Νικόλας Ευγένιος, Ποιήματα

Η καλή μυγοσκοτώστρα
λυγερή
υποκλίνεται στον αέρα
κάθε που ο γέρος αστοχεί.

*

Καρφί στον τοίχο
άραγε τι να κρεμάσω;
μπα είν’ αρκετό

*

Λαχειοπώλης
πουλάει την τύχη του
κουτσή, κληρώνει.

*

Μια καρφίτσα
στη θέση του δασκάλου
μάθημα πρώτο!

*

Φιλοτελιστής
μύωπας μικροαστός
έχει δοντάκια.

*

Τ’ αποχτενίδια της
απ’ το παράθυρο πετάει
και συννεφιάζει

κι απόψε δε θα βρέξει.

*

Τρώει κουλούρι
του πλανόδιου κουλού
τρώει το μηδέν.

*Από τη συλλογή “ισοτονικά”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2012.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

ΠΑΡΟΠΛΙΣΜΕΝΗ ΩΡΑ

Η ήττα που πιστέψαμε
ότι δεν είναι δική μας
μεγαλύτερη καθώς ήταν
και από τον ίσκιο της
μικρότεροι καθώς ήμασταν
και από το άθροισμά μας
μας βρήκε στον χάρτη

όπως το σύννεφο εκείνο
που ρίχνοντας τα αντίβαρα
στάθηκε από πάνω μας
και άνοιξε στα δύο

***

ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΕΙΑ

Και η πανσέληνος έσταζε
τις τριάντα της σελίδες
και τα έπιπλα φυτεμένα
στις εφτά γωνιές του κόσμου
και το σπίτι άδειο ισορροπούσε
στην πλάτη μιας γάτας
από εκείνες που τρώνε
ασβεστωμένα ξωκλήσια
κι η γάτα ακύμαντη
ράγιζε το τρίχωμά της
ανοίγοντας σε ρίγες
το ουράνιο τόξο

Στο δικό μας προσκεφάλι

***

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Όχι άλλους απολογισμούς
είπε το τεφτέρι στον μπακάλη
το είπε από εδώ που πέφτει ο ήλιος
άλλοτε μέσα σε δύο
και άλλοτε μέσα σε τέσσερα κάγκελα
με τη φορά του ανέμου

Τώρα οι κονσέρβες θα χαρίζονται μέσα στα μάτια
και τα αλλαντικά θα μοιράζονται
μέσα στη γύμνια τους
και το χαβιάρι θα στάζει
μέσα σε ορίζοντες στα πεδία του Βανώ

Με απροσδιόριστη τροχιά Εκείνος
τράβηξε το μάτι του Αδάμ
για να μνημονεύσει το πέταγμα του μήλου
και οδήγησε την Εύα στην καρδιά
του κόσμου
στο ζεστό ράμφος των Σαλώνων

*Από τη συλλογή “Διώρυγα μεταξύ νεφών”, Εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2018.

Αντώνης Μπουντούρης, Βρύα κρύα

old wet red brick wall exposed to the North with a lot of green moss and lichens

ΒΡΥΑ ΚΡΥΑ
ξεράθηκε η συνήθεια και πια δεν ενοχλεί..

Βρύα
κρύα
στα χαλάσματα
γλιστρούν
απλώνουν ρίζες στα
λιγοστά δωμάτια

Μέσα μας

Αντηχήσεις ντροπής
Απ’ έξω μας

Κι αν το φεγγάρι αχνίζει από θυμό
(που βλέπει όλα τούτα)
Πετρώνει βαθιά
(μέρα με τη μέρα)
η νέα κατάσταση.

Γλυκερία Μπασδέκη, Δύο ποιήματα

Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ

πριν τον μηνίσκο
πριν το ουρικό
πριν σκάσει μύτη το τσικό
και πάρεις δρόμο

τώρα που όλο φτου και φτου
τώρα που τρέχει η γλωσσοφαγιά
και πιάνει ακόμα η μπογιά σου

πριν πέσεις κι άλλη Εθνική
να μ’αγαπήσεις

***

Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΕΞ

ήταν η ημέρα του σεξ

όλοι έκαναν σεξ

σεξ
συνέχεια σεξ
πολύ σεξ

κι ήταν πολύ μόνη

η μόνη κοπέλλα
που δεν έκανε σεξ
την ημέρα του σεξ

μόνο έγραφε για το σεξ

έγραφε σεξ σεξ σεξ

κι έκλαιγε

*Από τη συλλογή “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης”, εκδ. Bibliotheque, 2016.

Κώστας Ρεούσης, από τα “Σμπαράλια”

ΠΡΩΤΗ ΩΡΑ

τη νύχτα
όπου ακούγεται
σωματικά συμπαντικός
ο παφλασμός
κορδέλα
στο γαϊτανάκι
καρναβάλι της ζωής
τυλίγεται ο
θάνατος
μιας σερπαντίνας εραστής
να στροβιλίζεται
έγχρωμα
μες στο κενό της πτώσης

(ταράζοντας τη στεναχώρια
στο άρμα έρμα του τσίρκου
μιας συμμορίας ποταπής
η ερωμένη
σφαγιάζει το πέρασμα
εγκαθιδρύοντας
τον πόνο
μες στη μουβιόλα του μοντάζ
μιας κοπτοραπτικής συγκίνησης)

έμεινε να κατασπαράζει το αλύχτισμα της μέρας πολεμώντας
μες σε κουζίνες άγριου κάματου το σπάσιμο μίας
κουρελιασμένης χρείας στο ρούμι πάνω άνοιγε την ψυχή
δαγκώνοντας τα γράμματα απ’ το κοτσάνι έχοντας ως τα
κουκούτσια σχηματίσει τις πλέον λέξεις άλεκτες ιμερικές
σκαλίζοντας η γλώσσα μάγισσα μάγου μαγικού στο σώμα
εκείνης που ταξίδευε το κύμα στην πίκρα του ωκεανού

ΔΕΥΤΕΡΗ ΩΡΑ

ήταν
όταν ο φόβος εμφανίστηκε κι
αφιόνι στην καρδιά
σφαλίζοντας μ’ ένα φιλί
Που διαρκεί
η κλινοπάλη η μοναξιά μονήρης του εργένη
μπατάροντας στο παραμύθιασμα
ο τρόμος
την εύρεση μιας ξεχαρβαλωμένης
χουρμαδιάς

(θωπεύοντας βίαια σεξουαλικά
τα βυζιά του σκορπιού
φουρτουνιάζει στο δηλητήριο
το κέντρισμα της πόλης
μια τρικυμία ψιθυρίζει
απ’ τα πέρατα του αιδοίου
την προϊστορία
της ηδονής)

βάλθηκε ν’ αποστηθίζει τα εσπεριδοειδή συλλαμβάνοντας
τη μυρωδιά της ιδιωματικής λαλιάς του περγαμόντου στους
υπερθετικούς οργασμούς ενός ανθοδοχείου με κρίνους δένοντας
το σκίρτημα στον κάβο σπασμό της κλειτορίδας νηολογούσε
την ερεθιστική φλέβα του πούτσου στον υποβρύχιο κόσμο της
γυναίκας που σηματοδότησε την εκσπερμάτωση χαράζοντας με
τους χυμούς της την κατάδυση ανάδυση πλεύση στην ατρόμητα
εθιστική οσμολαγνεία της θανατερά καυλωμένης γαρδένιας

*Από τη συλλογή “Σμπαράλια (ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ 12 ΩΡΕΣ ΚΑΙ 3 ΦΩΝΕΣ), Εκδόσεις Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία/Αθήνα 2018.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΚΙΝΔΥΝΗ ΣΥΓΓΝΩΜΗ

Μια απ’ αυτές που σέρνονται στο πάτωμα.
Κάτι σαν οχιά, σαν δεντρογαλιά,
εκκλησιαστικού τύπου συγγνώμη δηλαδή, μη νομίζεις,
κλεισμένη σε κουτάκι.
Τον συγχώρησα.
Ο φίλος μου μετακόμισε τώρα δέκα πατώματα πιο κάτω μέσα μου.
Και δεν ακούω τα κύματά του
σαν αγριεύει κα μεταμορφώνεται σε θάλασσα.

***

ΑΚΤΗΜΟΝΕΣ

Με λόγια απλά
μείναμε ακτήμονες,
έτσι από τη μια μέρα στην άλλη.

Ένα μέλος του Θεού αποκολλήθηκε για να μας δείξει τον δρόμο.
Μια ακόμα θυσία, διότι έτσι είναι ο Θεός, πανταχού παρών, διηγείται,
θυσιάζεται, μας καληνυχτίζει μ’ ένα φιλί στο μέτωπο.
Με βαλίτσες έτοιμες για αλλού.

Πολλαπλασιαστήκαμε.
Το ένα είδος εις βάρος του άλλου.
Εξαιτίας μας εξαφανίστηκαν οι λύκοι.
Συνεπείς εμείς, τους αναπληρώνουμε.

Γενικώς μια ομοιομορφία,
ίδιοι πόνοι, ίδιες χαρές. Λίγες.

*Από τη συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Έφη Καλογεροπούλου, από τον “Χάρτη ναυαγίων”

TITANIC BAR

Without faith hope changes look
it wrinkles
its blood stagnates
water doesn’t quench its thirst
it merely drags its feet along the street
darkness gnaws the rest

I fall beside me scared
blind empty of image
what ends one morning
is death lulling pigeons to sleep

Black dyes
fire scorches
memory is on fire

Always keep at home
the damaged radio
I’ll always leave at dawn stepping
on TV antennas
and crushed white fags
something smells
of liquor and honey
Travellers usually
leave the door open behind them

Χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα
ζαρώνει
το αίμα της λιμνάζει
το νερό δεν ξεδιψά
σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο
σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα

Πέφτω δίπλα μου τρομάζοντας
τυφλός άδειος εικόνας
ό,τι τελειώνει ένα πρωί
είναι θάνατος που κοιμίζει γλυκά τα περιστέρια

Το μαύρο βάφει
η φωτιά καίει
η μνήμη καίγεται

Θα κρατάς πάντα σπίτι σου
το χαλασμένο ραδιόφωνο
θα φεύγω πάντα ξημερώματα
πατώντας σε κεραίες τηλεόρασης
και σκοτωμένα τσιγάρα άσπρα
κάτι μυρίζει οινόπνευμα και μέλι

Οι ταξιδιώτες συνήθως
αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή

*“Χάρτης ναυαγίων”/ “Chart of Shipwrecks”, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2017. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

Γιώργος Δάγλας, Ήμουν εκεί

Ήμουν εκεί,
όταν ανέκριναν τους νεκρούς
και κερμάτιζαν τη μνήμη
να τη μοιράσουν στους επαίτες.
Ήμουν εκεί,
ψάχνοντας το «αν» των αιώνων
στις σκοτεινές γωνιές της ιστορίας.
Ακούστε λοιπόν
την ομολογία του δολοφόνου
και ακουμπήστε το δάχτυλο
στην πληγή της αλήθειας.
Ήμουν εκεί,
μάταιος και μόνος.
Νύχτα και με τύφλωσε το φως.
Ούρλιαζαν και χόρευαν περιμένοντας τη λάβα
έρχονταν και περίμεναν.
Έδεναν τα πλοία.
«Εδώ είμαστε», έλεγαν
και δουλεύουμε σκληρά
να καταργήσουμε το θάνατο
να ξεχυθεί το λυπημένο δάσος
στην αιώνια επιστροφή.
Ήμουν εκεί και ήμουν μόνος.
Νύχτα ήταν, με τύφλωσε το φως.

*Από τη συλλογή “Καντάδες για ένα δαίμονα”, εκδ. Φίλντισι, 2015.

Ράνια Καραχάλιου, από τη «Σκλήθρα»

το σκιάχτρο

Το σκιάχτρο παρέμενε στο ίδιο σημείο. Τα τεντωμένα χέρια του, κάτι τσουγκράνες σκουριασμένες, κυοφορούσαν α-διαλείπτως την ελπίδα μιας πελώριας αγκαλιάς, μιας επίγειας με το άλλο ένωσης. Ακλόνητο περίμενε κι άφηνε τις μέρες να γλιστρούν μες στ’ αχυρένια σπλάχνα του. Δεν είχε αντιληφθεί πως σκοπός του ήταν ν’ αποστρέφει.

πρωτίστως
δεν είχε αντιληφθεί πως
δίχως σάρκα
τα χάδια φαρμακώνουν

Κατάφερε ωστόσο τ’ όνειρό του να βιώσει. Το λυπήθηκε κάποτε η φιλεύσπλαχνη φωτιά και τ’ αγκάλιασε με θέρμη.

***

σιωπή πολυτελείας

Μαύρα σακάκια φόραγαν, τύποι πελώριοι, θαρρείς κρύβαν ξυλοπόδαρα μες στα μπατζάκια τους, τύποι με τιθασευμένες φαβορίτες, γυαλιστερά μουστάκια και σιδερωμένες μούρες. Σ’ έναν πάγκο στη μέση της πλατείας είχαν απιθώσει ζυγαριά πολυτελείας. Απερίσπαστοι, στον ένα ζυγό έβαζαν σιωπή και στον αντικριστό χρυσάφι.

Όταν ισορρόπησε η ζυγαριά, αναφώνησαν με δέος η σιωπή είναι χρυσός. Έγχαροι σφήνωναν χρυσάφι στις μασέλες τους και μοιράζαν βουβαμάρα.

κι έπαιρναν οι άνθρωποι
ξεχνώντας πως
η κούφια σιωπή
δεν επουλώνεται
κακοφορμίζει

*«Σκλήθρα», Εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Λεωνίδας Γαλάζης, Δύο ποιήματα

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οί σπίθες […] φτάσανε ως τους
ουρανούς, γίναν αστέρια».

Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ’λεγες, με γυμνό μάτι
τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεών μου.
Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα
για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.
Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα
αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.
Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο
χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα
ούτε μπορούσα τότε να καταλαβω
γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες
ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά
από τις επιφάνειες των μετάλλων.
Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς
το φέρουν εκ συστάσεως και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου.

***

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.
Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους
σταγόνες λεμονιού
και νίψον ανομήματα
σε μυστικούς νιπτήρες
όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις
τις μνήμες εμποτίζουν
με τα δραστικά της λήθης υγρά
ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες
λευκοντυμένοι Σαμαρείτες
με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί
εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.
Κι οι σταγόνες της βροχής
μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.
Φαρμάκι!

*Από τη συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιανουάριος 2013.