κι η φαντασία γι’ αυτό ζει, η ανεμοδούρα,
σαν άνοιξη
που της προσπέφτουν όλα,
σαν βασίλισσα,

…κι αν τύχει και να δεις τη θάλασσα να βγαίνει στο περπάτημα
και φόρεσε νωρίς
τους γιορτινούς ιμάντες
χωρίς πολλά καμώματα,
είναι σοφό να το θωρείς με μάτια αλκυόνας
το αγνάντι σου!
Κι αν τύχει κι έγινες εγκουσάτος
με ελληνικά προνόμια, όνομα, επώνυμο, ιστορία,
-κι έχεις φωνή να πεις και λόγια ποίησης να γεννήσεις
καμώματα που φέρνεις από πέρα
όπου των πελαργών φωνές σ’ αγέρα τις σκορπίσαν
και φέραν τη Μεσόγειο στο διάβα σου-
πες πως σε μάγεψαν οι εποχές και σου έδωσαν
μιαν εποχή που αγγέλλεται
από σένα
σ’ όποια μέρα του χρόνου
κι αν γυρίσεις…

31/12/2019

Ilse Tielsch (Austria, 1929 – ), Γέφυρες / Bridges

Ας φτιάξουμε γέφυρες, είπε εκείνος,
με σίδερο και πέτρα
άφθαρτες κι αιώνιες
μες στην αρματωσιά τους και στο βάρος τους
που θα μας σώσει.

Ας πλέξουμε ευλύγιστα πράγματα,
είπε εκείνη,
από κισσό και πράσινα κλαδάκια
μονοπάτια σταθερά από ακτή σ’ ακτή
για τα γρήγορα βήματα αυτών
που τρέχουν να ξεφύγουν
απ’ την αρματωσιά

Φτιάχνω με υλικά που έχω
κι αντέχει στο πέρασμα του χρόνου.

***

Bridges

Let us build bridges,
he says,
of stone and steel
indestructible by the weight
of the armored that will save us.

Let’s braid flexible things,
she says,
lianas and green twigs
solid footbridges from shore-to-shore
for the hasty steps
of those who flee from the armored.

I build with what I have,
but it holds.

*Αγγλική μετάφραση: Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan. Ελληνική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2019/12/30/poem-of-the-week/

Εύα Σπαθάρα, Τα σάπια μήλα του Νεύτωνα

Σύντροφοι
Το μήλο δεν ωρίμασε
Ούτε οι συνθήκες
Ο Νεύτων διέπραξε μέγα σφάλμα

Το μήλο σαπίζει στη μηλιά
γεννώντας κι άλλα σάπια μήλα

Όσο για σένα αγαπημένε σύντροφε Καρλ
σήμερα σου έχω θυμώσει
Δεν σ’ αγαπώ

Θα βγω με τον Πιoτρ

*Από τη συλλογή “Ντάλιτ”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Χρήστος Τουμανίδης, Παντού κλειστοί γι’ αυτούς οι δρόμοι

«Μαύρος καπνός, οι ανεξακρίβωτες – οι φανερές – αιτίες…»

Με το κεφάλι πάντα πίσω, και ψηλά,
έντρομοι να κοιτάζουν.
Τα κρατητήρια, οι εφιάλτες.
Τα όργανα τα φοβερά της νύχτας.
Καραδοκούν.
Παντού κλειστοί γι αυτούς οι δρόμοι.
Θα διαφύγουν; Δεν; Θα…

Ούτε μέσα στο σώμα τους δε νιώθουν ασφαλείς.

(Οι ταπεινοί και οι καταφρονεμένοι ζουν, στα σκοτεινά).

*Από τη συλλογή “Οι Ελεγείες της Ανατολής”, Εκδόσεις 24γράμματα, Αθήνα 2013.

Ελένη Κοφτερού, Στατιστική και Λίστες

Να ‘μουν στη λίστα
με τις αγάπες σου
εκείνες
που αποκοιμίζουν
τη λύπη
κουνώντας
ένα παλιό
ασημένιο
ρολόι τσέπης
μπρος στα πεινασμένα
μάτια της

κι έπειτα
σου διαβάζουν
ένα ποίημα
ή σου δείχνουν
ένα κομμάτι
απ’ το λαιμό τους
μια γρατζουνιά
στη γάμπα απ’ το ξυράφι
λέξεις απλές
κι ανώδυνες εικόνες
μέχρι κι εσύ να κοιμηθείς…
Τότε θα πίστευα ξανά στην αμυδρή αξία
της Στατιστικής…

*Από τη συλλογή “Περί Άνοιξης και άλλων Εμμονών”, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2013.

Γιώργος Γκανέλης, Του δρόμου

Ανήλικο ποίημα του δρόμου
Δωρεάν φαγητό των αστέγων
Σύνθημα σε παράνομη πορεία
Ρίχνεις τους στίχους στις ρόδες
Ακροβατείς σε μοίρα ηττημένη
Μπλέκεις τον θάνατο με το φως.

Αναγραμματισμός των λέξεων
Κουρέλι σπασμένων συλλαβών
Σκελετός σε υπαίθριο μαρασμό
Σε πιάνει λάστιχο στην άσφαλτο
Μεθάς τα βράδια μ’ έναν τυφλό
Χαρτοπαίζεις με τους φονιάδες.

Επιτέλους, μη με απορρίπτεις
Δεν έχω σπίτι, ούτε έμπνευση
Θα γίνω δρόμος να με πατήσεις.

*Από την ενότητα “Ο εισπράκτορας” που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, Καλοκαίρι 2017.

Γιάννης Βούλτος, Τρία ποιήματα

ΑΓΚΑΘΙ ΜΑΚΡΥ

Σκίζει τις σάρκες της ψυχής
Καθώς η θάλασσα που γδέρνει τα χαράκια
Κάτω απ̉ τα πέτρινα τα σπίτια τα χλωμά
Συνέχεια του πέτρινου νησιού
Της πέτρινης ζωής

Κι εσύ αντίκρυ
Στο μουράγιο τις νυχτιές
Γρικάς αποχαιρετισμούς
Κλάηματα
Μαντινάδες

Γιατί εγίνηκες βαρκάρης
Ψυχοπομπός τόσων καιρών
Ακολουθώντας τη σιωπή
Ανάμεσο ζωής και φυλακής
Τραβώντας το κουπί
Του θάνατου

Και φτάνεις στην απέναντι μεριά
Που άλλοι τη λέγουν της απέχθειας
Και άλλοι της συμπόνιας
Όμως εσύ που το κατέχεις
Από τα μάτια των ανθρώπων της
Τη λέγεις της Αγάπης

***

ΞΩΜΑΧΟΣ

Στον ∆ημήτρη Κάββουρα

Έτσι γιομάτο σαν ξανοίγω το φεγγάρι
να πολεμάει να φανερώσει
της νυχτιάς τα μυστικά
πάντα θυμάμαι ένα γέροντα ξωμάχο
που χρόνια επολέμαγε
να φανερώσει και του λόγου του
της άμοιρης ψυχής του τα κρυφά

Εμίλησε για έρωτες
κι αιματοκύλισε τα νιάτα του
Εμίλησε για μισεμούς
όταν μονάχος του ροβόλαγε
στα ξέφωτα της θλίψης
Εμίλησε για θάνατο
και η μιλιά του ήτανε τόσο ζωντανή
που ο Θάνατος τόν ξέγραψε

Πάνω απ̉ το θάνατο λοιπόν
πάντα θυμάμαι αυτόν το γέροντα
έτσι γιομάτο σαν ξανοίγω το φεγγάρι

***

ΧΑΪΚΟΥ

του φωτός

Το φως της μέρας
Αλλάζει τη μορφή μου
Γίνομαι ίσκιος

της βροχής

Καθώς η βροχή
Χάνεται στο πέλαγο
Σε ταξιδεύω

του Ποιητή

Σαν το μυρμήγκι
Κουβαλά την ψυχή του
Κάτω απ̉ το χώμα

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”, Πάτρα.
**Το κολάζ της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο voultos.blogspot.com

παναγιώτης κ., Τρία ποιήματα

Έξοδος

Όταν μου ζήτησες
να βγω απ’ το μυαλό σου
το έκανα βιαστικά και άτσαλα.
Νομίζω κατά την
έξοδο
σου γρατζούνισα
τον κροταφικό λοβό.

***

Στράτευση

Άκου «στρατευμένε»: Δεν θα γράψω και πολλά
πολλά – όπως ίσως παλιότερα – για εξεγέρσεις κι
επαναστάσεις. Δεν το έχω ανάγκη, ούτε αυτές
έχουν ανάγκη εμένα και μάλλον δεν έχουν
ανάγκη ούτε εσένα. Θα γράφω για άλλα
πράγματα που ίσως σε ξενίζουν.

Όμως:

Δεν θα πουλήσω
ούτε μισό σημείο στίξης,
ούτε μισό γραμματάκι από αυτά
που «δεν σου κάνουν».

Εσύ;

***

17.7.17

Σκισμένο στα δύο
η άσφαλτος με καταπίνει
«σε είδα να περνάς»
μου έγραψες
στα δεξιά μου ο ήλιος
που πέφτει στη θάλασσα
τα χρώματα της Λέσβου
είχα κατεβάσει το τζάμι
του κράνους
απομόνωση
ήμουν πάλι αόρατος
ήμουν εγώ
ο παρατηρητής
εγώ οι ρόδες
εγώ ο κινητήρας
εγώ οι στροφές.
Έβλεπα
σκεφτόμουν
απογοητευόμουν
γοητευόμουν
αναπροσάρμοζα
ανακαλούσα
μονολογούσα
γέλαγα και σφάδαζα
μάτωναν οι πόροι μου
η όσφρησή μου στο άπειρο
κανένας προορισμός
μόνο η διαδρομή.

Στα δεξιά μου
ο ήλιος βούτηξε
νυχτώνει
τραγουδάω
οδηγάω
προσπερνάω
ματώνουν οι πόροι μου
θα επιστρέφεις
γιατί ξέρεις
πως πάντα έτοιμα
έχω τα υλικά
σε εγρήγορση
τα χέρια μου
ξέρεις!
Θα επιστρέφεις
γιατί ξέρεις
ότι στο υπόγειο της σπηλιάς μου
στοιβάζω χρόνια τώρα
αυτά που χρειάζεται
η οικοδόμηση
του σπιτιού σου
θα επιστρέφεις
με μανία
στον κυματοθραύστη
εγώ ο κυματοθραύστης
με μανία πάνω μου
εκτονώνεσαι
εγώ ο ήχος
εγώ η θραύση
θα επιστρέφεις.

Το ξέρεις.

*Από τη συλλογή “συναρμογές”, Μυτιλήνη, Φθινόπωρο 2017.