Nelly Sachs, Όταν η αναπνοή

Όταν η αναπνοή
φτάσει στην καλύβα της νύχτας
και βγει έξω
να ψάξει την αέρινή της ουράνια κατοικία

και το σώμα
ματωμένος αμπελώνας
γεμίσει τʼ αγγεία της σιωπής,
τα μάτια περάσουν
μες στο φως που βλέπει

όταν καθένας μες στο μυστικό του
χαθεί
και καθετί γίνει διπλή φορά-
κι η Γέννηση, τραγουδώντας, ανέβει
όλες τις κλίμακες του Ιακώβ στʼ όργανο του Θανάτου

τότε
μια όμορφη αστραπή ανάβει
το Χρόνο-

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2019/08/blog-post_2.html

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

IV

υπαρκτή Κεφαλλονιά

Τό κέρδος λυσσάει τόν Αύγουστο
τρώει τίς θάλασσες τά όρη
τρέφει φουσκώνει τά παιδιά
σπέρνει καρκίνους πολυκατοικίες

τό κέρδος φουντώνει τόν Αύγουστο
μαραίνει άφανίζει λέξεις καί πουλιά
τό κέρδος αλωνίζει καί θερίζει
μιλάει κεφαλλονίτικα γελάει αμερικάνικα
— βούτυρο καί τσιμέντο
πέτρινε
πέτρινε Μαρίνο
πού τρέχει τώρα ό λογισμός σου;
βούτυρο καί τσιμέντο οί κομμούνες σου

καράβι στά χάη
φεγγάρι γραμμένο
φεγγάρι σβησμένο
φιλί στό ποτέ

μαδημένη πατρίδα
τριαντάφυλλο
στά χοντροδάχτυλα τού κέρδους

έτσι πάει τό έθνος.

V

γιά μιά πεθαμένη τραγουδίστρια της δεκαετίας τού ’60

Ξυπνείστε πιά άπό τούτη τη ζωή
καί ξαναμπείτε στά όνειρά σας!

—έλα φωνή απ’ τή νύχτα μας
μέσα στήν άγρια μέρα
έλα καί πές τά χρόνια μας
μέ ρούμπα καί μέ σάμπα!

Φύγαν τά χρόνια

φύγανε

μέ τά πουλιά
μέ τά πανιά
μέ αγέρα καί μέ κύματα

Φύγαν τά χρόνια
κι έρχονται
οί σκέψεις
Έρπετά

Μάς μένουνε τά κόκκαλα
γιά νά στηρίζουν τώρα
αύτή τή μουσική
στήν ερημιά των πόλεων

Έλα φωνή
άπό παλιές θαμπές βροχές
κι άπό λιακάδες
έλα φωνή άπό θάλασσες πού σβήσαν
στά ύγρά καί μεθυσμένα πεζοδρόμια
έλα φωνή στά υπόγεια ούράνια του έρωτα
πρίν μάθει ακόμα ξένες γλώσσες
πρίν άνατιναχτεϊ στό φως
αγώνων πού δέν γνώρισαν σημαίες

Έλα φωνή άνάκουστη
θαμμένη μέ όλα της τ’ αηδόνια
καί όλα της τά νερά
έλα υπόγεια ρεματιά
έλα μικρό μικρό Χαλάντρι

έλα φωνή
έλα φωνή
μέ ρούμπα καί μέ σάμπα!

*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2002.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Λευκές σελίδες

Λευκές σελίδες, απειλητικές
Επιλογή και δμιουργία –
Ποίημα
Λέξεις μαχητικές
Αγώνας επικράτησης
Πολεμικός χρός δημιουργίας.
Ικανοποίηση, απογοήτευση
εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα
Όπλο το χέρι
του μυαλού η προέκταση –
Οι λέξεις σε παράταξη
Μιλούν

***

Πεμπτουσία

Σε συναντώ –
Πεμπτουσία ζωής
μέσα στη σκέψη.
Σε δημιουργώ –
Τρυφερής αγάπης όνειρο
Φιλί πόθου.
Σε περιμένω –
Στης ομίχλης τα σύννεφα.
Σε αγγίζω –
Χάδι καρδιάς.
Σου υπόσχομαι
Ανάσα ζωής
Βάπτισμα έρωτα
Μυσταγωγία τελείωσης.

*Από τη συλλογή “Μεσουσίωση Χρόνος Προσέγγισης Χώρος Απομάκρυνσης”, 2018.

Georg Trakl, Η μελαγχολία

Πόση βία κρύβεται μέσα σου, σκοτεινό στόμα
Σύννεφα φθινοπωρινά
σου ’δωσαν σχήμα,
Χρυσή βραδινή σιωπή·
Ορεινός χείμαρρος σε πρασινωπό σύθαμπο
Στη σκιά
Ρημαγμένων πεύκων-
Ένα χωριό,
Που ευλαβικά πεθαίνει μέσα σε καστανές εικόνες.

Εκεί καλπάζουν μαύρα άλογα
Σε λιβάδια ομίχλης.
Εσείς στρατιώτες!
Από το λόφο, που ο ήλιος πέφτει βασιλεύοντας
Γελώντας ξεχύνεται το αίμα –
Κάτω από βελανιδιές
Χωρίς φωνή! Ω γεμάτη πάταγο μελαγχολία
Του στρατού- ένα λαμπερό κράνος

Έπεσε με θόρυβο από πορφυρό μέτωπο.
Ψυχρή η φθινοπωρινή νύχτα που πλησιάζει,
Με άστρα που λάμπουν
Πάνω από τα τσακισμένα κόκκαλα των ανδρών
Η Μοναχή μες στη σιωπή.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Οκτώβρης 2011. Μςτάφραση: Νίκος Ερηνάκης.

Σπύρος Μεϊμάρης, Η υπόσχεση

Μες στο γκρίζο σύννεφο βρήκα την αγάπη μου.
Μες στα κατακάθια του καφέ βρήκα την ψυχή μου.
Έφυγα επιτέλους ιπτάμενος μέσα από σύννεφα σκόνης,
ν’ ανέλθω ψηλά, πολύ ψηλά στο γαλάζιο.
Ήρεμος καπνίζω το τσιγάρο μου,
ο πονοκέφαλος μ’ εγκατέλειψε για λίγο.
Τα βιβλία απομακρύνθηκαν από κοντά μου
και οι θόρυβοι των τροχοφόρων
θώπευσαν τ’ αυτιά μου.
Το ποίημα αυτό, αν μη τι άλλο,
εκφράζει την ψυχική μου κατάσταση,
τους ρυθμούς της, ετούτο το ασαφές
πρωινό στην πόλη—
όσο πάει και χώνομαι πιο πολύ μέσα μου—
στο ψυχικό μου πετσί-ακριβοθώρητος κι εγώ
και πονεμένος βαθιά από πολλά πράγματα.
Το φως όμως ήρθε από μακριά να μπει
στο μάτι μου, τώρα που χάθηκε η ανθρωπιά
και η καρδιά μας και ο χρόνος ο αδυσώπητος,
δυνάστης και καταστροφέας
διαλύει κάθε στιγμή για να φτιάξει μιαν άλλη.
Ποιος άνεμος έρχεται να με πάρει;
Η ηδονή της στιγμής φτάνει ως εμέ,
– με τυλίγει, με απορροφά.
Χάνω το περίγραμμά μου.
Θα φύγω όπως σας το ’χα πει,
μες στο φωτεινό πρωινό, αφήνοντας πίσω μου
τις μολυσματικές εφημερίδες
και τα βιβλία-συντρόφους,
που μου ’κλεψαν τόσες ώρες ζωής.
Οι ώρες θα περνούν αθώρητες
κι εγώ θα πλανιέμαι σαν υδρατμός
εδώ κι εκεί χωρίς άγκυρα, χωρίς ανάμνηση.
Εγκαταλείπω τα δεσμά μου,
τα γέλια και τα κλάματα,
τις όμορφες στιγμές κι εκείνες
της απόγνωσης της θανατερής.
Λεύτερος πάνω απ’ τα δέντρα,
χωρίς φύλο, εξομοιωμένος με το σύμπαν,
γυμνός κι αθώος, έχοντας τερματίσει τον αγώνα
μες στο πεδίο της βαρύτητας.
Θα τα ξαναπούμε εκεί όπου οι πέτρες
είναι μαλακές σαν μαξιλάρια,
εκεί όπου η πνοή του αέρα
είναι και δική μου πνοή.
Υπόσχεση κρατώ και υπόσχεση δίνω
ότι θα σε δω αγαπημένη
στην άκρη του ορίζοντα
που ονειρευτήκαμε μικροί,
εκεί που ο φόβος δεν έσκιαζε τις καρδιές μας
και το πνεύμα μας αιωρείτο στο στερέωμα.

*Από τη συλλογή «γραφτά», Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1998.

Αντώνης Γιανακός, Οι γόβες του Manolo Blahnki

Τι τάχα να γυρεύω σε τούτη τη ζωή;
Τα πιο σπουδαία πράγματα άλλοι τα ’χουν κάνει
Η ιστορία δεν στάθηκε γενναιόδωρη σ’ εμάς
Μονάχοι πορευόμαστε στην αγωνία του αύριο
Χωρίς καμιά μεγάλη έκρηξη
Μια αλλαγή να μας ταράξει.

Κάποιος όμως θα έλεγε:
«Τι ευτυχείς που είστε!
Μεγαλωμένοι στην ευδαιμονία
Με την αγωνία σας να εξαντλείται
Να μοιάσετε τα μοντέλα των εξωφύλλων».

Κι όταν πια δεν τα καταφέρνεις
Αρχίζει η κατάθλιψη
Τα φάρμακα και η παραίτηση.

Τουλάχιστον οι προηγούμενοι
-όσοι γλύτωσαν-
Έπαθαν κατάθλιψη στα ερείπια του Τείχους
Στην απεραντοσύνη της Τασκένδης
Στα μολυβένια χρόνια του ’70
Κι όχι μπροστά στις γόβες του Manolo Blahnki
Που δεν μπορούν να αγοράσουν.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2010.

Παναγιώτης Κ., Μπανάλ

Η ζωή δεν είναι
οι ταινίες που είδες
και ήθελες να τους μοιάσεις
δεν είναι οι μόδες που ακολούθησες.
Η ζωή σε παραφυλάει
με το δίκανο του θανάτου
κι ένα χαμόγελο στα σοκάκια
που έπαιζες κρυφτό και κυνηγητό
όταν ήσουν παιδί.
Στάσου αντάξια απέναντί της.

*Από τη συλλογή, “άλγος”, Μυτιλήνη, 2020.

Olivier Simonneaux, Η λήψη αίματος

Δε χάνω τη μνήμη. Χάνω το νόημα
της πραγματικότητας. Όλα τα φώτα
στο διαμέρισμα είναι αναμμένα. Βηματίζω στο
δωμάτιο από τη μια άκρη στην άλλη. Παράθυρο,
λευκός τοίχος, λευκός τοίχος, παράθυρο.

Η μαύρη γάτα στα πόδια μου πιστεύει σε
ένα καινούργιο παιχνίδι, γρατσουνά τους αστραγάλους μου,
δε γλύφει το αίμα, και με αφήνει.

Βημάτιζα όλη νύχτα για να ξεχάσω τη νύχτα
Δίπλα στα ηρεμιστικά που δεν πήρα, ακουμπισμένο
στο πάτωμα το ποτήρι μου γεμάτο με αλκοόλ που δεν ήπια.

Ο παγωμένος τοίχος ακούει τη φωνή μου και τα
νευρικά γέλια μου, δέχεται στις αβύσσους του
τη ζαρωμένη και γυμνή πλάτη μου.

Πίσω από το τζάμι το θαμπωμένο από δάκρυα, ένα
ξανθό παιδί ανάμεσα σε σκυλιά.
Αλλού από την αγκαλιά μου, το τμηματικό
τοπίο αποσπώμενο από το κενό.
Τώρα στο χώρο που βρίσκομαι υπάρχει
ήλιος και σιωπή και μια λογική. Σκέφτομαι
την υγρότητα του στόματός σου.

Έξω η υπαρξιακή οδός με τα απορρίματά της,
τα τραύματά της, το κυνοτροφείο και το χάος της.
Χαμόγελα εμφανώς ψεύτικα σε χείλη ξεροσκασμένα.

Τρυπώνω στο βρώμικο και πυώδες μετρό
αφού πριν έδωσα το αίμα μου για να κάνω
τις εξετάσεις του AIDS.
Η νοσοκόμα πάλεψε ώρα για να
βρει τις φλέβες μου, κατόπιν άφησε τη βελόνα της
να γλιστρήσει κάτω από την επιδερμίδα του δέρματος.
Το μικρό αιμάτωμα μεγάλωσε και με πονά
εκεί που διπλώνει το μπράτσο. Πιέζω δυνατά
στο μικρό κομμάτι του μωβ βαμβακιού και στην
άκρη του αυτοκόλλητου επιδέσμου.

Μου είπαν να περιμένω τρεις μέρες.
Τρεις ημέρες…
Δεν περιμένω παρά εσένα.

Εσένα μέσα στο λευκό αεροσκάφος σου
στις πύλες της Αθήνας. Αθήνα, πόλη το ίδιο πυώδης
με το παρισινό μετρό.

Τρεις ημέρες…
Τρεις ημέρες να περιμένω τα αποτελέσματα
της αιματολογικής μου ανάλυσης.
Τρεις ημέρες που μισώ αυτή την πόλη.

Τρεις ημέρες να διαβάζω ιατρικά βιβλία
για να πειστώ καλύτερα ότι έχω προσβληθεί
από τον ιό του AIDS.
Τρεις ημέρες που δεν έγραψα ούτε μία γραμμή.
Τρεις ημέρες εντατικής άσκησης μέχρις
έσχατης φυσικής και ψυχικής εξάντλησης του σώματός μου.
Τρεις ημέρες να μετανιώνω που έβαλα το αίμα μου
σε μικροβιολογικό σωληνίσκο.
Τρεις ημέρες δυσκοιλιότητας και διάρροιας.
Τρεις ημέρες ανικανότητας και εκσπερμάτωσης.
Τρεις ημέρες βαθύ ύπνου και αϋπνίας.
Τρεις ημέρες να ψηλαφίζω το λαιμό και τις μασχάλες
ψάχνοντας για γάγγλια.

Τρεις ημέρες να κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη
για να δω ένα ενδεχόμενο σπυρί ή ένα ενδεχόμενο στίγμα.
Τρεις ημέρες που έχω πηχτό σάλιο στο στόμα.
Τρεις ημέρες να αποφεύγω κάθε περιττό λόγο.
Τρεις ημέρες να κοιτώ τους σιδερένιους δίσκους
κάτω από τα γκρίζα T.G.V.
Τρεις ημέρες περιπλάνησης σε διαφορετικά μέρη,
σε ένα διάδρομο, σε ένα δωμάτιο, σε ένα πάρκο,
στηλωμένος σε ένα τοίχο, κάτω από ένα δέντρο,
κάτω από μια βροχή που συνθλίβει, κάτω από ένα μολυβένιο ήλιο.
Τρεις ημέρες απομονωμένος μέσα στα φώτα καμιάς σύμπραξης,
καμιάς καθαρότητας.
Τρεις ημέρες σφηνωμένος σε φήμες, μπροστά από
ανθρώπους που υποφέρουν, που είναι ευτυχείς,
που περπατούν, που στρέφουν πίσω τους.
Τρεις ημέρες οξείας ευθραυστότητας, αστάθειας νευρικής,
αβεβαιότητας, απουσίας.
Τρεις ημέρες αναμονής για να μάθω αν το σώμα μου
θα σαπίσει σύντομα ή όχι.

Τρεις ημέρες που δεν ξυρίζομαι πια.
*Από τη συλλογή “Caracteres” (“Χαρακτήρες”). Μετάφραση: Νότα Ανδριανοπουλου. Τυπώθηκε από το και ως μέρος του περιοδικού “Άν Κάποτε…” τον Αύγουστο του 1997.

Χίβα Παναχί, Έρωτας του Σιταριού

Στη Ζάλκα* ή μάνα μου
Πρασίνισε, κοκκίνισε
Πονεμένη γεννήθηκα
Οί γυναίκες έβαλαν τά ροΰχα τους άλλιώς
Χλόμιασαν οί λαμπάδες

Απ’ την κρύα φωτιά του βλέμματός μου
Κάθε καλοκαίρι
Σοΰ μιλούσα γιά τό σιτάρι που θερίζεται
Μαυρίζουν στον κάμπο
Μαυρίζουν άπό μέσα τά τραγούδια της εποχής

“Αχ Θεέ
Έσύ ό πρώτος ποιητής
“Οταν γεννήθηκα τί έκανες;
Στά όνειρα τού παρελθόντος
Έκείνο τό ώραίο φεγγαρόφωτο
Κάποτε φιλοξενήθηκε στή Ζάλκα
Έκεί άμφισβήτησαν τήν παρθενικότητά μου
Θρήνησα
‘Όπως τό κλάμα ενός μωρού
“Εκατσα θλιμμένη
Ξημέρωσε

Στή Ζάλκα μέ οργισμένα μάτια
“Αλλαξε χρώμα ή γυναίκα
“Αχ Θεέ
Πότε θά μέ ανακαλύψει;

«Ό πρίγκιπας καβαλάρης τής θύμησής μου»
Μη βιάζεσαι περίμενέ με
Κάτω άπ’ τό παράθυρο ένός ποιήματος
Χλόμιασα δέ σου δίνω φιλιά

Ό Σεπτέμβριος ξεχειλίζει άπό χαρά και στάρι
Ξεχείλισα άπ’ τή σιωπή
Τά σιτάρια τραγουδάνε
‘Έναν ξεχασμένο άμανέ
Δέν υπάρχω
Ή θλίψη της γέννας δέν μάς έγκαταλείπει
Αυτός είναι ό καημός των θεών
“Αν ξεπεράσω
Τον γκρεμό τής άμφιβολίας
Τής άμφισβήτησης
Στήν άπέναντι όχθη τής καρδιάς μου
Θά άνθίζουν τά παντοτινά σιτάρια τής Ζάλκας

1.9.1997, Κουρδιστάν Ιράν

* Ζάλκα: ένα κτήμα στήν έξοχή. Έκεΐ πήγαινα μικρή.
**Από τη συλλογή “Τα Μυστικά του Χιονιού”, Εκδόσεις Μαΐστρος, Νοέμβρης 2008.

Ελληνοαυστραλοί καλλιτέχνες για τις φωτιές – Έρμα Βασιλείου, Ζώνη διακεκαυμένη – Με έναν ξαναδουλεμένο πίνακα του Νίκου Σουλάκη

Ζωγραφική: Νίκος Σουλάκης

Ζώνη διακεκαυμένη
 
Αν είν’ καλύτερη η χρονιά
μην ρωτάς …
ανοικτά περιμένουν τη βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η λάβρα βάφει αλύπητα φέτος
ούτε η θάλασσα
δεν σβήνει τον πυρετό του αέρα
ένα θηρίο φυσάει τα σωθικά του
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα φέρνει μήνυμα
από τα χείλη του αστεριού
οι μαργαρίτες έχουν
πάψει να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα βρέξει δεν θα βρέξει
ρωτούν
οι αγάπες έχουν πάψει
να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα μείνει δεν θα μείνει
ρωτούν
η μανία του υδράργυρου
πιο μεγάλη από του έρωτα
ζώνη διακεκαυμένη
καμένη που δροσίζει
η υπομονή δεμένη
κι αψίζει, στεγνώνει
πασκίζει