Χίβα Παναχί, Έρωτας του Σιταριού

Στη Ζάλκα* ή μάνα μου
Πρασίνισε, κοκκίνισε
Πονεμένη γεννήθηκα
Οί γυναίκες έβαλαν τά ροΰχα τους άλλιώς
Χλόμιασαν οί λαμπάδες

Απ’ την κρύα φωτιά του βλέμματός μου
Κάθε καλοκαίρι
Σοΰ μιλούσα γιά τό σιτάρι που θερίζεται
Μαυρίζουν στον κάμπο
Μαυρίζουν άπό μέσα τά τραγούδια της εποχής

“Αχ Θεέ
Έσύ ό πρώτος ποιητής
“Οταν γεννήθηκα τί έκανες;
Στά όνειρα τού παρελθόντος
Έκείνο τό ώραίο φεγγαρόφωτο
Κάποτε φιλοξενήθηκε στή Ζάλκα
Έκεί άμφισβήτησαν τήν παρθενικότητά μου
Θρήνησα
‘Όπως τό κλάμα ενός μωρού
“Εκατσα θλιμμένη
Ξημέρωσε

Στή Ζάλκα μέ οργισμένα μάτια
“Αλλαξε χρώμα ή γυναίκα
“Αχ Θεέ
Πότε θά μέ ανακαλύψει;

«Ό πρίγκιπας καβαλάρης τής θύμησής μου»
Μη βιάζεσαι περίμενέ με
Κάτω άπ’ τό παράθυρο ένός ποιήματος
Χλόμιασα δέ σου δίνω φιλιά

Ό Σεπτέμβριος ξεχειλίζει άπό χαρά και στάρι
Ξεχείλισα άπ’ τή σιωπή
Τά σιτάρια τραγουδάνε
‘Έναν ξεχασμένο άμανέ
Δέν υπάρχω
Ή θλίψη της γέννας δέν μάς έγκαταλείπει
Αυτός είναι ό καημός των θεών
“Αν ξεπεράσω
Τον γκρεμό τής άμφιβολίας
Τής άμφισβήτησης
Στήν άπέναντι όχθη τής καρδιάς μου
Θά άνθίζουν τά παντοτινά σιτάρια τής Ζάλκας

1.9.1997, Κουρδιστάν Ιράν

* Ζάλκα: ένα κτήμα στήν έξοχή. Έκεΐ πήγαινα μικρή.
**Από τη συλλογή “Τα Μυστικά του Χιονιού”, Εκδόσεις Μαΐστρος, Νοέμβρης 2008.

Ελληνοαυστραλοί καλλιτέχνες για τις φωτιές – Έρμα Βασιλείου, Ζώνη διακεκαυμένη – Με έναν ξαναδουλεμένο πίνακα του Νίκου Σουλάκη

Ζωγραφική: Νίκος Σουλάκης

Ζώνη διακεκαυμένη
 
Αν είν’ καλύτερη η χρονιά
μην ρωτάς …
ανοικτά περιμένουν τη βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η λάβρα βάφει αλύπητα φέτος
ούτε η θάλασσα
δεν σβήνει τον πυρετό του αέρα
ένα θηρίο φυσάει τα σωθικά του
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα φέρνει μήνυμα
από τα χείλη του αστεριού
οι μαργαρίτες έχουν
πάψει να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα βρέξει δεν θα βρέξει
ρωτούν
οι αγάπες έχουν πάψει
να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα μείνει δεν θα μείνει
ρωτούν
η μανία του υδράργυρου
πιο μεγάλη από του έρωτα
ζώνη διακεκαυμένη
καμένη που δροσίζει
η υπομονή δεμένη
κι αψίζει, στεγνώνει
πασκίζει

Rachel Hadas, Δικαιωμένη ευχή

Είπες’ θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Καβάφης, «Η Πόλις»

Πόλις μακρινή, με αγορά παλαίστρα και ναό,
που μόνο από τέτοια απόσταση φαίνεσαι όλη καθαρά,
ποιά μορφή διαπερνά τον αστραφτερό σου λαβύρινθο
σμικρυμένη στο δυνατό ηλιόφως;

Παριστάνοντας την υπάλληλο γραφείου
έπαιρνα κάθε βράδυ ένα λεωφορείο για να γυρίσω στην ακτή.
Σκοτάδι ανέβαινε απ’ τους βασιλικούς Κήπους
που φώτιζαν ανταύγειες απ’ τις φωτιές των φυστικάδων’
ζευγάρια ζαχαρώναν στο σούρουπο’
οι κηπουροί μοιάζαν μαϊμούδες κάτω από φοινικόδεντρα.

Τώρα η μάσκα πέφτει.
Σκιές από σύννεφα σημαδεύουν τούτους τους λόφους.
Πράσινο, πράσινο’
πίσω στην δενδρήεσσα στεριά πάλι τη θάλασσα αποζητώ.
Σ’ όλους τους τόπους ίδια θα γυρνάς,
στης ζωής το μέγεθος, γυναίκα ξενόφερτη στη γη αυτή.
Βαρέθηκες, λες, τους γαλάζιους ουρανούς;
Ας είναι.

*

Wish granted

You said, I will go to another land, I will go to another sea.
CAVAFY, «The City»
Far city, agora and games and temple
seen clear and whole only from this distance,
what figure threads your gleaming maze
foreshortened in strong sunlight?

In the guise of an office worker
I took a bus to the coast each evening.
Darkness rose from the royal Gardens
lit in flares by peanut vendors’ fires;
couples spooned in the gloom;
gardeners resembled monkeys under palm trees.

Now the mask falls.
Cloud shadows mark these hills.
Green, green;
back in the tree land I want sea again.

In any landscape you will be the same,
life-size, a woman using this place up.
You say you’re tired of azure skies?
So be it.

*Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, έκδοση κεγ, Θεσσαλονίκη 1999.

Ρωξάνη Νικολάου, Ο Αντιθέτης κι ο Ραψωδός

Σώμα που αναβαστά τη γη

/Ο Αντιθέτης/
Ο Αντιθέτης στον ώμο
με σκουντά να ξυπνήσω
ανοίγω τα μάτια
αρπάζει την ημερομηνία σαν τυρί.

/Ο ήλιος/
έρχεται κοντά μου
πυρωμένος
ως τη σκόνη των βελόνων του
τρελαμένα πουλιά ορμούν
στα τοιχώματα των σπλάχνων.

/Σώμα που αναβαστά τη γη/
Ο Αντιθέτης
με τα χοντρά του χείλη
σβήνει όλα μαζί τα πουλιά
και στρέφει τους βολβούς
των ματιών μου
στο πάτωμα.

/Η φωνή των παιδιών μου πως αλλάζει, άκουσε/

Βγαίνω στο προαύλιο
της πηκτής ερημιάς

‘Ισκιοι φαγωμένοι
από τη νύχτα
γυρεύουν μαζί μου
στα θρύμματα
των δευτερολέπτων
το αυγό της μέρας.

/Το συναπάντημα με τον Ραψωδό/

Ο Ραψωδός χαϊδεύει το κυρτό μου σώμα
τραγουδά με φωνή απερίγραπτη
τα πάθη ενός κόσμου
που δεν
υπάρχει.

*Από τη συλλογή ‘Ψαλιδιστής”, εκδόσεις τεχνοδρόμιον, Λεμεσός 2018.

Γιώτα Αργυροπούλου, Μάνα

I.
Μαύρο πηγάδι
άσπρος γιαλός
και το θολό ποτάμι.

Μάζευες άσωτα νερά
μ’ έσωζες στην ποδιά σου.

II.
Ακόμα έχει ανάμεσα στά φρύδια της
την έγνοια μου.

Ακόμα
το πιό κακό μου όνειρο

III.

Θά ’ρθει χειμώνας
χωρίς ρόδια και σύκα ξερά, χωρίς κυδώνια
κρεμαστά στο μπαλκόνι.

Χωρίς τά παραμύθια σου
Που έλιωναν το χιόνι.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, έκδοση Πλανόδιον, Αθήνα 2004.

Γρηγόρης Σακαλής, Φάμπρικα

Από νωρίς στο κάτεργο
τη φάμπρικα
που δεν σταματά ποτέ
εναλλάσονται οι βάρδιες
μόνο η ζωή δεν αλλάζει
σίγουρη δουλειά
μα η πληρωμή
δεν είναι σίγουρη
μια προκαταβολή
και τα υπόλοιπα
θα δούμε
ρουφιάνοι σε κάθε τμήμα
φροντίζουν για την ευταξία
καρφώνουν στο διευθυντή
τις ¨ύποπτες¨ κινήσεις
των συναδέλφων τους
έναντι εξυπηρετήσεων
απ΄ την εργοδοσία
εργατοπατέρες παρελαύνουν
περνούν τα χρόνια
κι όταν οι εργάτες γεράσουν
με τσακισμένη υγεία
βγαίνουν στη σύνταξη
για να χαρούν λίγο τη ζωή
μα αυτό δεν γίνεται
σχεδόν ποτέ.

Βασίλης Φαϊτάς, Κρυπτογράφημα

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην Αρλ

Ζωή και θάνατος αειθαλής ενέργεια
μέσα από ιστιοφόρους λαβύρινθους που άφησε φεύγοντας
ο μέγας Απών ανάμεσα στους απόντες
στην αρχή του χρόνου μια γεννήτρια ψυχών
καθελκύει παράδεισους και αδιερεύνητους ορίζοντες.

Θα ’ρθουν άλλοι άνθρωποι
από νιογέννητους καιρούς
δε θα θυμούνται κι ούτε θα νοιάζονται
αν εμείς οι Νεάντερνταλ της εποχής τους
ονειρευόμαστε κάποτε την ύπαρξή τους.

Λέξεις βγαλμένες απ’ το κενό για το κενό
τί άλλο είναι ένας στίχος απ’ τον έρωτα των προγόνων
σφυροκοπάει τη δική μου καρδιά
και από κει το χέρι
σαν ένα σκαλοπάτι στην άβυσσο
νεύμα σ’ όλους και σε κανέναν.

Στο παρασκήνιο
ανάμεσα στον αφανισμό και την ουτοπία
υπάρχει κάτι
η παλινόρθωση μιας αιώνιας στιγμής.

*Από τη συλλογή «Στο καφέ “Εντροπία”», Εκδόσεις Μανδραγόρας 2017.

Σαολίν, Number poetry

5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454

5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454

5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454

5454545454545454549090909090909090

9090909090909090909090909090909090
9090909090909090909090909090909090

9090909090909090909090909090909090
9090909090909090909090909090909090

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες – Κερδίζοντας [και πάλι στη ρουλέτα]

Ronald Vandelaar: The Savage Heart (1977)

Η αλήθεια πάντοτε μοιάζει διαφορετική
Χωρίς τις συνηθισμένες παρωπίδες
Που φορούν πολύξεροι αναγνώστες και κονδυλοφόροι
Και ίσως να ένιωθαν την ανάγκη να ξεράσουν
Χωρίς να πιουν ούτε σταγόνα
Στο άκουσμα τού Χανκ
(Που είχε όμως το σθένος
Να φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο
Τα κότσια να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους)•
Εντωμεταξύ “μια γάτα περπατάει για πάντα
Μες στο μυαλό μου” όπως
Πάνω στα πλήκτρα τού πιάνου
Φαντάζομαι τα δάχτυλά σου
Και μόνο τότε ακούγεται
Μουσική από τα ανθισμένα
Τα μέρη τής Άνοιξης
Όπου οι άνθρωποι συντρέχουν
Μόλις θυμούνται τη νιότη
Ή πόσο έχουν γεράσει στις μεγάλες πολιτείες
Αλλά τα δάχτυλά σου
Ακόμη βουλιάζουν βαθιά μες στο μυαλό μου
Περπατώντας αγέρωχα σαν πέλματα γάτας
Γυρεύοντας όλες τις χαμένες σκέψεις
Αλλά προπάντων την κίνηση εκείνη
Που ίσως να διέγραφε τελείως τη μνήμη

[σα
μια
σφαίρα
από
τη
θαλάμη
ίσια
στον
κρόταφο]•

Εκεί όπου παλιά φωνήεντα χαράς
Πηγαίνουν τραγουδώντας
Ή νεκροί θυμωμένοι ξεφυλλίζοντας δέντρα
Στο κούφιο κεφάλι μου•έτσι νομίζω
Ότι κερδίζω τάχα
Μια μικρή διορία ακόμη
Μέσα στον κύκλο των γεγονότων•
Ότι δε θα με ξαναγελάσουν
Οι μεγάλες υποσχέσεις που επιστρέφουν
Σα μέρες στριμωγμένες η μια πάνω στην άλλη
Στο κορμί που υπήρξα
Το χαμένο στον τετελεσμένο χρόνο•