Πάνε κι έρχονται οι αλωνίστρες με ράμφος αχόρταγο
με πύρωσαν τα κίτρινα κύματα κι η ζέστα της μηχανής
κάπου εδώ περπάτησα ή πέταξα μονόφτερο
πάνω στα καραγάτσια που απ’ τα κλαδιά τους κρέμονταν
αιώρες κι άσπρα ρούχα της Λαμπρής
Κάπου εδώ ανέβηκε ένα βράδυ ως τα χείλη το φεγγάρι
ανάπνευσαν τα κυπαρίσσια και στάθηκε στα πόδια η κληματαριά
όλη νύχτα μάζευα τα ξέφτια απ’ το φουστάνι της
τ’ αγκάθια τρύπησαν τις ρώγες
κι έρεε ο μούστος ως το πρωί
Λίγο πιο πάνω τ’ ασπροσέντονα σε διάταξη μνήμης
ένα καλάθι κόκκινα αυγά και κοιμητήρια
δίπλα δίπλα οι γειτόνισσες χώμα μαλακό
στρώνουν τη γλώσσα και δεν προφταίνουν
Καβάκι το καβάκι απομακρύνεται ο νους
από μακριά ανάβει η καλαμιά
τη νύχτα το ποτάμι δεν κοιμάται
στις βδέλλες και τους γυρίνους
διαβάζει τους καταραμένους στίχους
ψιθυριστά να μην ακούσει ο αγροφύλακας
***
Karabadak
Να απολογούμαι πιο συχνά στις άδειες φιάλες
και του προσκυνήματος τα συναφή
να βλέπω τη σκόνη να επικάθεται στα παλιά συνθήματα
και να διαμαρτύρομαι κοσμίως
να γίνω φαντάσματα του μέλλοντος χοντρά παπούτσια
χραπ χρουπ
πρώτη φορά όλος επιγράμματα
και πόρτες ασφαλείας για έναν υποψήφιο δραπέτη
Πόσα τετράδια ακόμα θα γεμίσουν δοξαστικά και άλλα τέτοια
μάκτρα υγείας μονωτικά κι αρχαιόσιτες προσωδίες
αγέλης που γονάτισε δήθεν ηρωικά εστεμμένη
μαχόμενη για συνιδιοκτησία άγραφης ιστορίας
για τους απάτριδες στρατιώτες
που πίνοντας το σύννεφο αυτομολούν
τυφλός προφήτης ο αυτήκοος Νέπως
των υπηκόων χειροκροτητών
και η Ρώμη να καίγεται χάριν μαλακών τη χρήσει
οπισθίων προτεταμένων εις ανάπαυσιν ισχίου
0 ελιγμός της λεγεώνας δεν έφτασε
ακούμπησα στη σκληρή γωνία του αμετακίνητου
σώθηκαν έτσι
κάτι φθινόπωρα και κάτι καλοκαίρια
*Από τη συλλογή «Εναέριες ρίζες», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2010.
Ο μαύρος αλέκτωρ
και το λειρί του να τρέμει
ο πρώτος σπασμός
της ερχόμενης μέρας
Ξημερώνει μέρα πολύκροτη
Τόσα και τόσα γεγονότα βουίζοντας
στις εισόδους και στις παρόδους της αγοράς
πολυτονική μουσική
για την ηδονή του κορμιού και του κέρδους
Τα πρωινά παραρτήματα πνέοντας
στη χοάνη της σαν ανεμοστρόβιλοι
ώς την οροφή παλλόμενα στόματα
χείλη και φιλιά φυσερά τ’ ουρανού
Και στο βάθος του τούνελ ο αργυρόηχος
ίλιγγος
Για δες ένα ζευγάρι εκεί πάνω, φώναξα
από το πολύ στροβίλισμα έγινε νόμισμα
ουράνια σφαίρα σε περιφορά δύο όψεων
κι όπου να ‘ναι θα σκάσει
κορώνα γράμματα κάτω στ’ οδόστρωμα
(«Τι κάλπικη υδρόγειος η αγάπη μας!)
Και τώρα η σειρά σας… Ανακλιθήτε
καθένας στην περιστροφική πολυθρόνα του
στον αναβατήρα σας σερ, και συ σύντροφε
ακρωτηριασμένε από την παγκόσμια ευτυχία
Όλοι επί ποδός… Προσδεθήτε εκτοξευτήτε
για το κυνήγι της σκύλας Επιτυχίας
Η σκύλα θεά! Θα μας λιανίσει έναν-έναν
μπήκε στην αγορά μυστικός υλοτόμος
σαν καρδιοσχίστης και σαν το σαράκι
σαν το σαράκι του Δέντρου της Γνώσεως
να σχίζεται η ρίζα
και τα πουλιά στα κλαδιά να σαρώνονται
Χιλιάδες δόυναι-λαβείν ανεμόδαρτα
Στο βάθος του τούνελ αλυσίδα από Τράπεζες
των Ημεδαπών των Εταίρων των Διεθνών Forum
απ’ όλα τα στόμια ο αργυρόηχος λόξυγγας
κι η κίτρινη σκόνη να κυκλοφορεί στα αιμοσφαίρια
ο κίτρινος ίλιγγος
Πριμοδοτήστε Ποντάρετε Υπογράψτε Περάστε τα
από χέρι σε χέρι στη σημαδεμένη θυρίδα
Κι από κάτω άλλοι κύκλοι… Ζυγοί των ζυγών
από την Τράπεζα Παροχών στην Τράπεζα Πίστεως
(«Για ποια ανάληψη μιλάς αδελφέ μου;»)
Οι γνωστές παροχές… Η πίστη τα οράματα
όλα στο σφυρί διαμαρτυρημένα
Από τον καρποσυλλέκτη Αδάμ ως τον Άνταμ
τι χάσμα!
αυτοδιαχείριση μερκαντιλισμός εκβιομηχάνιση
κι η συσσώρευση κεφαλαίου έλεγε ο Μαρξ
ανεξέλεγκτη σαν του μάγου
όχι του μάγου που ήξερε να μεταμορφώνεται
παίρνοντας τη μορφή του χρυσού του φιδιού
ή του νάνου
με τα κέρατα στα δυό σκέλια της φουρκισμένης
(guarda le piu violent passioni, τόνιζ’ ο Ποιητής)
αλλά του μάγου που παραφρόνησε κι όρμησε
εξουσιασμένος απ’ τη μαγεία του έρμαιος
των σκοτεινών δυνάμεων που ο ίδιος ξεσήκωσε
αναρχούμενος μες στην κυκλοθυμία της αγοράς
Τέτοια κι η συσσώρευση κεφαλαίου στις μέρες μας
− η συσσώρευση θλίψης, συμπλήρωσε ο Σιγισμούνδος
(Ο θείος Κάρολος ο δαιμόνιος Σιγισμούνδος)
Και τώρα σας μιλώ σαν από κυλιόμενη σκάλα
Τόσα οδοντωτά γεγονότα… Από πού να πιαστείς;
Η μεταμόρφωση αέναη… Κι η πόλη βραδιάζοντας
με κλειστές τις εξόδους ηχεί σαν κερματοδέκτης
όπου περνά ο καθένας κι αφήνει τη μέρα του
κι ύστερα βιάζεται να χωθεί μες στο σπίτι
κι εκεί οληνύχτα διασκεδάζει την πλήξη του
πυροβολώντας με το τηλεκοντρόλ την οθόνη
Οι πρώτες σκηνές τα γνωστά και τα τετριμμένα
νονοί της μαφίας πρωθυπουργοί και νυμφίδια
κι άλλα τέτοια – φτηνή χαρμολύπη
Έξω ένας γύπας αποτελειώνει τη μέρα
και μέσα άλλα γεγονότα-σφαγεία
Τα λόγια πολτός
σαν το αίμα που τρέχει
Η κίνηση της οδού Σοφοκλέους ραγδαία
οι τιμές άνω κάτω… Καιρός θυελλώδης
χιονίζει
από την οθόνη ώς τη μακρινή μου πατρίδα
Μετά τα μεσάνυχτα προβολή της ταινίας
ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ η γνωστή επανάληψη
(το αίμα δεν λιώνει λεκιάζει το χιόνι)
και το ματς μεταξύ δολαρίου και μάρκου
μετά τα μεσάνυχτα
Υψώνονται
Μπρούτζινοι
Οι λαοί ώς το γόνατο
Περνούν από δίπλα
Και κάτω
Ανεβαίνουν στα ρούχα
Σκαρφαλώνουν στ’ αφτιά τους
Ψιθυρίζουν αιτήματα
Κρύβονται στην παλάμη
Στις εντάσεις του πέτου
Κι από εκεί, καταφάσεις μαντεύοντας
Ατενίζουν τον κόσμο
***
ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ
Ένα χέρι προσγειώνει
Τη νόμιμη αφή του
Κάνει αίτηση να
Μείνει και
Να εργαστεί
Κι η σάρκα του
Απ’ τα λαθραία δάχτυλα
Έχει πληγεί
-ταπεινωτικά νυχτοκάματα
Τα πιο σκοτεινά σκαριά της-
Ρίχνει τα φώτα της, περιφρουρεί
Τα όριά της
***
Η ΟΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ
Δεν έχουν διάθεση
Καμιά για φιλίες, χειραψίες
Κι άλλες κοινωνικότητες
Εγκλωβισμένοι
Στα λαμπρά τους προσόντα
Δεν πιάνουν κουβέντα
Απροσχημάτιστα κρατούν
Αποστάσεις
Βλέμμα πέρα ή μπροστά
Απ’ ανάγκη
Να διαχωρίσουν τη μοίρα τους
*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.
Θα τρως καρπούζι
Ή θα πίνεις λεμονάδα
Δίπλα στο San Miniato
Αυτό το ζεστό λυκόφως
Θαμπίζοντας ο Άρνος με τη λευκή ξερή βοτσαλωτή του κοίτη
Κρασί μέλι λάδι
Γεμίζουν τον αέρα με τις μυστικές τους πάχνες
Και μια μαύρη αγγειοπλάστης
Γυρίζει γυρίζει γυρίζει
Τον τροχό της πλάθοντας ένα αγγείο
Με σχέδιο παρμένο απ’ τη δική σου σάρκα
Εραστές σιγοκλαίνε το σούρουπο
Χαθήκαμε με ακούς
Χαθήκαμε
Καθώς χτυπούν εκατό καμπάνες
Και μιλούν τα αστέρια.
*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.
Οι μηχανές με περίμεναν.
Με περίμεναν να γεννηθώ και να μεγαλώσω,
μέχρι τα τοτέμ του χαρακτήρα μου να λαξευτούν
και η βραδεία πυραμίδα των ημερών να
υψωθεί γύρω μου, να απογυμνωθώ και να ξεχαστώ-
με περίμεναν εκεί όπου θα ερχόμουν να ζήσω, ένα σημείο στη γη,
οι ολοκαίνουργιες μηχανές του εργοστασίου,
ο θόρυβος των θαυμαστών μηχανών του εργοστασίου με
περίμενε να γελάσω τόσες πολλές φορές,
να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω τόσες πολλές φορές,
να δω σαν παιδί όλους αυτούς που δεν ήθελα να μοιάσω,
και μέχρι η αυτοκτονία να με ποθήσει, καθώς τα χρόνια
κυλούσαν μέσα στον καθρέφτη μασκαρεύοντάς τον,
καθώς εγώ γερνούσα μέσα σε
μάτια που κι αυτά γερνούσαν,
καθώς πλήθη δούλευαν στις μηχανές που θα δούλευα εγώ,
δούλευαν, έπαυαν να ζουν και πέθαιναν-
εμένα περίμεναν υπομονετικά οι μηχανές όλον το
χρόνο του κόσμου σαν
ρέκβιεμ που περίμεναν τ’ αυτιά μου,
με περίμεναν
σα γυμνά περιοδικά που περίμεναν τα μάτια μου,
με περίμεναν
καθώς εγώ περίμενα για μηχανές ευαίσθητες σαν εμένα
πολλές ζώνες ώρας μακριά μου, άγνωστες σε μένα,
πρόσωπο, σάρκα, όλους τους τρόπους να πεις αντίο,
καθώς όλες μου οι δυνατότητες καταλήγουν να ασφυκτιούν, όπως
το ένα χέρι μπαίνει στο παιχνίδι πάνω στ’ άλλο μέχρι που
κάποιος να κερδίσει,
καθώς όλες μου οι ζωές πηδούν σε σωσίβιες λέμβους
ουρλιάζοντας «δεν έχεις το περιθώριο να σκοτώνεις το χρόνο
όσο ο χρόνος σε σκοτώνει!»
Προτού πω ότι μόνο τη θρησκεία που έχει πρώτη εντολή το
«ου δουλέψεις» θα μπορούσα να υμνήσω,
προτού πω ότι τα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι μόνο κάτω από
τη γη φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια,
προτού πω ότι θα προτιμούσα να πέθαινα παρά
να ιδρωκοπώ στη δουλειά των ζόμπι,
οι μηχανές περίμεναν.
Τώρα το εργοστάσιο φαντάζεται ότι είμαι εκεί,
το ρολόι συνεχίζει να με παρακολουθεί καθώς δουλεύει
για να δει πόσος χρόνος έχει απομείνει.
Πόσο άραγε πληρώνεται γι’ αυτό; Είναι τα φέρετρα τα
χρηματοκιβώτια, όπου κρατά τα μετρητά του;
Βλέπω τη σκιά μου να δουλεύει πάνω στη σκιά μιας μηχανής.
Όπου κοιτάζω, είμαι περικυκλωμένος από γιγάντιες μηχανές,
μηχανές που ανέπνεαν την ανάσα μου μέχρι να ξεθυμάνω
και ζητούσαν νέα παράθυρα από κρέας ν’ ανοιχτούν.
Κάθε χρόνο της ύπαρξής μου εκείνες δούλευαν, μέρα νύχτα,
κάθε φορά που έδινα ένα φιλί, κάθε φορά που μάθαινα μια
καινούργια λέξη ή τ’ όνομα ενός χρώματος ή πώς να συλλαβίζω,
νύχτα μέρα, χωρίς σταματημό, στο ίδιο πάντα μέρος δούλευαν,
δούλευαν, καθώς εγώ μάθαινα πώς να περπατώ, να μιλάω,
να διαβάζω, να μετρώ, να λέω την ώρα,
και κάθε φορά που εγώ έτρεχα μόνος μου
προσποιούμενος πως ήμουν ένας άγριος μαύρος επιβήτορας
αυτές δούλευαν, όσο εγώ δεν πίστευα ποτέ (το βλέμμα μου στα
σύννεφα) ότι το πτώμα μου θα χρειαζόταν να
θαφτεί πρόωρα στη σκλαβιά της συναλλαγής
για να μπορώ έτσι να συλλογιέμαι τις
τεμπέλικες διακοπές της φωτοσύνθεσης και της λιμνολογίας
και την απόσυρση σε μιας ταφόπλακας τις επιγραφές
μέσα σε πέπλα που καλύπτουν τη γη.
Δούλευαν, και ποτέ μου δεν τις άκουσα,
ποτέ δεν έκατσα να τις ακούσω να έρχονται ■
όλες τις στιγμές που πήγαινα στο σχολείο και πάλι πίσω,
όλες τις στιγμές που το έπαιζα άρρωστος για να μείνω σπίτι και
να περάσω καλά,
όλα τα καλοκαίρια των καλοκαιρινών μου διακοπών
ούτε μια φορά δεν σκέφτηκα ότι θα ζούσα για να θυσιάσω τη
φθίνουσα άνθιση της σάρκας μου
βάζοντας τις τελευταίες πινελιές πάνω στη σήψη της Αμερικής
για χρήματα που με κέρδισαν, ώστε να μπορώ στο μέλλον να
γράψω
γι’ αυτό που είμαι τώρα, γι’ αυτό που δεν είμαι πια,
μικραίνοντας τη ζωή του πλανήτη για κάποια σεντς το λεπτό,
ώστε να μπορώ να συνθέσω μια ζωή από ομορφιά και τη ζωή μου,
ώστε να μπορώ να πω ότι ακόμα πριν οι γονείς μου γνωριστούν
οι μηχανές έσκουζαν με τον ίδιο υστερικό θόρυβο,
για να μπορώ να πω ότι πάντα με περίμεναν
σε κάθε μπουκιά φαγητού που κατάπινα,
για να μπορώ να πω ότι πάντα με περίμεναν
κάθε φορά που χάρτινα μάτια από χάρτινη γύμνια
παρακολουθούσαν τα χέρια μου να
υποδύονται τελετουργικά τα όνειρά μου,
για να μπορώ να πω ότι κάθε δευτερόλεπτο τόσοι πολλοί
πεθαίνουν, τόσοι πολλοί γεννιούνται σαν απότομα χτυπήματα
των δαχτύλων, κρακ κρακ, κρακ και ζεις, κρακ και πεθαίνεις,
κρακ και ζεις και πεθαίνεις ξανά!
Κάθε μέρα της ζωής μου είναι η ζωή μου!
Έτσι, κουρδίζοντας το ρολόι μου πριν τη δουλειά με τους
γαλαξίες από τα δακτυλικά μου αποτυπώματα,
κάθε χτύπος της φλέβας μου ένα μπουντρούμι από στιγμές,
αναρωτιέμαι αν γι’ αυτό ήταν
το κρυφτούλι όλο τον καιρό που μικρός αλήτευα
και σκέφτομαι πώς κάθε μέρα βαδίζει γραμμή προς τον τάφο της
χωρίς το πτώμα αυτού που θα μπορούσα να έχω γίνει.
Κι όμως, ο δείκτης του ρολογιού κινείται τόσο αργά
που κανείς ποτέ δεν θα τον δει να κινείται.
Κάθε ένα από τα σπουδαία φγα που ποτέ δεν γράφτηκαν
-από κείνους που δουλεύουν στα εργοστάσια και δεν
μπορούν να γράφουν λέξεις-
δεν νοιάζονται και δεν περιμένουν να γραφούν,
όσα εκείνοι πούνε θα γίνουν όμορφες λέξεις.
Στο τέλος μια μέρας δουλειάς αυτός που
άφησε οκτώ ώρες το μυαλό του στο γραφείο του
από την αποστροφή του μετάλλου στο μέταλλο,
του θορύβου πάνω στο θόρυβο,
κάθεται κρατώντας το μολύβι του, σαν να έχει ήδη γράψει
τις σπουδαίες λέξεις των ονείρων του.
Τα πόδια του νιώθουν σαν γηροκομεία με ανάπηρους,
τ’ αυτιά του ένα κολαστήριο από γρύλους,
και λέει «νιώθω σαν τον τάφο κάποιου που αγάπησα».
*0 Antler (πραγματικό όνομα Brad Burdick) γεννήθηκε 1946 στην επαρχία του Γουισκόνσιν. Έχοντας κάνει ανώτερες σπουδές στην ανθρωπολογία και τη γλώσσα, έκανε διάφορες δουλειές προκειμένου να στηρίξει τον έρωτά του για την ποίηση και τη ζωή στην αμερικανική άγρια φύση. Έχει εκδώσει σημαντικό αριθμό βιβλίων, δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, και ποίησή του συμπεριλήφθηκε σε αρκετές ανθολογίες. Το βραβευμένο πια έργο του αντανακλά την επίδραση των Ουίτμαν και Γκίνσμπεργκ, καθώς και της αμερικανικής παράδοσης της οικολογίας, και η ποίησή του επιδεικνύει σεξουαλική και πνευματική δύναμη ενδεδυμένη με το θαύμα του φυσικού κόσμου.
**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.
Όταν μας συνάντησε στην πλατεία
καπνός ανέβηκε απ’ τα παπούτσια του αιωρήθηκε
στον αέρα σαν τραγούδι κρεμασμένο
βάδισε στο κεντημένο με χάντρες
έδαφος. Είπε ότι έφτασε μόνος
αν και ήξερε ότι περπάτησε δίπλα
στη νοσοκόμα απ’ το απώτερο διάστημα που έγινε ορατή μόνο
όταν άνοιξε το αχανή του σεντούκι τού
θησαυρού. Κουβαλούσε φωτιά μέσα του που έκαιγε
βαθιά και περιελισσόταν σφιχτά σαν γροθιά που χτυπά
την αυξανόμενη σιωπή αυτών των καιρών.
Τράβηξε τη γλώσσα του προς τα μέσα τεντώνοντας
τα όρια της αντοχής υπομένοντας το τραγούδι
καθώς ενδορρηγνυόταν με την καρδιά του.
Εδώ υπήρχε ένα
λιοντάρι που το τομάρι του ήταν φοδραρισμένο με φτερά
απ’ το πουλί του ήλιου μεγάλη γάτα συνηθισμένη να κρέμεται
από λάμπες στο πρώτο σπίτι όπου
ζούσε με την αδελφή του ιέρεια του χορού
και των μαγικών ζώων που λάμπουν μες στη νύχτα. *
*Η αδελφή του Λόρενς Βάισμπεργκ, ο οποίος στάθηκε σημείο έμπνευσης για το ποίημα λεγόταν Άλις Φάρλεϊ (Alice Farley) και ήταν εξαιρετική χορογράφος και χορεύτρια. Οι χοροί της συχνά περιλάμβαναν αναπαραστάσεις ζωόμορφων όντων, βλ. π.χ. Τον χορό της “If there were a moon” στο Youtube.
**Από το βιβλίο “Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, σε μετάφραση Χριστόνας Λιναρδάκη, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτιος 2019.
China Boy. Lazy Daddy. Cryin’ All Day.
Ονειρεύτηκε πωε έπαιζε τις νότες τόσο αργά που
αιωρούνταν πάνω από το πλήθος
και τρεμόφεγγαν σαν επιγραφή από νέον. Αλλά όχι,
το κλαμπ παρέμενε σκοτεινό, δίσκοι κροτάλιζαν στην κουζίνα,
οι θαμώνες έπιναν και συνέχιζαν να μιλάνε. Παρακολουθούσε
τον καπνό να ανέρχεται από μιας γυναίκας το τσιγάρο
και αργά να διαγράφει κύκλους ψηλά στο δωμάτιο
μέχρι που οι ανεμιστήρες στο ταβάνι τον σκόρπιζαν.
Ένα πρόσωπο, ενός νεαρού κοριτσιού το πρόσωπο, σήκωσε το βλέμμα προςαυτόν, το βλακώδες πρόσωπο της επαρχιακήες αθωότητας.
Της χαμογέλασε και αναρωτήθηκε ποια να ‘ταν.
Ξανακοίταξε κι αντίκρισε το πρόσωπό του.
Ξύπνησε τότε. Το κεφάλι του πονούσε απ’ το ποτό,
ο Τζίμμυ οδηγούσε. Ο Τραμ ακόμα κοιμόταν.
Πού βρίσκονταν τέλος πάντων; Κοντά στο Ντάβενπορτ;
Δεν υπήρχε απόσταση σ’ ετούτα τα αναπεπταμένα πεδία—
μόνο χρόνος, χρόνος οριοθετημένοε από μία αγροικία
ή έναν αχυρώνα, ένα σιλό με κορυφή από κασσίτερο ή ένα δέντρο,
κάποια φευγαλέα μορφή απέναντι
στις απέραντες, άδειες εκτάσεις που κάλυπτε το χιόνι.
Άναψε τσιγάρο και έκλεισε τα μάτια.
Τα καλύτερα χρόνια της ζωής του! Η Βαρετή Δεκαετία του Είκοσι.
Παρακολουθούσε το πρωινό να χαράζει πάνω από το χιόνι,
θα ήταν ο παράδεισος τόσο λευκός όπως η Αϊόβα;
*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.
Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Να μπορέσω να κοιμηθώ στη σκιά του
και να ονειρευτώ εκείνα πού ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
σκηνές του χθες
να ξεπροβάλλουν σαν μανιτάρια
αυθαίρετα κι αυτοφυή,
αψηφώντας τον χρόνο.
***
Διάδρομος
Κατά μήκος τού διαδρόμου του σουπερ-μάρκετ
τακτοποιεί στα ράφια τις κονσέρβες
με στυλ.
Με τό πάθος εραστή,
διατάσσει
και άναδιατάσσει
κάθε σειρά.
Μέχρι την επόμενη μέρα,
Με τις ίδιες τις κονσέρβες
και τα πάθη της.