Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό

Σε είδα, Αρετούσα, με τ΄ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

***

Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
Μα η Ζωή στην τελευταία

***

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ’ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Δημήτρης Φιλελές, Κατάντικρυ στη θάλασσα

Σταθήκαμε κατάντικρυ στη θάλασσα
αγναντεύοντας τα ελπιδοφόρα περαστικά πλοία
της γραμμής
να αναχωρούν προς τον αχανή ορίζοντα
σχίζοντας περήφανα τα κύματα
αφήνοντας πυκνά σύννεφα καπνού
απ’ το στητό φουγάρο τους
με την μπουρού να σφυρίζει παρατεταμένα
με γλάρους συνταξιδιώτες
να κλέβουν μικρές μπουκιές ψωμί
απ’ τ’ ακροδάχτυλα των εύθυμων επιβατών
με λευκά μαντίλια αποχαιρετισμού γύρω μας
με τη στυφή γεύση του ούριου ανέμου
Στον ουρανίκο
ώσπου μείναμε πάλι μόνοι
σιωπηλοί φύλακες της ακύμαντης προκυμαίας.

*Από τη συλλογή “Θρ…ίαμβοι και απώλειες”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2018.

D. H. Lawrence, The Ship of Death / Το πλοίο του θανάτου

Ι

Now it is autumn and the falling fruit
and the long journey towards oblivion.

The apples falling like great drops of dew
to bruise themselves an exit from themselves.

And it is time to go, to bid farewell
to one’s own self, and find an exit
from the fallen self.

Τώρα είναι φθινόπωρο, τώρα ή πτώση των καρπών
καί τό μακρύ ταξίδι πρός τή λήθη.

Τά μηλα πέφτουν σάν μεγάλες σταγόνες δροσιάς
κι ανοίγουν, έπιχειρώντας νά βγουν από τόν έαυτό τους.

Νά φύγουν έφτασε ή ώρα, τόν εαυτό τους
ν’ άποχαιτερήσουν, καί νά ’βρουν μιά διέξοδο
από τόν έκπεσόντα έαυτό.

II

Have you built your ship of death, 0 have you?
Oh build your ship of death, for you will need it.

The grim frost is at hand, when the apples will fall
thick, almost thundrous, on the hardened earth.

And death is on the air like a smell of ashes!
Ah! can’t you smell it?

And in the bruised body, the frightened soul
finds itself shrinking, wincing from the cold
that blows upon it through the orifices.

Έχετε φτιάξει τό πλοίο τού θανάτου, τό κάνατε;
Ώ, ναυπηγείστε τό πλοίο του θανάτου, θά τό χρειαστείτε.

Η μαύρη παγωνιά έρχεται, όταν τά μήλα πέσουνε
πυκνά, μέ θόρυβο σχεδόν, πάνω στη σκληρή γη.

Κι ό θάνατος υπάρχει στόν αέρα όπως ή μυρωδιά άπό τις στάχτες!
Άχ, μπορείς νά τόν μυρίσεις;
Στό τσακισμένο σώμα, φοβισμένη ή ψυχή
βρίσκει τόν εαυτό της μαζεμένο, σφιγμένο άπ’ το κρύο
πού έρχεται κατά πάνω του μές άπ’ τίς ρωγμές.

ΙΙΙ

And can a man his own quietus make
with a bare bodkin?

With daggers, bodkins, bullets, man can make
a bruise or break of exit for his life;
but is that a quietus, 0 tell me, is it quietus?

Surely not so! for how could murder, even self-murder
ever a quietus make?

Μπορεί ό άνθρωπος τή λύτρωσή του νά πετύχει
με μιά χοντρή βελόνα;

Μέ στιλέτα, σφαίρες καί χοντρές βελόνες, μπορεί ό άνθρωπος ν
νά χτυπηθεί ή νά κόψει τό νήμα τής ζωής του-
μά είναι λύτρωση αυτό; ’Ώ, πείτε μου, είναι;

Σίγουρα δεν είναι! Πώς θά μπορούσε ένας φόνος, ακόμα
καί μιά αύτοκτονία τή λύτρωση νά φέρει;

*Από τη συλλογή “The Ship of Death / Το πλοίο του θανάτου”, εκδόσεις Θράκα,2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Ιωάννης Ψάρρας, Ο…ΟΟ

Δέξου με δεντρί, δέξου με κυπαρίσσι

Πολλών ανθρώπων άστεα
οίδα μέσα στα χρόνια.

Σα τρίκλωνος βασιλικός
και σαν αντρειωμένος
σκαλί-σκαλί τ’ ανέβηκα
τα έμορφα τα νειάτα μ’.

Με μια ξανθιά κοιμήθηκα
μιας χήρας θυγατέρα.
Αναπαμό δεν είχαμε
εδώ στον ξένο τόπο.

Μ’ αφήκαμε τα χνάρια μας
και την καλή μας μέρα
δυο ποτιστήρια με νερό
και δυο κανάτες μέλι.
Η μια απ’ τα θυμάρια μας
η άλλη κυπαρίσσο
στη ρίζα του κυπαρισσιού
να βγαίνει θυμαρέλι.

Να λένε τα κλεφτόπουλα
με τ’ άϊφον στα χέρια
εκεί πάνω στα μνήματα
’κει πάνω στα ντεθμέταλ.

Δυο νιοι που γέρασαν μαζί
μιλούνε όλη νύχτα
και λένε λόγια που αν τα δεις
γραφτά στο μέτωπό σου
θα βρεις το νήμα για να ’ρθεις
κοντά στον εαυτό σου.

Κι από τα χίλια σ’ δάκρυα
θα μείνει μόνο ένα
το δάκρυ το κρουστάλλινο
απ’ το βουνό να τρέχει.
Θε να πλυθείς, να γιατρεφτείς
από τη δυστυχιά σου
από φθορά αφίλιωτη
κι από το μαύρο νείκος.
Να κατοικήσεις πια στη γης
με λεβεντιά και χάρη.

Μα σα σημάνει η καλή
η ώρα των ανθρώπω
κι ακούσεις τη γλυκιά φωνή
-τι πεθυμάς, τι θέλεις;
Σαν έτοιμος από καιρό
δαφνοστεφανωμένος
με μια χαρά αλόγιστη
με ένα άλλο γέλιο:

Αποθανήναι θέλω.

*Από τη συλλογή “Τα δημοτικά της επόμενης μέρας”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Jorge Palma, Wide river with autumn fragrance / Πλατύ ποτάμι με άρωμα φθινοπώρου

You with the latest essential
glittering on your lapel,
do you even know what day it is?

In my pockets
the smell of damp earth
brings news from the world:
between red and green
yellow dies;
between my house and the shops
children die
in the desert.

The news speaks of war
and the sky moves forward.
The news talks of sandstorms
in the desert
and birds migrate
in my autumn sky.

While I light a cigarette
while the clothes
dry in the sun
children die
in the desert.

From red to green
yellow dies.

And the houses are abandoned
by their owners,
and widows leave flowers
on the middle of their beds
and walk away,
their skin covered
in widows’ rags
in handkerchiefs of mourning
clothes of smoke
and they walk
along the sky’s edge
and they walk by the shores
of the world.

On my patio with its pots
flowers fall from the sky
and birds fall
transfixed by the sounds of war,
and mothers wake up
under a changed sky
and in the marketplaces
fruit, fish,
the cries of people buying and selling,
don’t bear the weight of any
sound of grief,
there are no widows
fleeing to the frontiers
and no earthquakes
and no one removes ground-up glass
from their shirt-sleeves
and priests don’t sweep rubble
out of churches and cathedrals
and in my autumn sky
this morning I don’t contemplate
the enormous journeys
of coffins and handkerchiefs
that in some place in the world
will fall apart; dust, sand,
burning desert,
where they say Paradise was,
the longed-for about-to-vanish Paradise
where a child still dreams
he has arms
a family and legs,
the restless legs of a twelve-year-old child
who runs across immense sands,
leaps, looks for clouds,
defies the laws of physics, dreaming
in the lands of Ur
in the tremendous shadow
of a ruined Babylon.

From red to green
yellow dies.

Between your breast and mine
yellow dies.
Between your wings and my sleep
yellow dies.
Between your legs
and mine
autumn dies,
in four metres of sky
where four drops of rain
or dew
are falling,
three days from a blind
blast of gunfire,
in two minutes of glory
or disaster,
in one second of watching
dawn fall drop by drop
your mouth of light
your cry
to counterbalance perhaps
the scream soaring without pause
between two rivers
that carry death,
this howling that comes to us
across skies
storms dry heat,
a scream that crosses
the desert, your heart
your dwelling place
and like a steel fist
pounds against
the windows of my room,
here, in my small
autumn sky,
too far
from the freshly shaven men
who will never return home,
from women
chatting in a shop door
not knowing that tonight
they will sleep with death,
from those who have sung in the shower
for the last time, beautiful songs
gathered from twenty centuries,
those who never knew of us
and this river
or the name of the river
that names and crosses us
with its gentle identity.

Here in the South
where we grow old
watching the sunsets.

Πλατύ ποτάμι με άρωμα φθινοπώρου

Εσύ με την τελευταία απαραίτητη
λάμψηστο πέτο σου,
ξέρεις ακόμη τι μέρα είναι;

Στις τσέπες μου
η μυρωδιά της υγρής γης
φέρνει νέα από τον κόσμο:
μεταξύ κόκκινου και πράσινου
το κίτρινο πεθαίνει;
μεταξύ του σπιτιού μου και των καταστημάτων
τα παιδιά πεθαίνουν
στην έρημο.

Τα νέα μιλούν για πόλεμο
και ο ουρανός κινείται προς τα εμπρός.
Οι ειδήσεις μιλούν για αμμοθύελλες
στην έρημο
και τα πουλιά μεταναστεύουν
στον φθινοπωρινό μου ουρανό.

Ενώ ανάβω ένα τσιγάρο
ενώ τα ρούχα
στεγνώνουν στον ήλιο
τα παιδιά πεθαίνουν
στην έρημο.

Από το κόκκινο στο πράσινο
το κίτρινο πεθαίνει.

Και τα σπίτια εγκαταλείπονται
από τους ιδιοκτήτες τους,
και οι χήρες αφήνουν λουλούδια
στη μέση των κρεβατιών τους
και φεύγουν μακριά,
το δέρμα τους καλυμμένο
με πατσαβούρια χήρας
σε μαντήλια πένθους
καπνισμένα ρούχα
και περπατούν
κατά μήκος της άκρης του ουρανού
και περπατούν στις ακτές
του κόσμου.

Στο αίθριο με τις γλάστρες του
λουλούδια πέφτουν από τον ουρανό
και τα πουλιά πέφτουν
τρυπημένα από τους ήχους του πολέμου,
και οι μητέρες ξυπνούν
κάτω από έναν αλλαγμένο ουρανό
και στις αγορές
φρούτα, ψάρια,
οι κραυγές των ανθρώπων αγοράζονται και πωλούνται,
δεν φέρουν το βάρος οποιουδήποτε
ήχος θλίψης,
δεν υπάρχουν χήρες
καταφεύγοντας στα σύνορα
και δεν υπάρχουν σεισμοί
και κανείς δεν αφαιρεί το γειωμένο γυαλί
από τα μανίκια των πουκαμίσων τους
και οι ιερείς δεν σαρώνουν τα ερείπια
έξω από εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς
και στον φθινοπωρινό μου ουρανό
σήμερα το πρωί δεν σκέφτομαι
τα τεράστια ταξίδια
από φέρετρα και μαντήλια
που σε κάποιο μέρος του κόσμου
καταρρέουν, σκόνη, άμμος,
καυτή έρημος,
πού λένε ότι ήταν ο Παράδεισος,
αυτός ο Παράδεισος που λαχταρούσε να εξαφανιστεί
όπου ένα παιδί εξακολουθεί να ονειρεύεται
έχει μπράτσα
μια οικογένεια και πόδια,
τα ανήσυχα πόδια ενός δωδεκάχρονου παιδιού
που διασχίζει τεράστιες αμμουδιές,
άλματα, ψάχνει για σύννεφα,
αψηφεί τους νόμους της φυσικής, ονειρεύεται
στα εδάφη του Ουρ
στην τεράστια σκιά
μιας ερειπωμένης Βαβυλώνας.

Από το κόκκινο στο πράσινο
το κίτρινο πεθαίνει.

Μεταξύ του μαστού σου και μένα
το κίτρινο πεθαίνει.
Μεταξύ των φτερών σου και του ύπνου μου
το κίτρινο πεθαίνει.
Ανάμεσα στα πόδια σου
και το δικό μου
το φθινόπωρο πεθαίνει,
σε τέσσερα μέτρα από τον ουρανό
όπου τέσσερις σταγόνες βροχής
ή δροσιάς
πέφτουν,
τρεις ημέρες από μια τυφλή
έκρηξη ενός όπλου,
σε δύο λεπτά δόξας
ή καταστροφής,
σε ένα δευτερόλεπτο παρακολούθησης
Η αυγή πέφτει σταγόνα τη σταγόνα
το φωτισμένο σου στόμα
το κλάμα σου
για να αντισταθμίσει ίσως
η κραυγή ανεβαίνει χωρίς παύση
μεταξύ δύο ποταμών
που φέρνουν το θάνατο,
αυτό το ουρλιαχτό που έρχεται σε μας
σε όλο τον ουρανό
καταιγίδες ξηρή θερμότητα,
μια κραυγή που διασχίζει
την έρημο, την καρδιά σου
το δωμάτιό σου
και σαν χαλύβδινη γροθιά
Σφυροκοπά ξανά
τα παράθυρα του δωματίου μου,
εδώ, στο μικρό
φθινοπωρινό μου ουρανό
πολύ μακριά
από τους φρεσκοξυρισμένους άνδρες
που δεν θα επιστρέψουν ποτέ σπίτι,
από τις γυναίκες
συζητώντας σε μια πόρτα μαγαζιού
χωρίς να γνωρίζουν ότι απόψε
θα κοιμηθούν με το θάνατο,
από εκείνους που τραγουδούν στο ντους
για τελευταία φορά, όμορφα τραγούδια
μαζεμένα από είκοσι αιώνες,
όσοι δεν ήξεραν ποτέ για μας
και αυτό το ποτάμι
ή το όνομα του ποταμιού
που μας ονομάζει και μας διασχίζει
με την ήπια ταυτότητά του.

Εδώ στο Νότο
όπου γερνάμε
βλέποντας τα ηλιοβασιλέματα.

*Το ποίημα γράφτηκε αρχικά στα ισπανικά. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Αυστραλό ποιητή και μεταφραστή, Peter Boyle. Ελληνική μετάφραση/απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Ανδριώτης, Πότε; Ποτέ!

Πότε; Ποτέ. Πότε; Ποτέ! Δεν θα ξαναβρεθούμε.

Άλαλο. Αλάνθαστο. Ανάλατο το χιούμορ της περίστασης…
Πότε; Ποτέ! Και αν συναντηθούμε.

Ξένοι, φιλόξενοι, ξένοι, παλιά φιλόξενοι. Φασίστες!!! και ξεδιάντροποι οι τόποι που κατοικούμε.
Βαρέθηκα, βαρέθηκες, Βαρέθηκα, μας βάρεσε κατακέφαλα το σύννεφο που ζούμε.
Σε κούρασα,,,, με κούρασες,,, σε κούρασα,,, κουράστηκα και ύστερα θα δούμε…
sycamore tree, Σιμά και αλάργα ταυτόχρονα τον χρόνο πως να παραβγούμε,,,.

Μην το τραβάς, θα το τραβώ! Μην το τραβάς, θα το τραβώ! Μην το τραβάς το σχοινί που χρόνια μας κρατάει.
Αούου! Άαά! Αούου, Άαά! Από! Ξανά, το αίμα μας έγινε νερό μα ακόμα τραγουδάμε.

*Από εδώ: https://epikrateiatoumidenos.blogspot.com/2020/03/blog-post.html?spref=fb&fbclid=IwAR0AIxj4eBitTn4gQLiSmyNiKmGBA5g86Hzkq9ZOXhS3RZj49yDVXVe9doU

Σάντι Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Καλωσόρισμα

Κάποτε άνοιξες την πόρτα
Και βρήκες το σπίτι άδειο από ανθρώπους

Τα βράδια έκλεινες το φως
Για να μη βλέπεις το σκοτάδι
Και φυσικά τα παντζούρια
Γιατί ο φόβος διαπερνά τα παράθυρα
Φωτογραφίες δεν μπορούσες να κοιτάξεις
Πάντοτε ντρεπόσουν
Δεν ήθελες
Να σε βλέπουν

Για να μην αφήσεις τα κόκκαλά σου να λιώσουν
Κρύφτηκες κάτω από τη γη

Τα σκουλήκια σε καλωσόρισαν
Και το σπίτι παρέμεινε άδειο από ανθρώπους

Μονάχα εγώ ήμουν εκεί

***

Οβίδα

Μπήκε στο σπίτι, μια οβίδα
Κοιμάται στον καναπέ του σαλονιού
Τρώει μαζί μας στο τραπέζι
Καμιά φορά ροχαλίζει
Γελά

Κάποτε σηκώνεται
Φορά το πανωφόρι της
Φεύγω, λέει
Κι εκρήγνυται
Κάθε φορά τα ίδια

*Από τη συλλογή “28 μέρες κάτω από τη γη”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Δήμητρα Καραφύλλη (1947-2014), Τρία ποιήματα

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΔΕΚΑΔΙΚΟΥΣ

Έχασα τα δάχτυλά μου μετρώντας δεκαδικούς.
Ένα κόμμα σαν δρεπάνι μου τα θέρισε.
Για ίχνη έψαξα παντού.
Άδειασα όλα τα συρτάρια.
Γύρισα ανάποδα τις τσέπες του μπλουτζίν.
Ξήλωσα τα πλεχτά μου γάντια.
Κοίταξα κάτω απ’ τα κρεβάτια.
Ούτε νυχάκι, ούτε σταγόνα αίμα.

Μικρές χαντρούλες δέκα περασμένες σε κόκκινη οτρά.
Να τα δαχτυλάκια μου.
Κοκκαλωμένα.
Χωρίς νεύρα, χωρίς αφή.
Όταν τα βρήκα πόνεσα.
Κυνηγώντας τα ασήμαντα ακρωτηριάστηκα.

***

ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ

Στον Βήτα Βήτα

Δίωρη πτήση.
Βαριές αποσκευές. Προτάσεις, στόχοι, προσδοκίες.
Με περιμένουν, πώς και πώς.
Πρέπει ν’ αρέσω. Να καταπλήξω.
Ταξίδι στο Βορά.
Ως βορά, ίσως.

Φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη.
Πού είναι τα πλουμίδια μου; Τα επιχειρήματά μου;
Χωρίς τα κρυσταλλένια μου γοβάκια, πού πηγαίνω;
Πώς θα γυρίσω; Αν γυρίσω.

Δείπνο σε στρογγυλό χειρουργικό τραπέζι.
Πιάτα ζεστά. Πρόσωπα κρύα. Αιματοβόρα.

Δίωρη πτήση.
Επιστρέφω ως αποσκευή.
Βαριά. Με ελαφρύ στομάχι. Καταστόλιστη.
Κατεψυγμένη σε ορθογώνιο φέρετρο από χρυσό τριάκοντα καρατίων.
Νυφούλα μέσα στις γαλαζοπράσινες
συνθετικές μουσελίνες
που μου δάνεισαν.

***

ΕΛΕΓΕΙΑ

Έχασα τον Μπιν Λάντεν, τον Ξέρξη, τη Σοράγια.
Κάθε άνοιξη
η τετράποδη φρουρά του πεζοδρομίου ανανεώνεται ανεξέλεγκτα.
Νεογέννητα ποικιλόχρωμα γουνοφόρα
ξεφυτρώνουν απ’ τον κισσό της πρασιάς
αναζητώντας λίγη προστασία
και δυο σταγόνες γάλα σε πλαστικό καπάκι.
Σαν ορκισμένη κάνω ό,τι μπορώ.
Παρακαλάω
στη λίστα δίπλα στον Μπιν Λάντεν,τον Ξέρξη, τη Σοράγια
να μη προστεθούν
το Πιτσιρδέλι, η Πουσπουρίκα, ο Κάλχας, η Νταϊάνα
αλλά συμβαίνει.
Η άσφαλτος αμείλικτη κι εγώ ατελής.
Αδυνατώ να συμβιβαστώ με την ιδέα της εφήμερης σχέσης.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, Εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2013.

Βίκυ Δερμάνη, Η των δακρύων γυναίκα

Ζώο παμφάγο ο πόνος
δρεπάνι που θερίζει
πανούκλα ο πόνος μαύρη

πάνω σε τραπέζι δυσήλιο
πίσω από πόρτες χτισμένες
μέσα σε σπίτι γερασμένο
και γκρεμισμένες μέρες
η των δακρύων γυναίκα
η από βοριάδες ανελέητους
σαν ξάρτι κομμένη
με ζήλο σάρκες ξέσκιζε

πάντα και μόνο
δικές της

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Αναστοχασμός

Θέλω να γράψω
για
όσα προσφέραμε
όσα δεχτήκαμε
όσα αλλάξαμε
όσα ονειρευτήκαμε
όσα μας ένωσαν
όσα μας χώρισαν
πόσο πονέσαμε
πόσο πληγωθήκαμε
πώς θα ξεχάσουμε
Θέλω να γράψω
για
Εμάς
Μόνον

***

Λευκές σελίδες

Λευκές σελίδες, απειλητικές
Επιλογή και δημιουργία-
Ποίημα.
Λέξεις μαχητικές
Αγώνας επικράτησης
Πολεμικός χορός δημιουργίας.
Ικανοποίηση, απογοήτευση
εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα
Όπλο το χέρι
του μυαλού η προέκταση-
Οι λέξεις σε παράταξη.
Μιλούν.

*Από τη συλλογή “Χρόνος Προσέγγισης Χώρος Απομάκρυνσης”. Νάουσα, 2018.