Δημήτρης Γλυφός, Rhesus D θετικό

Στον Δ. Γ.

Κι αν το κορμί σου έθαψαν,
τη σάρκα δε λυπούνται.
Γελούσαν από πάνω της
λερώνοντας τα νιάτα.

Αναιμικά φιλιά.
Ακρότητες.
Μαγεία μεταφρασμένη.

Ο ουρανός γέννησε αστερίες.
Κοκκίνισε.
Η ψύχρα
χρεώθηκε στο θάλαμο.
Η χλομάδα του φεγγαριού
εγκαταστάθηκε στο δέρμα.

Ξήλωσε τον ορό
που ορίζει τη ζωή σου.

Η φλέβα στέγνωσε.

*Από τη συλλογή “Παρεστιγμένος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤIΚόΝ, Ιούνιος 2015.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Τρία ποιήματα

ΠΤΕΡΥΓΑ ΑΛΦΑ ΤΑΥ

Η μνήμη περιθάλπει τον καιρό
Τον φροντίζει σαν μικραναθρεμμένο αδελφό
Τακτοποιεί τα περιθώρια του χθες και του προχθές,
του χθες πάνω στο σήμερα
Με ανοιχτή παλάμη γάλα στάζει
Προσμένει χρόνια ν’ ανανήψει
Ο μικρός κάθε μεσάνυχτα παρά
Τα φώτα τής αλλάζει
πολλά χθες μαζεμένα έχει
σβησμένα σούρουπα και άλλα
Σαν κάποτε την ακουμπά στο έλεος του χρόνου

‘Ετσι είναι – Άσωτος αυτός κι αχάριστος
Έτσι είναι μηδενός εξαιρουμένου οι καιροί
Σήμερα γράφεις για το χθες
Και πριν λασκάρει το χαμόγελο και σαραντίσεις
Σ’ έχουνε ήδη πάρει για φαντάρο.

***

ΕΣΙΕΝ ΣΤΗ ΣΕΝΤΡΑ

Απορώ με την ευαισθησία μερικών
Και τον υπέρμετρο ρομαντισμό των άλλων
Μ’ όλα αυτά τα μάι γκοντ και μάι λορντ
Με τα εξαίσια των Καναρίων νησιών τα καρτ ποστάλ
και τις σελήνες μες στα βάζα
Σε άλλα νέα λοιδορώ
Να ’χει η χάρη σου αξίωση
να μπλέκονται στα πόδια δορυφόροι.

Ξέρετε τι σημαίνει το φεγγάρι να ’ναι έκθετο στους πέντε δρόμους
Μάτι δεν κλείνει όλο το βράδυ.

***

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΕΝΘΟΥΝ ΟΙ ΚΗΠΟΙ

Πριν να τους κόψουν τη θηλή
Τσιτώνουν στο χαρτί όρθια κλαδιά τις ρώγες
Σε πέντε αράδες που άδειασαν πάνω σε καταδότες
Ξοδεύουν το υπόλοιπο του πνευμονιού τα αρμυρίκια όλα
Πλαγιάζουν κι ονειρεύονται

Ως εδώ, όσο χώμα χαράμισες φτάνει
Όσο λίπασμα πότισαν φτύσε
Να πάνε να πνιγούν οι κηπουροί
Που ούτε με το μπόλιασμα δεν μπόρεσαν
Τα δύο σώματα να κάνουν Ένα
Μαζί κι οι ξυλοκόποι
Που κύμα δεν σου κλάδεψαν ποτέ της προκοπής.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Ειρηναίος Μαράκης, Το τρένο από τα Τίρανα

Ένα τρένο μοναχό
με όλα κι όλα δυο βαγόνια
φεύγει απ’ το Κασάρ στα Τίρανα
για το Ελμπασάν
μελαγχολική περιοδία
απ’ τον καιρό τραυματισμένο
κι απ’ τους ανθρώπους ξεχασμένο
με παράθυρα σπασμένα
με όλα κι όλα δυο βαγόνια
κι ένα-δύο επιβάτες
ταξιδεύει και θυμάται
χρόνια δοξασμένα
πριν τα αυτοκίνητα,
που και που στη μεγάλη διαδρομή
σε σταθμούς που μοιάζουν στοιχειωμένοι
κάποιο γαϊδούρι μοναχό
που σκάβει για πατάτες
συντροφικό στέλνει χαιρετισμό
μ’ ένα γκάρισμα που μοιάζει μοιρολόι
για τα παιδιά που χάθηκαν
για μια χώρα που πεθαίνει
για όνειρα που πάγωσαν στο χρόνο.

28.2.2020

(Εμπνευσμένο από το γαλλικό ντοκυμαντέρ “Απίθανα ταξίδια με τρένο” με τον Φιλίπ Γκουγκλέ και την επίσκεψη του στην Αλβανία. Προβλήθηκε από την ΕΡΤ’3 στις 28/2/2020).

Γιώργος Σαραντάρης, Τρία ποιήματα

ΕΥΧΗ

Όλα απονήρευτα
να πούνε δίχως λάθος
από το θάνατο αρχινώντας
τη μοίρα μας
που την έγραψε ο Θεός
στο ανεύρετο βιβλίο του

Ν’ αφηγηθούνε
τη μεταθάνατο ζωή μας
όταν τα επίγεια δάκρυα θα στειρεύσουν
και πρόσωπα και πράματα
ουράνια θα πηγαίνουν
προς κάποιο τέλος και κάποιαν ευτυχία.

***

ΟΝΕΙΡΟ ΘΑΝΑΤΟΥ

Στερνά τραγούδια της ζωής
στέλνει ο αγέρας
από ένα αόρατο νησί
μέσα στην καταχνιά
βυθίζεται το βράδυ
και το ακρογιάλι
όπου απίθωσα το σώμα
κρυώνει…

***

ΟΙ ΦΙΛΗΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι φιλημένες αγάπες
θυμήθηκαν
στον ύπνο μου εγύρισαν
τα αχνά τους πρόσωπα
μου ‘θεσαν στα χέρια
κι αναπαυθήκανε
μαζί μου…

Λουκάς Αξελός, Τρία ποιήματα

Lost man

Η ΣΠΑΝΙΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Η επιβεβαιωμένη σπάνις των ονείρων
δημιουργεί προβλήματα
στους κατασκευαστές τους,
που αναζητούν τρόπους
χαμηλού ή μηδενικού κόστους.
Σε περίοδο που η αγορά των ονείρων
έχει φτάσει στα ύψη
τα προβλήματα αυτά είναι δυσεπίλυτα.
Φυσικά, υπάρχουν κάποιοι
με πλεονάζοντα έσοδα •
ως εκ τούτου,
η αγορά τους δεν προσκρούει
σε εμπόδια υλικής τάξεως.
Οι πλείστοι όμως
γυρίζουν με άδεια χέρια
και από αυτούς ελάχιστοι,
αδυνατώντας να κοιμηθούν,
χτυπάνε τις πόρτες των βιβλίων
που,
μακριά από κάθε λογική αγοραπωλησίας,
είναι τα μόνα πια
που μπορούν
και δανείζουν δωρεάν
τα όνειρα.

Ν. Μάκρη, Σεπτέμβριος 2017

***

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ

Η συμβολή των φυσικών φαινομένων
στην επιβεβαίωση
ότι τα θαύματα
είναι πανταχού παρόντα,
αποτελεί
μιαν απτή πραγματικότητα.
Όπως, ξαφνικά,
ένα μη αναμενόμενο
ρεύμα αέρος
ανασηκώνει
την οπάλινη φούστα της
αποκαλύπτοντας το θαύμα
και επιβεβαιώνοντας την πίστη μας
στην μεγάλη χρησιμότητα
των αερίων μαζών.

Αθήνα, Ιούνιος 2018

***

ΜΙΚΡΗ ΚΗΛΙΔΑ ΑΠΟ ΜΕΛΑΝΙ

Στεκόταν ώρες
στον βράχο
πασχίζοντας να συγκεντρώσει
τις σκέψεις του
που έσμιγαν
με τα ξεσπάσματα του ανέμου.

Μακριά πρόβαλε
ένα μαύρο σύννεφο •
μικρή κηλίδα από μελάνι
που σταθερά
απλωνόταν στο χαρτί.

Είχε αρχίσει να γράφει.

Αθήνα, Ιούλιος 2018

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Θέματα Λογοτεχνίας”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μέθη

Μεθυσμένη
έχω το άλλοθι
της πιο ευφυούς
απλότητας
κι είναι τόσο εύκολο
να στέκομαι μπροστά σου
γελώντας τον χρόνο
Καθισμένος
στο μπαρ των ξεχασμένων στίχων
που τελευταία γέμισε
ανέκδοτους παραλογισμούς
πίνεις τη μπίρα σου
ζεστή
Μια γυναίκα περνά
κάθε τόσο ανάμεσά μας
κάνοντας προσευχές και δεήσεις
στον διάβολο
Προσηλώνομαι
ενίοτε
στον καβάλο σου
στο φόντο του τσιγάρου
που καίει το κακό

Μα είναι μονόδρομος
η πτώση στη γύμνια
των παραισθήσεων
Είναι μονόδρομος
ο ενδιάμεσος του θανάτου
έρωτας

Ας είναι το
ξημέρωμα στα χέρια σου
με πονοκέφαλο και ασπιρίνη

Γιάννης Δάλλας, από τον “Ζωντανό χρόνο”

Mε γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα
Τρεκλίζοντας
σαν ρύγχος ονείρου
Ο ήλιος του μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος
Τού ’γλειφε την καρένα του
Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ένα βήμα κ’ είπε, να τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού
Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια
Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια
Οι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ η πειρατεία εν δράσει
Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών
Οι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι
Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους
Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα
Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ αμπελόφυτα
Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι
Να μάς σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας
Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος
Κ’ ύστερα γύρισε με στίγματα αγρίων
Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας
Παραπατώντας μες στη συντροφική παραζάλη
Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της
Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα
Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες
Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου
Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων
Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της

Το σκαρί τους είναι ήη σιγουριά που την ταξιδεύει
Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες
Παρά μ’ όση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα
Εκείνα καλπάζοντας κι αυτή σαν το μάτι φάρου
Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει
Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη
Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα
Και μοίραζε τα εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια
Με την ίδια εμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της
Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει
Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα
Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων
Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα
Κι ο ίδιος ερυθρόδερμος με τη γλώσσα του
Να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας
Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα
Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται
Μια αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του
Ένας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου

O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ αμπελόφυτα
Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ αετονύχι που γυάλισε
Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου
Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα
Του πιο ρέμπελου Σειληνού

0 ουρανός με τα φύκια του κ’ η γη αστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυό βουναλάκια
Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι
Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται
Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα
Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*Από τη συλλογή “Ο ζωντανός χρόνος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1985.

Katerina Anghelaki-Rooke, Two poems

MISSOLONGHI STREET

I lived and went to school.
October came, and the children like blue and white insects
Buzzed and wailed, their snot gleaming in the sunlight.
The letters seemed to stand alone at first,
Fine and white against the blackboard,
Each one enjoying freedom before words entrapped it.
I marvelled at them yet simultaneously grew bored,
Happier to gaze through the window into the air
Where whirling birds suggested other phrases.
On the road home from school
I’d observe the differences from yesterday,
At the cobbler’s, the florist’s, the sweet shop selling coloured transfers,
Plump-armed angels behind the dusty windowpane.
I always stopped outside the undertakers:
On the shutter a canary in a cage
And Socrates with macabre exactitude dusting coffins
Or resting on the threshold; two chairs,
One for his feet, two folds on his nape,
One deeper than the other,
And Yorgis covered in whitewash dropping in for coffee
From the builder’s yard next door.
Shiny purple cloth would often fill the hall,
Socrates busy and a woman crying.
Then my heart grew heavier than my bag
And off I’d run to the kiosk
To buy my favourite comic and forget black thoughts:
My house was waiting on the corner like a person,
The balcony with the white curtains of Mama’s room Seemed to wave.
Sometimes I felt the sweetness of security in my stomach,
Sometimes I sat for hours on the stairs,
Fed up with so much repetition, altogether hating life.
Oh, to escape, to be someone else, I thought,
To start again from the beginning with another name.

***

THE PIGLET

“You’ll go far if the little piglet
Doesn’t eat you on the way.”
My mother would often repeat the old French saying
And I kept its image ever in my head
As if it were really on my tail.
It grunted and ran behind me smacking its porky lips.
Its skin was a patchwork of my shortcomings
And on its back the largest patch,
My passion for you.
With its strange legs thick and aching
It trampled on my lost moments
As they sank into your eyes, divine and cursed.
Now and then life offered me a focus, some meaning,
And the stumpy quadruped would lose ground.
I’ve beaten you, I cried, and high above
Appeared my mother, floating by like a bird,
Like a little cloud.
But soon the pig would bite my heel again
And my consoling mother disappear
Together with her chair, her knitting.
Night fed only by remorse would take me,
Again the dappled porker was triumphant
And off we’d set, inseparable, along the downward road.

*From «From Purple Into Night», Shoestring Press 1997. Translated by Katerina Anghelaki-Rooke and Jackie Willcox.

Γρηγόρης Σακαλής, Κατάντια

Έρχεται κάποια στιγμή
που φτάνει η ώρα
του απολογισμού
μιας ολόκληρης ζωής
κι αν αυτός είναι θετικός
έχει καλώς
αν όλα γίνανε
σύμφωνα με τους αρχικούς στόχους
με τις ιδέες που είχες
όταν ήσουν νέος
νιώθεις μια ικανοποίηση
να σε κυριεύει
ένα συναίσθημα πληρότητας
μα αυτό δεν συμβαίνει συχνά
συνήθως τα πράγματα
δεν εξελίχθηκαν ομαλά
έγιναν ανόσιοι συμβιβασμοί
κι έγινες
αυτό που κατηγορούσες
ένα μικρό γρανάζι
στη μεγάλη μηχανή
κι από το στόμα σου
μιλάει κάποιος άλλος
αν δεν το καταλαβαίνεις
ζεις στην πλάνη
μα αν το συνειδητοποιείς
λυπάσαι τον εαυτό σου
γι΄ αυτό που κατάντησες
να γίνεις.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

ΘΑΛΑΣΟΠΟΥΛΙ

Θαλασσοπούλι,
βουτάς στη θάλασσα και ξαναβγαίνεις στον ήλιο.
Θαλασσοπούλι μοναχό, ιστόρησέ μου τα ταξίδια σου.
Συναντάς πλοία με ναυτικούς που έπλασε η σμίλη της αρμύρας;
Πρόσω ολοταχώς τα πλεούμενα
με τα κύματα να τα χορεύουν.
Θαλασσοπούλι μοναχό,
ανταμώνεις γοργόνες της απειλής και του έρωτα;
Μίλησέ μου για τα άλλα θαλασσοπούλια.
Τόπος συνάντησης τα απέραντα πελάγη.

***

ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

στον Πολύβιο

Χαράζει
ο αυγερινός αναλάμπει λίγο πριν χαθεί
φωνούλες πουλιών αναγγέλλουν την ημέρα
η γάτα περπατά στην αυλή.
Στο δωμάτιο εισχωρεί το φως από το παράθυρο
με την πρώτη δροσιά του Απρίλη
στο ραδιόφωνο ψαλμοί της Μεγάλης Πέμπτης
επί ξύλου κρεμάμενος Χριστός
νοσταλγίας κατάνυξη
ο καφές πικρός κατεβαίνει στα σωθικά μου.
Ανάβω τσιγάρο
ο καπνός διαλύεται σε κύκλους
αναπολώ τη νεότητα
και το όνειρο της ελευθερίας παραμένει ζωντανό.

***

ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Σαv τα πουλιά που κελαηδούν την άνοιξη
σαν τη μητέρα που θηλάζει το μωρό της
σαν τα μουρμουριστά νερά του ποταμού
να ποτίζουν εύφορα λιβάδια
σαν τον αγρότη που περιποιείται τη γη για να καρπίσει
σαν τους εφήβους με ορμή και όνειρο
με το πρώτο μας φιλί, αγαπημένη, μιλήσαμε στη ζωή.

*Από τη συλλογή «Το βρέφος», Εκδόσεις Opportuna. Πάτρα 2014.