Δημήτρης Δούκαρης, Ακρωτήριον

Εμείς πού ξεκινήσαμε για τον άπληστο δρόμο
της Ανατολής,
πυρακτωμένη νεότητα
κι ας λένε μερικοί πώς ήτανε
για το χρυσάφι μόνο’
δεν έμαθαν τα βράχια και τα βάραθρα
και τους αλλόκοτους ορυμαγδούς
που ανάθρεψαν
το μόνιμο φρόνημα της νοσταλγίας—
εμείς πού ξεκινήσαμε για τον άπληστο δρόμο
της Ανατολής
κι ας ήταν τα καράβια μας φτηνά,
μονάχα ξύλα και πανιά,
μονάχα με τα χέρια μας·
να εύχεσθε νάναι μακρύς ό δρόμος
μας εδίδαξαν,
ενώ αυτοί δε θέλησαν ποτέ ν’ αξιωθούν
κάτι απ’ τον ολόδικό μας δρόμο.

*Από την ενότητα «Ακρωτήριον» που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Ποιήματα της καλής ελπίδος», Αθήνα 1963.

Ζωή Καραπατάκη, Το πιάνο

Marina K. Photography

Το σπιτικό μας φύτρωνε
σε βουρκωμένο κάμπο
και μοιρολόγια έπνιγε
στο χιόνι το σπαρμένο
Πολλές φορές μου φαίνονταν
μεσ’ το παχύ το χιόνι
πως έρχονταν ο κουρδιστής
με το βαρύ παλτό του
κόκκινο σαν την αστραπή
το πιάνο να κουρδίσει
Οι νότες του να σπάσουνε
της παγωνιάς τη λήθη
τις ρίζες να ξυπνήσουνε
να θυμηθούν τα φύλλα
και τους γλυκόπικρους χυμούς
μεσ’ τους κορμούς να σείσουν

Νίκος Ζωιόπουλος, Δύο ποιήματα

Θυμάμαι

Θυμάμαι
ότι πρέπει να σε θυμάμαι…
Εσένα
στους κήπους της Βαβυλώνας
στο γυαλί καφενέ της Πόλης
στης νιότης την πηγή να λούζεσαι
στα αραχνοΰφαντα παλάτια της Παλμύρας να γλεντάς
στο ασπράδι του πρωινού
να πέφτεις στα χαλιά τα αέρινα της Βαγδάτης
πίσω να σε φέρουν
στης Αθήνας τα λημέρια…
Θυμάμαι
ότι πρέπει να θυμάμαι
κατά νου να σ’ έχω.

***

νεκρός 2

Νεκρός μέσα στο φύσημα των σαπισμένων φύλλων

Νεκρός… Είναι ανάσταση ή απολύτρωση;
Να καταλαβαίνεις και να μη σε καταλαβαίνουν
Να ζεις εκεί που οι άλλοι δεν μπορούν να ζήσουν
Να νιώθεις το θρόισμα των νοτισμένων αγριόχορτων
Να τους αισθάνεσαι, κι αυτοί να μην μπορούν να σ’ αγγίξουν

Νεκρός στο αναμμένο κάρβουνο
Νεκρός, κρύα λάμψη του ντουφεκιού!
Στο σκοτάδι, άσπρος σα μαντίλι!
Στο χαμένο παρελθόν, νεκρός!
Στο άνοιγμα του στήθους, το νερό να καίει δόξα κι ασήμι.
Στο άφεμα, ανάσα δίπλοκη
Να γίνεσαι ένα με τη ζωή και πάλι ανάσα και τραγούδι
Με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος,
ένα να γίνεσαι.

Νεκρός, το τέλος μιας αρχής
Στην κοιλάδα των θεών, δίπλα στον Αμενόφι
Ένα κομμάτι της αιωνιότητας ή αποδήμηση;

*Από τη συλλογή «αέρας μεταλλικός», Εκδόσεις t-short, Αθήνα 2013.
**Το σχέδιο της ανάρτησης έχει φιλοτεχνήσει η Ηώ Αγγελή.

Π.O., Lebanese Poetry

Ο Π.Ο.

He came over (to the
counter), ordered a coffee, and asked me
if I was Lebanese (cos he
was) – I said “No” / Greek.
He asked me,
what I was reading and I said “Poetry”.
I asked him,
did he like it, and he said he did.
I asked him,
if he knew a poet called Nazim Hikmet
and he said:
“When did he live?”
I said,
at the turn of the century (in
Turkey) – he spent a lot of time in prison
layed down
a few steps
…but
the bloke, couldn’t say he had
so I asked him
if there were any good poets in Lebanon
and he said “Omar Khayyam”.
I asked him, if the papers (in
Australia) published any poems
and he said, they did
but their meaning (their
meaning) he said, was too BIG (too too
big) and a lot of it
got lost in translation. He said, the poets (in
Lebanon) were very clever; They’d
show-Up at the market, and start
reciting their poems.
One of the poets (for
example) would start reciting a poem
about the NIGHT (say)
i.e. How beautiful it was, with the moon
and all the people walking up’n’down
the esplanade, and so on
while the other (poet)
would take an opposite view: A poem about
the DAYLIGHT (say): The kids (out on
the streets) playing in the gutter
and so on; And this, he said
would go on back’n’forth back’n’forth (all
night) until one of ’em
ran out of things to say (sticking closely
to his chosen subject).
I asked him, if he could
remember one, and he said he could.
He said, he could
remember one about “Horses + shoes”!
One of the poets, he said
started waxing-lyrical, about how the RICH
walk around on plush carpets
and about how the POOR
have to make do with the hole in their shoe
and the audience (and the
audience!) he said, gave him
a tremendous ovation, when he finished
cos they liked him.
Then it was
the other bloke’s turn, he said
and he began reciting a poem about
hundreds of Horsemen
racing towards a red-ribbon on the ground.
He said, all
the Horsemen were lined-Up (behind
the starting line), and when the GUN went-off
the horses-hooves hit the ground
so,ooo,ooo hard
that the whole sky became filled with
horseshoes.

1 July 1998

Ε. Μύρων, επτά ολιγόστιχα ποιήματα

1
σιχτιρίζει τον καπιταλισμό
χαϊδεύοντας το Πορτοφόλι

2
μεγάλο Τάκλιν η ελλάδα

3
αγαπάω
τι συνέβη σ’ αυτό το ρήμα
και Πουτανίζει
ανερυθρίαστα;

4
καρούμπαλο στο κούτελο της νοικοκυροσύνης
η ποίηση
Παρανοιούχο βέλος

5
τσούζει το χειροκρότημα
πάνω στα πληγώματα

6
η κόλαση
πάσχει από κακό marketing
αγαπητέ

7
δεν κόλλησα σε κανένα
ποιητικό συνάχι
ορίστε ένα κακέμφατο ευτύχημα

Θανάσης Παπαδημητρίου, Μ. Μεσάλεμ

Στους Γιαννιώτες Μουσουλμάνους.

«Πόσες πόλεις χτίστηκαν κι ύστερα χάθηκαν μαζί με τους κατοίκους των»
Κατακλείδα επιγραφής στα Γιάννινα.

Στο μεντρεσέ το φως που μπαίνει
Από τον ανατολικό φεγγίτη
Κάθε εικοσιεπτά χρόνια πέφτει
Στο ασημουργημένο Κοράνι

Φτιαγμένο από κάλφα κι όχι μάστορα
Πάντως απ’των Γιαννίνων το εσνάφι
Στα χρόνια του Αλήπασια
Και πριν παρθεί το Σούλι

Μήπως θυμάσαι ακόμη τη βουή
Απ’ των χαλκοματάδων τα σφυριά
Κι απ’ των ταμπάκων τ’ αργαστήρια

Μήπως θυμάσαι τρομερή την πυρκαγιά
Και τον αχό των κανονιών
Όταν μας χάλασε ο Αφέντης το Βαρόσι

Ο γιος του Αχμέντ Εμίν
Στέκεται στην εχέμυθη επικράτειά του
Σκαλίζοντας άλλης μιας νύχτας
Την αδυσώπητη αυγή

Έχει στο βλέμμα μια ιλαρότητα
Που δεν αρμόζει σ’ άνθρωπο
Με την δική του φήμη

Ηταν ο Μ. Μεσάλεμ, λόγιος
Επιγραφέας στα Γιάννινα
Στα μηλίγγια του άσπρο
Κι ακόμη υπέγραφε
Ως γιος του Αχμέντ Εμίν

Λήθη τον πρόκανε στην Αβέρωφ.

Μεσάνυχτα κάθετα στη γωνιά του μεντρεσέ
Φεγγάρι στάζει αίμα στο Κοράνι
Απόψε που κατέβηκε ο Αλλάχ του
Τι βλασφήμια –
Απόψε παίρνουν το κεφάλι του Αλή.

Αιγάλεω – Κόνιτσα, Φθινόπωρο 2019

Πόπη Αρωνιάδα, Ουλές / Scars

«Εισελθέτωσαν ύδατα έως ψυχής μου.
Στη γλώσσα μου
μετενσαρκώθηκα
μακριά, φιδίσια
γλίστρησα γλυκά
ανάμεσα στις ρίζες
ακουμπώντας άθελα
φρέσκια ουλή
από βγαλμένο δόντι
πλημμυρίζοντας αλμύρα
ματωμένης απώλειας.
Εισχώρησα αργά μέσα μου,
η καρδιά παιχνιδιάρα
γουργούρισμα αγριοπερίστερου
μπροστά σε σπόρους,
παίζω μαζί της
σαν μωρό σκυλί
που ικανοποιείται απ’ την επανάληψη.
Γλείφω περιμετρικά
το σημείο εκκίνησης,
τη σκοτεινή μήτρα
άπραγη πια, πέτρινη,
άχρηστος παλιός ασκός.
Έρπω γλιστρώντας
στην κομμένη ανάσα
πέφτω στο κενό
της έλλειψης μισού πνεύμονα,
τον ρούφηξε δράκος
απ’ άνοιγμα είκοσι δύο εκατοστών
στην πλάτη, ανάμεσα στα πλευρά.
Στέγνωσα απ’ την περιπλάνηση.
Ως τίμια γλώσσα
βούτηξα να λιπανθώ
στα ύδατα της ψυχής μου.

“Lei water reach my soul”
In my tongue
I was transubstantiated
long, snake-like
I sweetly slipped
in-between the roots
touching unwillingly
the fresh scar
from a lost tooth
flooded with the saltness
of a bleeding loss
I slowly entered my inside
a playful heart
always with a wild pigeon’s gurgle
when facing seeds,
I play with it
like a baby dog
that is satisfied
with repetition.
I lick all around
the starting point
the dark vagina
inactive by now, a stone
a useless old sac.
I crawl slipping
over a breath taken away
I fall into the void
of half a lung missing
sucked in by the dragon
from an opening of twenty two centimeters
of my the back, in between two ribs.
I dried up from wandering around
as an honest tongue
and dipped in to be fertilized
by the water of my soul.

*Από τη συλλογή “Ουλές / Scars”, δίγλωσση έκδοση, Το ΡΟΔΑΚΙό, Οκτώβρη 2016.

**Αγγλική μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Νεκτάριος Μπέσης, Ένας θλιμμένος νότιος άνεμος

Ένα κρύο έρχεται και σκεπάζει τα πάντα,
ένας ταξιδιώτης από την βόρεια πλευρά.
Όλοι τον κοιτάζουν,
εγκλωβισμένοι στις σκέψεις τους,
σαν πουλιά που σκεπάζουν το κεφάλι τους,
σαν μικρά κουλουριασμένα γάντια.
Εγώ δίνω διαταγές στον εαυτό μου,
κάνε αυτό,
κάνε εκείνο,
τον συμβουλεύω να γίνει καλύτερος.
Μια καταιγίδα που έρχεται από την γκρίζα δύση
και καταστρέφει όλες τις δυνατότητες.
Μικρά ζεστά ερείπια χωρίς σκιά,
από την ανατολή.
Ένα φως που συνεχώς επιστρέφει
και καίγεται αργά αργά,
μέσα σε έναν θλιμμένο,
νότιο άνεμο.

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα για τις φωτιές

Ζώνη διακεκαυμένη
 
 
Αν είν’ καλύτερη η χρονιά
μην ρωτάς …
ανοικτά περιμένουν τη βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η λάβρα βάφει αλύπητα φέτος
ούτε η θάλασσα
δεν σβήνει τον πυρετό του αέρα
ένα θηρίο φυσάει τα σωθικά του
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα φέρνει μήνυμα
από τα χείλη του αστεριού
οι μαργαρίτες έχουν
πάψει να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα βρέξει δεν θα βρέξει
ρωτούν
οι αγάπες έχουν πάψει
να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα μείνει δεν θα μείνει
ρωτούν
η μανία του υδράργυρου
πιο μεγάλη από του έρωτα
ζώνη διακεκαυμένη
καμένη που δροσίζει
η υπομονή δεμένη
κι αψίζει, στεγνώνει
πασκίζει

***

Σε δισύλλαβες λέξεις χωρέσαμε

Την εποχή που ο αγέρας
ορθώνεται ζεστότερος
και οι αξίες με του
φθινόπωρου τις έννοιες ταυτίζονται
φωνάζαμε στα δάση
τα σύνορά τους να κρατούν περήφανα
ενώ το χάναμε εμείς
το μισό το κορμί μας.
στην αυτοτέλεια του ονείρου
στην τάφρο του καθήκοντος
αμίλητοι μείναμε
θαρρείς νεκροί

***

Η φλόγα
 
Ζει στο πάθος της
αντανακλά στο φως της
πολεμάται
από τα ίδια τα τομίδια
που γράφτηκαν για να την υμνήσουν
όλα καλά αν το μήνυμα
ταξιδεύει να βρει τη βροχή
ο σίφουνας έχει ένα χαρακτήρα
που ξοδεύεται στον ίσκιο
της ψυχής της

Fernando Pessoa, Ποιήματα

Ο αέρας φυσάει δυνατά
Να ησυχάσω δεν μπορώ
Νιώθω μέσα μου κάτι
Στο τέλος του να φτάνει.

Ίσως αυτό που είναι στην ψυχή μου
Νομίζει τη ζωή αληθινή…
Ίσως αυτό που την ψυχή μου ηρεμεί
Που την κάνει να αισθάνεται…

Φυσάει αέρας δυνατός.
Φοβάμαι να σκεψτώ.
Αν αφήσω ελεύθερη τη σκέψη μου,
Το μυστήριό μου θα ανυψωθεί.

Αέρα που περνάς και λησμονείς,
Στάχτη που σηκώνεσαι και πέφτεις…
Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που μέσα μου
Δεν ξέρω τι συμβαίνει!

5-11-1914

***

Μακριά, στο φεγγαρόφωτο,
Στο ποτάμι, μια βάρκα
Γαλήνια περνά.
Αυτό τι φανερώνει;

Δεν ξέρω, μα εγώ απομακρύνομαι
Από τον εαυτό μου,
Και ονειρεύομαι
Κάτι που δεν μπορώ να δω.

Ποια αγωνία με καταβροχθίζει;
Ποιος έρωτας κανέναν μας δεν εξηγεί;
Η βάρκα περνά
Κι η νύχτα μένει.